Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ξέρεις από slefie;

Θέλει τέχνη η selfie. Δεν μπορεί να την βγάλει επιτυχώς ο καθένας.

Μελέτες έδειξαν ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός που βρίσκεται κάτω από την ηλικία των 25 ετών και μεγάλωσε δίπλα σε  ένα κινητό τηλέφωνο, έχει το ένα του χέρι μεγαλύτερο από το άλλο για να μπορεί να παίρνει την selfie την καλή.  

Αλί σε μας τους φίφτι σάμθινγκ που όταν έρχεται η ώρα της αυτοφωτογράφισης παθαίνουμε πανικό. Δεν είναι μόνο ανατομικό το πρόβλημα, με τα ισομήκη χέρια. Στις ελάχιστες προσπάθειες που έχω κάνει να βγάλω selfie απέτυχα οικτρά. Μου πήρε μια ώρα να μπορέσω να βρω πού είμαι εγώ και πού κοιτάει η κάμερα. Αγωνίστηκα με πάθος να μπω ολόκληρος στο κάδρο και όταν τα κατάφερα είχα το ύφος τους τερματοφύλακα που αγωνιά πριν από το πέναλτι. Φυσικά, για να βάλω και άλλους μαζί μου ούτε συζήτηση. Μου ερχόταν να φωνάξω, παραφράζοντας τον Βέγγο, «ξέρεις από selfie;» μπας και έλθει να με βοηθήσει κανένας Χριστιανός. Όταν επιτέλους πάτησα το κουμπί και γύρισα στην οθόνη να δω τι ψάρια έπιασα, διαπίστωσα ότι η κίνηση του δαχτύλου για να πατήσει το κουμπάκι με είχε αφήσει με ένα μάτι, ένα αυτί ενώ παρουσίαζε ως κύριο θέμα τον σκουπιδοτενεκέ πίσω μου.

Σήμερα το πρωί στη θάλασσα είχα δίπλα μου μια παρέα πιτσιρικάδων. Δεν θα πω «νέων» για ευνόητους λόγους. Εκεί που καθόταν και μιλούσαν σχολιάζοντας την επικαιρότητα κάθε τόσο κάποιος έβγαζε το κινητό του, έδινε μια παράξενη γωνία στον καρπό του και τραβούσε φωτογραφία όλη την παρέα. Η οποία παρέα, προφανώς εκπαιδευμένη, σταματούσε ότι έκανε και έλεγε και έπαιρνε την επίσημη selfoφατσα της. Μετά με κοφτές κινήσεις έκαναν τη φωτογραφία share σε όποιο από τα social media αγαπούσε ο καθένας και μετρούσε αντιδράσεις. Η όλη προσπάθεια έπαιρνε δευτερόλεπτα. Σκεφτόμουν, όχι χωρίς φθόνο, ότι ο δικός μου καρπός δεν μπορεί να πάρει αυτή τη γωνία. Αν έπαιρνε σίγουρα θα καθόμουν γωνιά Τσιμισκή και Αριστοτέλους και θα ζητιάνευα, μυρίζοντας τα τσουρέκια του Τερκενλή «ελεήστε τον παραμορφωμένο». Άσε που δεν έχω selfόφατσα.


Γι αυτό σε λέω. Θέλει αρετή και τόλμη (και εκπαίδευση φυσικά) η καλή η selfie

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Αντίο Ζωίτσα

Πάει και η Ζωίτσα. Κάποτε όταν λέγαμε Ζωή σκεφτόμασταν αυτήν. Μετά ήλθε η άλλη η γκεσταπίτισσα και έτσι, αυτήν που συμπαθούσαμε, την είπαμε Ζωίτσα για να την ξεχωρίζουμε. Η τρίτη του ονόματος, η Ζωζώ, έχει το δικό της trademark και δεν της το παίρνει κανείς.

Τη γνώρισα μέσα από  τις ταινίες της. Πρόσωπο δροσερό, κορμί άλλων προδιαγραφών. Καθαρόαιμο. Δεν τις έβγαζαν έτσι τότε τις γυναίκες στην Ελλάδα.  «Εγχώρια εφάμιλλα των Ευρωπαϊκών» που έλεγαν οι διαφημίσεις της εποχής για ποιοτικά προϊόντα…  

Δεν θα έλεγα ότι είχε κανένα μεγάλο υποκριτικό ταλέντο. Ήταν όμως μια κατηγορία από μόνη της. Στιλάτη με class, που όμως στοίχειωνε τα όνειρα των ανδρών της εποχής της. Και ήταν μια εποχή που ο κινηματογράφος και η μουσική στην Ελλάδα είχε να δείξει πρόσωπα μαγικά. Ήταν τότε που η Ελλάδα ήταν της μόδας, σε όλο τον κόσμο. Οι ξένοι γνώριζαν τις αρχαιότητες, τον γαλάζιο ουρανό και το άσπρο μπλε του Αιγαίου. Θαύμαζαν τη Μελίνα και τον Σεφέρη. Άκουγαν τον Μίκη και τον Μάνο. Χόρευαν με τον Ζορπά και το συρτάκι. Έτρωγαν τζατζίκι και mousakas.

Δεν ήταν το κορίτσι της διπλανής πόρτας, με την τσαχπινιά τη Αλίκης. Δεν είχε το ταλέντο και την μεσογειακή ομορφιά της Τζένης. Ήταν η Ζωίτσα των λαϊκών αναγνωσμάτων, των θυελλωδών ρομάντζων και των έξαλλων πάρτι. Η φωτογραφία της βρισκόταν στο πορτοφόλι του φαντάρου στην δεκαετία του εξήντα και μέσα στις σελίδες ενός από τα πρώτα τεύχη του Ελληνικού Playboy στη δεκαετία του ογδόντα.


Λαμπερή μέχρι το τέλος, κατάφερε να μας εκπλήξει με ένα θάνατο ξαφνικό, που κράτησε την ανάμνηση της συνεπή ως προς την εικόνα που είχαμε γι αυτήν. Ο Θεός ας την αναπαύσει. 

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Old news

-         - Τι έγινε;
-          - Κι άλλο φορτηγό έπεσε επάνω στον κόσμο.
-         - Λονδίνο; Παρίσι; Κάνες;
-         - Στη Βαρκελώνη αυτή τη φορά. Αλλά δεν ήταν μεγάλο φορτηγό. Ήταν πιο μικρό.
-         -  Είχε νεκρούς; Πόσους;
-         - Δώδεκα. Δεκατρείς.

Δεν έχει πλέον σημασία. Δεν θα βάψουμε τα προφίλ μας με τα χρώματα της Ισπανικής σημαίας. Δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν τα χρώματα από την προηγούμενη φορά… Αλήθεια, ποια ήταν η προηγούμενη φορά;  Δεν θα ρωτάμε έντρομοι, όπως μετά το Μπατακλάν, αν τους πιάσανε και πώς είναι τα πράγματα στην πόλη. Διέφυγε ζωντανός ο δράστης; Τον σκότωσαν; Δεν έχει σημασία σου λέω. Συνηθίσαμε.

Θα συγκινηθούμε για λίγο. Θα αγανακτήσουμε. Θα το συζητήσουμε το πρωί στη θάλασσα. Θα δούμε τα έκτακτα δελτία και θα γυρίσουμε στην καθημερινότητα μας. Ηλιοβασιλέματα και ποδαράκια στην παραλία. Χταποδάκια και ουζάκια στις ταβέρνες. Οι φωτιές και ο Αλέξης που απουσίαζε. Οι φωτιές και ο Κυριάκος που ήταν εκεί αλλά δεν είχε σημασία. Βάλε και λίγο την ομαδάρα που πήρε ή δεν πήρε τους παιχταράδες και ξεκινάει την πορεία στης Ευρώπη. Βάλε και τον ΕΝΦΙΑ που πλησιάζει. Θα ανοίξουν και τα σχολεία.

Μάλλον πρέπει να βρουν κάτι νέο για να μας εντυπωσιάσουν οι τρομοκράτες. Old news και το θέ(α)μα δεν πουλάει. Ζούμε στην εποχή της υπερπληροφόρησης. Καταναλώνουμε ειδήσεις σαν τον θεατή του multiplex που κατεβάζει μια παλέτα ποπ κορν στην διάρκεια της ταινίας. Δεν εντυπωσιαζόμαστε πλέον από την είδηση που την έχουμε εξαργυρώσει στο μυαλό μας πριν ακόμα γίνει είδηση. Μετράμε μόνο τα μεγέθη. Πόσοι οι νεκροί; Ήταν πιο πολλοί από την άλλη φορά ή λιγότεροι. Πόσα τα καμένα στρέμματα;  Τίποτα δεν σε εντυπωσιάζει εκτός αν είσαι αυτός που ξεκίνησε για καφέ στο πεζόδρομο της Βαρκελώνης και κατέληξε στο νοσοκομείο ή στο νεκροτομείο. Εκτός αν ανοίξεις την τηλεόραση και δεις τον δικό σου άνθρωπο μέσα στα αίματα, να του σκεπάζουν με ένα σεντόνι το πρόσωπο.

Άραγε ο δράστης νιώθει δικαιωμένος από το αποτέλεσμα της πράξης του ή ξαφνικά ξύπνησε και μεταμεληθείς επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια εις τους πρεσβυτέρους, λέγων ήμαρτον παραδόσας αίμα αθώoν. 


Τι κάθεσαι και με γράφεις τώρα. Έλα αρχίζει το ματς.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Της Παναγίας σήμερα!

Ξημέρωσε η γιορτή της Παναγίας. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η σχέση των Ελλήνων με την Παναγία. Μάνα και φίλη. Στήριγμα στα δύσκολα. «Βοήθα Παναγιά μου». Η πρώτη που θα ευχαριστήσουμε (αν θυμηθούμε να ευχαριστήσουμε) για τα καλά. «Ευχαριστώ Παναγία μου». Έχω και διάφορα άλλα με τα οποία μερικοί συνοδεύουν το όνομα της αλλά δεν είναι της ώρας…

Τη νιώθουμε τόσο δικιά μας που της έχουμε δώσει εκατοντάδες ονόματα να συνοδεύουν το δικό της. Μερικά πολύ ιδιαίτερα και ευφάνταστα. Θυμάμαι το σοκ που είχα πάθει όταν, πριν από χρόνια, είχα επισκεφτεί το μοναστήρι της Παναγιάς της Κουνίστρας στην Σκιάθο.  

Μην ξεχνάμε ότι τα αποτελέσματα της Πάνω Παναγιάς, Κάτω Παναγιάς και Δώθε Παναγιάς κρίνουν τα αποτελέσματα των εκλογών με τον τρόπο ανάλογο με της Ρηνανίας και Κάτω Βεστφαλίας…

Την ημέρα αυτή γιορτάζουν οι Μαρίες. Η Μαρία είναι η θηλυκή βεντέτα των ονομάτων. Κάτι σαν Κώστα + Γιάννη + Γιώργο μαζί σε ένα. Είναι παντού.

Η Μαρία γεννά πάθη και έρωτες. Κάθετε ο Μητσιάς και τραγουδάει ότι μόνος του στην μπυραρία, ονειρεύεται τη νύχτα που την πρωτοφίλησε.

Το όνομα αυτό δεν έχει αρσενικό. Εκτός αν είσαι Ιθπανός και σε λένε αθ πούμε Χοθέ Μαρία (Μαργκάλ;). Ή αν η γιαγιά σου δεν είχε θηλυκό εγγόνι και σε είπαν Μάριο. Τι να πω; Όλα για τους ανθρώπους τα έδωσε ο Θεός…

Στις δεκαπέντε Αυγούστου γιορτάζει και ο Παναγιώτης. Πώς λέμε Μαρία; Καμία σχέση. Οι άνθρωποι που φέρουν το περίεργο αυτό όνομα, που απαντάται μόνο στην Ελλάδα, είναι λίγοι και (ίσως και) καλοί. Καταδικασμένοι στην σιωπή που τους έχει επιβληθεί στην περιοχή του Μπίθουλα “Σιλάνς Παναγιωτάκης». Άνθρωποι γαλαντόμοι που χαρίζουν το όνομα τους και εκεί που δεν ανήκει «Θα πεις τον Δεσπότη Παναγιώτη». Άνθρωποι που γενούν θετικά συναισθήματα. Ο Παναγιώτης αποκαλείται και Πάνος. Ουδέποτε όμως Κάτος.

Σήμερα λοιπόν ημέρα γιορτής. Τα παλιά τα χρόνια ο κόσμος έστελνε στους εορτάζοντες τούρτες και λουλούδια. Οι καιροί είναι πλέον χαλεποί. Ένα tag στα social media σε καμμιά κατοσταριά από τους «τιμώμενους» και έξω από την πόρτα. Κάτι σαν τις παρακλήσεις «υπέρ υγείας» που βάζεις τον παππά να λέει και να λέει και στο τέλος τρώει τα μισά και γιατί δεν τα είπες όλα πάτερ και δεν είναι σωστό και δεν πιάνει έτσι η ευχή και άει στο καλό κολάστηκα με εσάς εδώ μέσα.


Το μυαλό μου σήμερα στις Μαρίες της ζωής μου. Αυτή που δεν είναι πλέον μαζί μας (αλλά είναι πάντα στο μυαλό και την ψυχή μας) και σε αυτή που μεγαλώνει και ανθίζει δίπλα μας. Να τις έχει ο Θεός καλά.

Φωτιές

Για μια ακόμα χρονιά φωτιές καίνε ότι έμεινε άκαυτο τα προηγούμενα χρόνια. Υπέροχα κομμάτια φύσης καταστρέφονται. Ανθρώπινες ζωές κινδυνεύουν. Περιουσίες χάνονται.

Είναι ώρα να ανασκουμπωθούμε και να δούμε τι μπορεί να σωθεί. Αντί για έργα όμως, μόνο λόγια. Λόγια. Λόγια.

Αυτοί στους οποίους έχουμε εμπιστευτεί τις τύχες μας, αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων. Προσπαθούν να διαχειριστούν επικοινωνιακά την ανικανότητα τους, αντί να κάνουν έστω και την τελευταία στιγμή τη δουλειά τους.

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα. Δεν είναι η πρώτη φορά. Ο στρατηγός άνεμος λογικά μετά από τόσα χρόνια θα έπρεπε να είχε αποστρατευτεί. Δυστυχώς φαίνεται να έχει επανέλθει δριμύτερος στην υπηρεσία.

Κυνήγι μαγισσών και κατασκευή εχθρών. Τσομπάνηδες βόσκουν κοπάδια αποδιοπομπαίων τράγων.

Κούνημα δαχτύλου και αλαζονεία από αυτούς που θα έπρεπε να σκύψουν ταπεινά το κεφάλι, να ζητήσουν συγνώμη και να πάνε σπίτια τους ντροπιασμένοι.


Όταν με το καλό φύγουν αυτοί, θα έλθουν οι άλλοι και θα συνεχίσουν να ψάχνουν εχθρούς μέσα στα αποκαΐδια και τρόπους να διώξουν από πάνω τους τις ευθύνες. Η επιτυχία έχει πολλούς πατεράδες, η αποτυχία είναι ορφανή. 

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Παραθεριστικό καλοκαίρι

Λατρεύω τα μέρη τα παραθεριστικά. Όχι τα μέρη των διακοπών των λίγων ημερών αλλά εκείνα που πας και περνάς όλο το καλοκαίρι. Που το κάνεις σπίτι σου για τρεις μήνες. Για όλους εμάς που δεν ευλογηθήκαμε να έχουμε «χωρίο», αυτό είναι το χωριό μας.

Ξυπνάω πρωί και πάω να πάρω ψωμί. Κάθε μέρα διασταυρώνομαι με ένα τύπο που κάνει τζόκινγκ. Είναι διαφορετικός κάθε φορά. Δεν το φανταζόμουν ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί που κάνουν τζόγκινγκ στην Ελληνική ύπαιθρο το έτος 2017. Πολλές φορές μου περνάει από το μυαλό ότι παίζω σε ένα ιδιότυπο Τρούμαν σόου και κάποιος βάζει έναν τέτοιο χαρακτήρα μέσα στο κάδρο για συμπληρώσει το σκηνικό.

Από μακριά ακούγεται ένα μωρό που κλαίει. Από ένα ανοιχτό παράθυρο μια γυναίκα που «ψέλνει» τον άντρα της. Ένας παππούς σέρνει τα πόδια του για να φτάσει στον ίδιο προορισμό με εμένα. Τα σέρνει με τον ίδιο τρόπο που τα σέρναμε μικροί, όταν περπατούσαμε και κλοτσούσαμε ένα άδειο πακέτο σα να τριπλάραμε με μια μπάλα ποδοσφαίρου. Η μπάλα πλέον δεν υπάρχει και ο παίκτης χαίρεται και μόνο που τον βαστάνε τα πόδια του για να πάει στον προορισμό του.

Φτάνω στο μικρό μαγαζάκι που είναι πρατήριο άρτου αλλά έχει και λίγα είδη μπακαλικής.  Ανακούφιση για τους μεγαλύτερους που δεν πρέπει να οργανώνουν σχέδια μεταφοράς στο κέντρο του χωριού, για ψώνια. Μπροστά μου μια γιαγιά με μπουρνουζένιο φόρεμα, ελέγχει την ημερομηνία σε όλα τα γάλατα του ψυγείου πλησιάζοντας τα, ένα ένα, στο δεξί μάτι. Αγαπώ τις γιαγιάδες με τα μπουρνουζένια φορέματα, απομεινάρια κάποια άλλης εποχής, εκτός και αν έφεραν και τέτοια οι Κινέζοι.

Κάθε σπίτι από αυτά τα παλιά τα εξοχικά, είναι γεμάτο με σκελετούς παλαιοτέρων χρόνων. Ένα σαμπουάν αρχαίο, σε συσκευασία νταμιτζάνας που δεν λέει να τελειώσει καθώς χρησιμοποιείται λίγες μέρες κάθε χρόνο. Αγοράστηκε για «λιπαρά μαλλιά» και τώρα πλέον μπορεί να μην υπάρχουν μαλλιά. Η εταιρεία έχει αλλάξει δύο φορές συσκευασία από τότε, αλλά αυτό εκεί σταθερό να δένει με τα πλακάκια του μπάνιου. Φερ φορζέ πολυθρόνες και τραπέζια στα μπαλκόνια και στις βεράντες. Μαξιλαράκια πολύχρωμα και άρωμα από δεκαετία του εβδομήντα. Στυλ πίνουμε βερμούτ και παίζουμε κουμκαν στις κυρίας Λελές…

Το καλοκαίρι θέλει μπάνια και ο καθένας αυτό το μεταφράζει όπως θέλει και μπορεί. Όσο μεγαλώνεις τόσο πιο νωρίς θέλεις να πηγαίνει για μπάνιο. Καμιά φορά θα διασταυρωθούν στον δρόμο, οι νέοι που γυρίζουν από τη νυχτερινή διασκέδαση στην παραλία με τους παππούδες που έχουν βάλει την πετσέτα στον ώμο και κατηφορίζουν για τη θάλασσα. Αργό το βήμα αλλά μέχρι να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα, θα έχουν φτάσει! Διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για το πόσο υπέροχη είναι η θάλασσα την ώρα αυτή. Τα χρόνια τους να φτάσουμε για να το μάθουμε…

Ξεχωριστές είναι οι Κυριακές, στα μέρη αυτά. Κοντοβράκιδες παραθεριστές διασταυρώνονται με κυρίες κάποιας ηλικίας, στολισμένες λατέρνες έτοιμες για την εκκλησία. Περιμένουν να περάσει να τις πάρει η φίλη με τον άντρα της που ακόμα οδηγεί. Κρατούν στο χέρι βεντάλια και φυσιούνται ακατάπαυστα ενώ το πρόσωπο με το μπόλικο φτιασίδι ιδρώνει επικίνδυνα. Ο άντρας την φίλης ανταγωνίζεται σε παλαιότητα την αρχαία Mercedes που οδηγεί, αγκαλιάζει το τιμόνι, κοιτάει στο βάθος και όποιον πάρει ο χάρος.


Αγαπάμε παραθεριστικό καλοκαίρι και αυτό το ΣΚ είναι στην κορύφωση του. Καλημέρα. 

Το ΠΣΚΔΤΤ του καλοκαιριού

Και να που ήλθε το ΠΣΚ και λίγο από Δε και σίγουρα Τρ να μην σου πω και Τε.

Είναι το πιο χύμα διημερο-τριημερο-τετραήμερο άντε βδομάδα του χρόνου. Το αλήτικο, το άντε μωρέ, το νυν απολύεις, το πάμε και βλέπουμε, το ευλαβικό, το απ’ όλα.

Έχεις βγάλει παπούτσια και περπατάς ξυπόλυτος σε πλακάκια, άμμο, χώμα και νιώθεις σα να περπατάς πάνω στο νερό. Φεύγεις από την πόλη και βγάζεις ένα ένα τα ρούχα σαν κρεμμύδι ή σαν το μωράκι καρέτα καρέτα που βγαίνει από το αυγό και βαδίζει προς τη θάλασσα.

Αν δεν χαλαρώσεις και αυτό το πώς το είπαμε, τέλος πάντων, δεν πρόκειται να χαλαρώσεις ποτέ.

Το νου σας γεμάλια. Το φθινόπωρο και ο χειμώνας θα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Γίνεται; Βεβαίως και γίνεται! Γι αυτό πάμε να φύγουμε από δω και μη ρωτάς πού πάμε. Σε θάλασσες και αμμουδιές. Σε μπιτσόμπαρα και ερημικές, αν βρείτε, παραλίες. Σε βουνά και λαγκάδια. Με αεροπλάνα και βαπόρια και αν έχουμε μαζί και τους φίλους τους παλιούς ακόμα καλύτερα. Καθήστε κάτω από τον ίσκιο του γέρικου πλατάνου στο χωριό του παππού. Πιείτε νερό από την βρύση που τρέχει από τότε που ο μπαμπάς σας λέρωνε τα βρακιά του και τον κυνηγούσε η γιαγιάς σας. Χορέψτε στο πανηγύρι του χωριού ή πάνω στην μπάρα του μοδάτου κλαμπ.

Καθήστε σε ταράτσες και μπαλκόνια με φίλους και οικογένεια. Ξενυχτήστε χωρίς λόγο. Ξυπνήστε αργά ή νωρίς, πάλι χωρίς λόγο. Χύμα είπαμε και το εννοούμε.

Όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά, πάντα πάντα θα `ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει.


Άντε και από Τετάρτη, Πέμπτη ή όποτε τέλος πάντων σας 

φωτίσει ο Θεός να γυρίσετε βλέπουμε. Τα προβλήματα εκεί 

θα είναι δεν χάνονται. Ανοίξτε ένα κουτάκι στο μυαλουδάκι

σας, βάλτε τα μέσα κλειδώστε και βάλτε το κλειδί στην … 

Πέμπτη.



Πάμε.

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Καυγάδες

Ο δημόσιος καυγάς της περασμένης εβδομάδας είχε να κάνει με το ποιος θα κρατάει την σημαία στις παρελάσεις των δημοτικών σχολείων.

Αν ήσουν αντιπολιτευόμενος, δεν σε πείραξαν οι αναχρονιστικές, μίζερες, κομματοσκυλικές  διατάξεις που περνάει αυτός ο νόμος, αλλά σε πείραξε το ποιος θα κρατάει την σημαία στο δημοτικό.

Αν ήσουν συμπολιτευόμενος, δεν σε πείραξε το ότι οι παρελάσεις που μισούσες όσο ήσουν στο 4% καλά κρατούν αλλά τρέχεις να υπερασπιστείς την λοταρία των σημαιοφόρων και αν είναι δυνατόν και μια θέση μπροστά μπροστά στην εξέδρα.

Πιάσαμε μετά τον νταλκά με τον Γαβρόγλου που δεν πήγε φαντάρος. Φίλε, ο Γαβρόγλου είναι ένας από εμάς. Αν έχεις τα πολλά φράγκα ή τις διασυνδέσεις ή και τα δύο θα προσπαθήσεις να μην πας στρατό. Όπως έκαναν τόσοι πολιτικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, γόνοι εύπορων οικογενειών, τιμημένα λαμόγια, που καλά θυμάσαι αλλά κάνεις πως ξεχνάς, στο παρελθόν και όσο μπορούν θα κάνουν και στο μέλλον.  Αν δεν φτάνουν τα φράγκα ή τα κονέ για να την κοπανήσεις εντελώς, τότε πιάνεις να βρεις το θείο του μπατζανάκη του ξαδέλφου σου που είναι στο ΓΕΣ και θα σου κανονίσει την μετάθεση ή την λούφα. Αν δεν έχεις τίποτα από αυτά, πας στην Καβύλη και όταν με το καλό τελειώσεις έχεις τον Γαβρόγλου, και τον κάθε Γαβρόγλου, να σου κουνάει το δάχτυλο στην μούρη.

Αν, ας πούμε, ο Γαβρόγλου ήταν πολιτικός στις ΗΠΑ και έσκαγε κάτι τέτοιο δεν θα έβρισκε πέτρα να κρυφτεί από κάτω.  Στην Ελλάδα οι μισοί, ακόμα και αν δεν το λένε, τον σκέφτονται για μάγκα που ίσως κατάφερε αυτό που δεν κατάφεραν αυτοί. Σίγουρα δεν θα χάσει την θέση του για ένα ζήτημα ηθικής τάξης και θα έχει και το θράσος και την αναίδεια να εμφανίζεται ως τιμητής των πάντων.

Και πιάσαμε τον νταλκά με την αριστεία. Η ΝΔ την έκανε σημαία της και την κουνάει όπου βρει. Έχει πάρει τα πνευματικά δικαιώματα και θα την γυρίσει και ταινία, που λένε. Ας ψαχτεί λιγάκι με τα στελέχη της, αυτά που προβάλλονται τουλάχιστον, και αυτά που ας πούμε κατά καιρούς έχουν γίνει υπουργοί και έχουν καταλάβει δημόσια αξιώματα και μετά αν νιώσει τόσο σίγουρη ας σηκώσει όσες σημαίες θέλει.  Οι άλλοι, οι κεφτέδες του ΣΥΡΙΖΑ, ξέρουν τι ψάρια πιάνουν και λουφάζουν πετώντας την μπάλα στις κερκίδες γνωρίζοντας ότι αυτοί, ως κυβέρνηση έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων.


Φτάσαμε και στην Κυριακή με το χρυσό της Στεφανίδη. Μπράβο στην κοπέλα, που αποδεικνύει ότι είναι μια μεγάλη αθλήτρια. Ατυχώς και αυτή φαίνεται να ζητάει την τύχη της έξω από την Ελλάδα και κανένας δεν μπορεί να την αδικήσει για αυτό. Τώρα η σύνδεση της νίκης της με τους σημαιοφόρους του δημοτικού είναι τουλάχιστον ατυχής. Στις μεγάλες στιγμές θα πρέπει να είμαστε και εμείς μεγάλοι. Αν δεν μπορούμε, τουλάχιστον ας προσποιηθούμε. Παγκόσμια ημέρα οργασμού ξημερώνει αύριο… Καλημέρα.

Εικονίτσες χωρίς λογάκια

Τι κατάλαβα από την σύντομη βόλτα μου στα social media του καλοκαιρινού ΣΚ.

Το καλοκαίρι δεν είναι για πολλά λόγια. Φωτογραφίες, φωτογραφίες, φωτογραφίες. Κανένας δεν διαβάζει.

Το φεγγάρι του Αυγούστου είναι μια άσπρη θολή κουτσουλιά σε μαύρο φόντο και πρέπει να την δείξουμε σε όλους γιατί πού να σηκώνουν τα μάτια τους προς τον ουρανό, να το καμαρώσουν μέσ’ την λάμψη του. Είναι γνωστό ότι το φεγγάρι φαίνεται μόνο από εκεί που είμαστε εμείς. Όσο πλησιάζει η πανσέληνος η κατάσταση θα επιδεινωθεί.

Το φαγητό πρώτα το φωτογραφίζουμε και ύστερα το τρώμε. Και άντε να πεις ότι το μαγείρεψες εσύ, να πω κουράστηκες, καμαρώνεις και θέλεις να το μοιραστείς μαζί μας. Να κάνεις κοκο σαν την κότα ή κικιρικου σαν τον κόκορα. Στο εστιατόριο;

Έχουμε φάει τα καλαμαράκια, τα μύδια, το σκουμπρί και την σαρδέλα. Έχουμε πιεί τα ούζα μας. Το τραπέζι θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο. Φωτογραφίζουμε τα άδεια πιάτα με ότι έχει απομείνει, ένα λεπτό πριν ο σερβιτόρος να έλθει και να πει «να τα μαζέψω να φέρω γλυκάκι;».  Σαφές μήνυμα (τρίβοντας την κοιλίτσα) «φάγαμε και σήμερα!» γκρουκ. Μάσαλα!

Αν είσαι νέος – νέα και πέρασες τον χειμώνα να χτυπιέσαι στα γυμναστήρια βγάζεις φωτογραφία ολόσωμη με σαφές μήνυμα «φάτε μάτια ψάρια». Τα σχόλια θαυμασμού, ανάλογα με το θέμα. Περίπου σα να πέρασες από το «εστιατόριο που τρων τα συνεργεία και μπήκε το θέμα σου έτσι στ’ αστεία". Ω ρε μάνα μου!

Αν είσαι λίγο ή πολύ μεγαλύτερος – μεγαλύτερη και η σχέση σου με το σώμα σου περνάει κρίση, για να το θέσω κομψά, τότε βγάζεις νυχάκια, μπουτάκια, φωνογραφημένα από την σωστή γωνία ή σε πιο δύσκολες περιπτώσεις σκέτο τον φρέντο με το καλαμάκι του και το ιδρωμένο ποτήρι της μπύρας. Αν θέλεις να περάσεις και ένα μήνυμα ποιότητας δεν κάνει κακό να έχεις και ένα βιβλίο στο πλάνο, τάχα μου δήθεν «στην παραλία με ένα βιβλίο και τίποτα άλλο».

Χαζομπαμπάδες-μαμάδες-παππούδες-γιαγιάδες βγάζουν φωτογραφίες τα καμάρια τους σε πόζες όλο τσαχπινιά μέσα στην άμμο, με ή χωρίς μαγιό, στα ρηχά με τα μπρατσάκια, με το παγωτό που έχει βάψει όλο το πρόσωπο και σκασίλα του, του πιτσιρικά. Αποφεύγουν την φωτογράφιση όταν το πιτσιρίκι κλαίει και οδύρεται σηκώνοντας την παραλία στον πόδι, ή όταν το φωνάζει η μαμά για να φάει τον κεφτέ ή για να τα μαζέψουν και να φύγουν «γιατί έχει να βάλει και τηγάνι και αν σε ξαναφέρω εδώ να μου τρυπήσεις τη μύτη».

Αν είσαι κυρία που δεν είσαι πλέον στην πρώτη νιότη, αλλά περνάει ακόμα η μπογιά σου, που λέγανε και οι παλιοί, τότε βγάζεις φωτογραφία προσώπου κοντινή με την ανάστροφη της παλάμης τοποθετημένη όλο χάρη, κάτω από το πιγούνι (because progouli never lies). Καλού κακού περνάς και ένα, δύο, τρία, φίλτρα και πέφτει μια θολούρα στην εικόνα ή στα επίμαχα σημεία, που κάνει αυτόν που χαζεύει την φωτογραφία, να καθαρίζει με μανία την οθόνη του κινητού από αυτό που νομίζει για δαχτυλιά.

Ο ψαράς έπιασε ψάρια. Θα τα τοποθετήσει σαν φανταράκια στην παρέλαση, αν είναι λίγα και μικρά, ή θα τα κρατάει με δυσκολία από τα βράγχια στην σπάνια περίπτωση που είναι μεγάλα. Όχι για να μην μας λένε ψεύτες μερικοί μερικοί.

Αυτές τι μέρες κάνει ζέστη. Τις επόμενες ημέρες λένε ότι θα κάνει ακόμα περισσότερη. Τα λέμε αλλά ποιος τα πιστεύει. Βγάλε φωτογραφία το θερμόμετρο στο ταμπλό του αυτοκινήτου για να πειστούν και οι πλέον άπιστοι. Δεν παίζουμε με αυτά. Καλοκαίρι με ζέστη; Έλα Χριστέ και Κύριε!

Τέλος αν δεν έχεις πάει κάπου και βράζεις στο ζουμί σου μέσα στην πόλη, κανένα πρόβλημα. Μην ζηλέυεις αυτούς που κώλο δεν έβαλαν κάτω. Μπες μέσα στον Γούγλη και κατέβασε εικόνες από τον προορισμό που θα ήθελες να επισκεφτείς. Διάλεξε, ας πούμε, τη λίμνη Κόμο που έχει το τσαρδάκι του και ο Τζορτζ ο καφεπότης με την κρυόκωλη και τα δίδυμα. Βάλε εικόνες με την καρδιά σου χωρίς σχόλια. Εσύ δεν θα έχεις πει ψέματα, αλλά όλοι θα σε έχουν συνδέσει με την όμορφη, κυριλάτη περιοχή και τον κομψό γείτονα.  


Όλα αυτά τα γράφω γιατί είμαι γκρινιάρης εκ πεποιθήσεως, με την σιγουριά ότι κανένας δεν θα τα διαβάσει αφού δεν έχουν εικονίτσες και είναι μόνο λογάκια. Καλή Κυριακή.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Η εκδρομή

Ο κύριος Πέτρος και ο κύριος Τάκης είναι, που λες, συνταξιούχοι. Ψηλός, μονίμως χαμογελαστός, χοντρομπαλάς, πειραχτήρι σαν μικρό παιδί, αλλά με μια μουστάκα βούρτσα ο πρώτος. Αδύνατος, φαλακρός με ελαφριά καμπούρα και ένα αστείο βάδισμα λόγω ενός παλιού προβλήματος στη μέση, «παράσημο» από την εποχή που ήταν αθλητής του στίβου στα νιάτα του, ο δεύτερος.

Φρέσκος συνταξιούχος διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας ο κύριος Πέτρος, έμεινε στο πόστο του αρκετά ώστε να δει από την τρέλα του χρηματιστηρίου μέχρι την ξεφτίλα των capital controls. Απόστρατος πλέον στρατιωτικός γιατρός ο κύριος Τάκης. Ούτε που μπορούσε να υπολογίσει πόσα χέρια, πόδια και γοφούς είχε κάνει καλά στην καριέρα του, αλλά τον εαυτό του δεν κατάφερε ποτέ να τον γιατρέψει.

Φίλοι από παιδιά, συναντιόταν κάθε πρωί στις 7 ακριβώς έξω από την ΧΑΝΘ για να πάνε την πρωινή τους βόλτα στην παραλία. Ούτε κάρτα να χτυπούσαν. Ζέστη, κρύο, βροχή, χιόνι, αυτοί εκεί σταθεροί και ακριβείς στο ραντεβού τους. Μόνο μια μέρα φέτος τον χειμώνα, τότε με τα πολλά τα χιόνια, πήραν υποχρεωτικά ρεπό υποκύπτοντας στην γκρίνια των γυναικών τους. «Πού θα πας βρε ευλογημένε μέσα στα χιόνια. Να πέσεις, να σπάσεις κανένα πόδι να έχουμε και άλλα. Ξέρεις από τι λένε ότι πάει ο γέρος, ε; Καθήστε στα αυγά σας και αύριο μέρα είναι».

Έπαιρναν καφέ σε πλαστικό ποτήρι από ένα φούρνο που τον είχε ένα ευρώ και τους έδινε και δώρο νεράκι. Έπαιρναν και ένα κουλούρι με σουσάμι και το μοιράζονταν στα δύο. Οι ζαμπονοτυρόπιτες και τα κρουασάν ανήκαν στο παρελθόν. Καμάρωναν πολύ για την ανακάλυψη τους. Ο κύριος Πέτρος είχε υπολογίσει και πόσο κέρδος είχαν τον μήνα, σε σχέση με τους καφέδες που πουλούσαν τα μεγάλα μαγαζιά και οι αλυσίδες. Το είχε βάλει στη ζυγαριά με τις μειώσεις στις συντάξεις, αλλά πάλι χαμένος έβγαινε.

Τώρα το καλοκαίρι, με τις ζέστες, ζοριζόταν λίγο παραπάνω στο περπάτημα. Σήμερα το πρωί πήραν την απόφαση να πάνε εκδρομή, σε μέρη δροσερά. Πήραν το οχτάρι από την στάση στον Μεγαλέξανδρο και κατέβηκαν στο τέρμα στο ΙΚΕΑ. Περπάτησαν για λίγο, πάντα με τα καφεδάκια τους στο χέρι, και έφτασαν στο Διαβαλκανικό. Πέρασαν την πύλη με τους γρανίτες, πειράχτηκαν αναμεταξύ τους για την σχέση των σιντριβανιών και του προστάτη τους και πήραν ένα από τα γυάλινα ασανσέρ. Κατέβηκαν στον δεύτερο όροφο και κατευθύνθηκαν στη γωνία με τον μεγάλο δερμάτινο καναπέ. Ευτυχώς ήταν ελεύθερος. Στρογγυλοκάθισαν και είχαν θέα μέχρι τη θάλασσα. Το σημείο το είχε ανακαλύψει ο κύριος Τάκης, πριν από μια βδομάδα που είχε έλθει να δει έναν ξάδελφο του που είχε κάνει εγχείρηση. Η θέα μοναδική. Δροσιά, δεν το συζητάμε, άνετα φορούσες μια ζακετούλα. Η παρέα σταθερή και ο καφές από τον φούρνο ανακάλυψη. Τι άλλο να ζητήσει ο συνταξιούχος για να είναι ευτυχισμένος;

Πέρασαν ένα υπέροχο πρωινό. Κάθε τόσο περνούσε κάποιος και αυτοί τον σχολίαζαν χαμηλοφώνως, σαν μαθητές στο πίσω θρανίο που προσπαθούσαν να μην τραβήξουν την προσοχή του δασκάλου. Είδαν ανθρώπους που έμπαιναν και έβγαιναν στα χειρουργεία, είδαν συγγενείς αγχωμένους ή χαμογελαστούς και ανακουφισμένους. Βαριεστημένους νοσοκόμους και κομψευόμενους γιατρούς που περπατούσαν βιαστικοί μιλώντας στο iphone.

Είδαν διάφορα μέχρι που ήλθε η ώρα να σχολάσουν. Το φαγητό στο σπίτι σερβιριζόταν πάντα την ίδια ώρα και όποιος δεν ήταν συνεπής μπορεί νηστικός να μην έμενε, αλλά υπέφερε από την γκρίνια. Ακολούθησαν λοιπόν το αντίθετο δρομολόγιο. Έπαθαν βέβαια ένα μικρό σοκ όταν βγήκαν από το κρύο του κλιματισμού στην κάψα του μεσημεριού αλλά βέβαια αυτό ήταν αναμενόμενο.


Θα είχαν πολλά να διηγηθούν στις γυναίκες τους καθώς θα εξιστορούσαν την βόλτα τους … στην παραλία. Όταν χωριζόταν ο κύριος Πέτρος γύρισε και είπε στο κύριο Τάκη, μιμούμενος την σκηνή του Μπόγκαρντ με την Μπέρκμαν στην Καζαμπλάνκα «We will always have Diavalkaniko”. 

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Φίλοι για πάντα

Ο Νίκος και η Ελένη, επτά και έξι χρόνων. Αχώριστοι. Εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα αντίθετα φύλα να μην χωνεύονται σε αυτές τις ηλικίες.  Οι μαμάδες τους κωλητές από το σχολείο. Τα σπίτια τους δίπλα δίπλα στην Χαλκιδική. Τα καλοκαίρια τους κοινά, από τότε που άνοιξαν τα μάτια. Παραθέριση και ρουτίνα της θάλασσας.

Σήμερα δεν γκρινιάζουν όπως κάθε μέρα. Δεν δίνουν σημασία στα παιχνίδια που κουβαλάνε γι αυτούς οι μαμάδες στην παραλία, μέσα σε μεγάλες μπλε σακούλες του ΙΚΕΑ. Δεν ζητιανεύουν γκρινιάζοντας το κινητό του μπαμπά για να παίξουν «ένα παιχνίδι, μόνο ένα σε παρακαλώ».

Ξεκίνησαν παράλληλα να σκάβουν την άμμο με τα γυμνά τους χέρια. Χωρίς φτυάρια. Χωρίς τζουγκράνες. Αυτά ήταν για τα μωρά… Πρώτα σιγά σιγά, νωχελικά. Ύστερα πιο γρήγορα, με έξαψη. Έσκαβαν και τα νύχια έσπαζαν καθώς έπεφταν επάνω σε πετραδάκια και κοχύλια. Η χοντρή άμμος, τους γρατζουνούσε τα χέρια. Πρώτα στεγνή και σκληρή. Όσο βάθαιναν, άρχισε να νοτίζει. Δεν άργησαν να βρουν νερό. Κοιτάχτηκαν με μάτια που έλαμπαν. Δύο παράλληλα πηγάδια που είχαν πλέον βαθύνει. Τα χέρια τους έμπαιναν μέσα μέχρι τον ώμο. Κάθε φορά και πιο βαθιά.

Το νερό σχημάτιζε μια μικρή λιμνούλα, εκεί κάτω. Άρχισαν λίγο λίγο με τις άκρες των δαχτύλων να «τρώνε» την άμμο οριζόντια. Τώρα έβγαζαν μικρότερη ποσότητα κάθε φορά. Μετά από λίγο τα πρόσωπα τους έλαμψαν. Τα δάχτυλα ακουμπίθηκαν. Τα πηγάδια ενώθηκαν. Συνωμοτικά βλέμματα και πνιχτά γελάκια. Έδωσαν τα χέρια σε μια μυστική χειραψία.


Φίλοι για πάντα.