Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Ηλίθιων αυτοτραυματισμών το ανάγνωσμα

Χρόνους πολλούς πριν την κρίση την πουν κρίση, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα κληθείς και «Μουγκός», δοκιμάστηκε στον κόντρα ρόλο του αθλητού και αποχώρησε του γηπέδου υποβασταζόμενος, αφού προηγουμένως πάτησε μπάλα ποδοσφαίρου.

Τον διεδέχθει ο πρωθυπουργός Γεώργιος, γνωστός και ως «Γιωργάκης», παιδί του μπαμπά τους και εγγονός του παππού του. Ο άνθρωπος αυτός, με σαφή κλήση προς τα σπορ, υπερέβη εαυτόν προσπαθώντας να επανατοποθετήσει την αλυσίδα ποδηλάτου, εν κινήσει. Αυτό που κατάφερε ήταν μια γενναία βούτα και ένα ατύχημα που χάρισε για μέρες γέλιο στα πικραμένα στόματα των Ελλήνων.

Τον Γεώργιο, γνωστό και ως Γιωργάκη, διαδεχθεί ο Αντώνης ο πιτσαδόρος. Γι αυτόν δεν μάθαμε αν είχε κάποιο ντροπιαστικό ατύχημα. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ότι ήταν προσεχτικός, είτε ότι είχε γύρω του ανθρώπους που τον προφύλασσαν από τις κακοτοπιές και την αρνητική δημοσιότητα.

Ήλθε η σειρά του Αλέξη, του γνωστού και ως «Πινόκιο» να κυβερνήσει. Αυτός κατάφερε να αυτοτραυματιστεί παίζοντας με ένα ψαροντούφεκο. Η μισή Ελλάδα γελά και οι άλλοι φωνάζει «φτου αστόχησες, ξαναπροσπάθησε». Υπάρχουν και αυτοί που υποψιάζονται ότι το ατύχημα συνέπεσε ύποπτα με την ανάρτηση των εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ, που μόνο γέλιο δεν χάρισαν στους Έλληνες.

Του τελευταίου πρωθυπουργικού ατυχήματος είχε προηγηθεί αυτό του υπουργού Κατρούγκαλου, αυτουνού με το μαντηλάκι και τον κατάπτυστο ομώνυμο νόμο, ο οποίος μπέρδεψε το ζεστό με το κρύο στο λουτρό προκαλώντας εγκαύματα στα πόδια του αλλά και έντονα ερωτήματα ως προς την διανοητική ικανότητα του, στους Έλληνες.

Αβίαστο συμπέρασμα όλων αυτών;
Ο κύριος Κατρούγκαλος είναι φτιαγμένος από τα υλικά που φτιάχνουν τους Έλληνες πρωθυπουργούς και κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ο επόμενος που θα αναλάβει τις τύχες των Ελλήνων.  

Φήμες ότι οι ευάριθμοι υποψήφιοι αρχηγοί του κεντροαριστερού σχήματος, παραθέτουν βιογραφικά με ιστορικά ηλίθιων αυτοτραυματισμών, διαψεύδονται ως ανακριβείς.


Καλημέρα.

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Σεπτέμβριος στην πόλη μας

Ακολουθεί έκθεση του μικρού Παναγιωτάκη με θέμα «Σεπτέμβριος στην πόλη μας».

Εγώ με την οικογένεια μου μένουμε στη Θεσσαλονίκη. Είναι μια μεγάλη πόλη, που όλο τον χρόνο είναι συμπρωτεύουσα της Ελλάδας και τον Σεπτέμβριο γίνεται «πρωτεύουσα των Βαλκανίων». Έτσι τουλάχιστον μας λέει ένας κύριος που είναι και πρωθυπουργός. Ο κύριος αυτός κάθε τόσο αλλάζει, αλλά η πόλη μας παραμένει πρωτεύουσα των Βαλκανίων για μια εβδομάδα.

Η πόλη μας έχει άσχημους δρόμους με λακκούβες και όταν περνάμε με το αυτοκίνητο κάνει ντονγκ ντονγκ. Είναι σα να βρισκόμαστε στα παιχνίδια του λούνα παρκ και εμένα πολύ μου αρέσει αλλά η μαμά μου θυμώνει και βρίζει και λέει «άχρηστοι ούτε ένα δρόμο δεν μπορείτε να συντηρήσετε». Και ο μπαμπάς μου της λέει «σώπα, κοίτα που τώρα βάλανε λίγη άσφαλτο»  και εγώ το βλέπω ότι ο μεγάλος ο δρόμος που πάει από το σπίτι μας στο κέντρο έχει μερικά κομμάτια με νέα άσφαλτο και είναι σαν την μικρή μας αγελάδα που έχει μεγάλες βούλες. Φαίνεται ότι δεν έφτανε για να βάλουν παντού, αλλά εμένα μου αρέσει γιατί τώρα κουνάει ακόμα πιο πολύ και όλο λέω στον μπαμπά μου να πάμε από αυτόν τον δρόμο του λούνα παρκ αλλά η μαμά πάλι βρίζει.

Στη Θεσσαλονίκη όταν δεν πάμε κάπου με το αυτοκίνητο, παίρνουμε το λεωφορείο. Τα λεωφορεία είναι παλιά και βγάζουν καπνό. Έχουν και πολύ κόσμο και εμένα με ζουλάνε και επειδή είμαι μικρούλης και κοντούλης όλο βλέπω πωπούς και ο μπαμπάς μου, μου λέει υπομονή φτάνουμε.  Όταν ανεβαίνεις επάνω στο λεωφορείο πρέπει να βγάλεις εισιτήριο. Αν δεν έχεις ακριβώς τα λεφτά σε τιμωρούν και δεν σου δίνουν ρέστα. Η μαμά μου, τα Χριστούγεννα που λέω τα κάλαντα, μου παίρνει τα χρήματα που μαζεύω και μου λέει «έλα να σου τα κάνω χοντρά» και μου δίνει κάτι χάρτινα και έτσι έχει για να δίνει στα λεωφορεία και λέει «να μην κάνουμε μάγκες τους κλεφταράδες». Ο μπαμπάς μου λέει ότι τώρα τα λεωφορεία έγιναν αριστερά και είναι χαρούμενος γιατί ότι είναι αριστερό είναι καλό. Αλλά τον αδελφό μου που έγραφε με το αριστερό φαγώθηκαν να τον μάθουν να γράφει με το δεξί. Περίεργα πράγματα.

Τον Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη έχουμε και μια μεγάλη έκθεση. Έρχεται κόσμος από παντού για να δει διάφορα ωραία πράγματα. Την πρώτη μέρα έρχονται οι πρωθυπουργοί και οι επίσημοι και ο κόσμος μαζεύεται από έξω και φωνάζει και βρίζει, γιατί πού να τους βρεις τους πρωθυπουργούς και του επίσημους τις άλλες μέρες του χρόνου για να τους φωνάξεις και να τους βρίσεις. Πάνε σε ένα μεγάλο σπίτι που το λένε Βελλίδειο και ο κύριος πρωθυπουργός λέει τι ωραία που είναι η ζωή και τι καλά τα κάνει εκείνος και οι φίλοι του και πώς θα πάμε ακόμα πιο καλά. Αυτοί που είναι μέσα χειροκροτάνε και αυτοί που είναι από έξω βρίζουνε. Και η μαμά μου λέει ότι έτσι είναι η ζωή. Αυτοί που είναι στην από μέσα χειροκρατάνε και αυτοί που είναι στην απ’έξω βρίζουνε. Ο μαμά μου λέει και ότι όλοι είναι ψεύτες και μας φλομώνουν στο ψέμα κάθε χρόνο αλλά ο μπαμπάς μου τη μαλώνει και της λέει να μη μιλάει γιατί το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» μας έδωσε τη νίκη.

Φέτος στην έκθεση θα φέρουν και ένα βαγόνι από το μετρό. Και πέρσι μας είχαν φέρει ένα βαγόνι από μετρό και πολύ μου άρεσε. Μπήκαμε μέσα με τον αδελφό μου και παίζαμε «μεγαλούπολη». Από ότι κατάλαβα, η έκθεση είναι ένα μέρος που πας με τα λεωφορεία που βγάζουν καπνό και δεν δίνουν ρέστα, για να δεις τα βαγόνια του μετρό που δεν έχεις. Ο μπαμπάς μου λέει να μην γκρινιάζουμε γιατί το μετρό θα γίνει και μήπως οι άλλοι καλύτερα τα έκαναν. Σιγά σιγά καλό είναι να συνηθίζουμε τα βαγόνια για να μη μας έλθει ξαφνικό και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε.


Η πόλη μας είναι ωραία όλο τον χρόνο αλλά τον Σεπτέμβριο, είναι ακόμα καλύτερη.

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Το τελευταίο μπάνιο

Το λύσαμε το θέμα ποιος σκοτώνει καλά τους αντιφρονούντες ή να το συνεχίσουμε; Έχουμε και κάτι μπάνια να κάνουμε και είναι και τα τελευταία και μετράνε διπλά. Είναι σαν τα μπάνια της αρχής. Έκανα το πρώτο, έκανα το δεύτερο, μετά χάνεις το μέτρημα. Τώρα στο τέλος, αναρωτιέσαι αν θα είναι το σημερινό το τελευταίο ή αν θα αντέξει το σύστημα ένα ΣΚ ακόμα.

Κάπως έτσι είναι και η ζωή μας. Ξεκινάει και μετράμε μέρες και μήνες. Το μωρό μας είναι 10 ημέρων. Έγινε 13 μηνών. Μετά χάνεται η μπάλα. Περνάνε τα χρόνια και ούτε που καταλαβαίνεις πώς βρεθήκαμε από το Πάσχα στα Χριστούγεννα. Μετά με τούτα και με εκείνα, παραμεγαλώνεις και τα χρόνια σου αρχίζουν και μετράνε σκυλίσια.

Ένας παππούς είναι 98 και σε τρεις μήνες γίνεται 99. Το κοινό φωνάζει «εκατό, εκατό, κατοστάρα, εκατό». Ο παππούς, αν είναι σε καλή κατάσταση, περνάει ζωή χαρισάμενη. Γιορτάζει τα γενέθλιά του κάθε μέρα. Εκπλήσσεται που ξύπνησε. Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, το ταίρι του ίσως, έχουν «φύγει». Εκείνος τσιμπιέται και βλέπει ότι είναι ακόμα ζωντανός, στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα. Τι ωραία αίσθηση!

Τους έχει πλέον όλους γραμμένους. Ο γιατρός που του είχε βάλει τη δίαιτα, πέθανε από χρόνια. Θα βγει έξω να πιεί ένα ουζάκι στον ήλιο. Θα φάει και τα παστά που τόσο του αρέσουν και που του φουσκώνουν τα πόδια και τα κάνουν σαν κορίνες του μπόουλινγκ.

Σκέφτεται να αρχίσει και πάλι το τσιγάρο που είχε κόψει στα σαράντα, μετά από το επεισόδιο με την καρδιά. Αλλά γιατί τσιγάρο. Καλύτερα πούρο. Άμα είναι να Τουρκέψω ας γίνω αγάς. Εκπτώσεις στα όνειρα και τα θέλω, ποτέ ξανά. Τελικά ασυμβίβαστος μπορείς να είσαι, στα νιάτα σου που έχεις την άγνοια και στα γεράματα που τα ξέρεις όλα και δεν έχεις να χάσεις τίποτα.

Για άλλες καταχρήσεις δεν το βλέπει να τα καταφέρνει αλλά θα πορευτεί με αυτές που μπορεί να έχει. Τώρα που μεγάλωσε είδε ευτυχώς τα πράγματα καθαρά. Νέος αγωνιζόταν για ιδεολογίες. Για κόμματα. Για παρατάξεις. Μάλωνε με τους φίλους του. Είχε χαλάσει σχέσεις για τον Μεταξά, για τον Γέρο, για τον Αντρέα, για τον Μητσοτάκη. Τώρα η εικόνα μεγάλωσε και ήταν πιο καθαρή. Περιέργως από απόσταση όλα φαινόταν πιο καλά. Λες να βοήθησε εκείνη η εγχείρηση στα μάτια που είχε κάνει όσο ζούσε η γυναίκα του; Μετάνιωσε γιατί έδωσε πίστη σε αδίστακτους τσαρλατάνους που ο μόνος τους νταλκάς ήταν να ικανοποιήσουν την δίψα τους για εξουσία και χρήμα.
Καμιά φορά του έμπαινε στο μυαλό να πάρει την καραμπίνα που είχε παλιά για το κυνήγι, να κατέβει στην Αθήνα και να πάρει όσο περισσότερους μπορούσε μαζί του. Για εκείνον δεν το ένοιαζε πλέον. Τι σήμερα, τι αύριο. Κοντεύουμε. Μετά πάλι σκεφτόταν ότι, τίποτα δεν θα άλλαζε. Έναν θα έπαιρνε μαζί του, δύο θα ξεφύτρωναν. Δεν φταίνε αυτοί που τα λένε, αλλά αυτοί που τους πιστεύουν και τους στηρίζουν. Όσο υπάρχει τράπουλα, θα βγαίνουνε ρηγάδες και όσο υπάρχουν δάσκαλοι θα βγαίνουν μαθητάδες. Και όσο υπάρχουν θύματα θα βγαίνουν αυτοί που θα τους δουλεύουν.

Κοίτα τώρα πού καταλήξαμε από το τελευταίο μπάνιο, που μπορεί και να μην είναι τελευταίο, μπορεί να μην είναι και μπάνιο... Καλημέρα.

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Κιθαρίστας ή ντράμερ

Τώρα πλάκα με κάνεις, ε;

Δηλαδή δεν σε νοιάζει που αν αρρωστήσεις θα πας σαν το σκυλί στ’αμπέλι αν δεν έχουν περισσέψει τίποτα λεφτουδάκια κάτω από το στρώμα.

Δεν σε νοιάζει που στη μέση του μήνα τελειώνουν τα λεφτά και που κάθε μήνα η μέση αυτή μεταφέρεται όλο και περισσότερο προς την αρχή.

Δε σε νοιάζει το παιδί σου που φεύγει στα ξένα για να βρει δουλειά και εσύ το κοιτάς το ζηλεύεις και λες «αχ να ήμουν δέκα χρόνια νεότερος να έφευγα και εγώ».

Δεν σε νοιάζει που κάθε μήνα βγαίνει ένας νέος φόρος, ένα νέο χαράτσι, μια νέα εισφορά. Κάθε μια πιο παράλογη και εξοντωτική από την προηγούμενη.

Δεν σε νοιάζει που πληρώνεις κάθε μέρα περισσότερο για υπηρεσίες που γίνονται χειρότερες στην παιδία, στην υγεία, στην δικαιοσύνη, στη δημόσια διοίκηση.

Δε σε νοιάζει που η σύνταξη του παππού κάθε μήνα μειώνεται και παρ΄όλα αυτά παραμένει μια σοβαρή πηγή εισοδήματος, αν όχι η μόνη, για πάρα πολλές οικογένειες.

Δε σε νοιάζει που μας την πέσαν Τούρκοι, Αλβανοί, Σκοπιανοί, τώρα που είδαν ότι δεν μπορούμε.

Δε σε νοιάζουν οι λαθρομετανάστες που συνεχίζουν να φτάνουν και να στοιβάζονται σε «δομές» ντροπής και ρεμούλας.

Δεν σε νοιάζουν τα παιχνίδια με τους θεσμούς.

Δε σε νοιάζει που δεν βλέπεις φως από πουθενά. Που δεν υπάρχει σχεδιασμός ούτε για την επόμενη μέρα.

Σε έπιασε ο πόνος για την σύγκριση ναζισμού – κομμουνισμού. Γιατί να σε νοιάζουν όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα που δεν έγραψα, αν δεν έχει ξεκαθαριστεί, πέρα από κάθε αμφιβολία, αν του αντιφρονούντα της ΕΣΣΔ του άξιζε, ενώ η δολοφονία του Εβραίου ήταν λάθος και έγκλημα.

Τσίμπα με μανία, σαν τον σπάρο στο σκουλήκι,  στις μπαρούφες που θα πετάξει εσκεμμένα ή γιατί τόσο του κόβει, ο κάθε βλαμμένος «απόλυτο τίποτα», που είδε κάμερα και άρχισε να μιλάει.

Συνέχισε να ξεμαλλιάζεσαι με τον αδελφό, τον φίλο, τον γείτονα, όπως έκανες και πριν από δύο καλοκαίρια. Μην του μιλάς. Είναι με τους «άλλους». Έτσι είναι πιο καλά. Να μην μιλιέστε, να μην λέτε τον πόνο σας, να μην συνεργάζεστε. Έτσι θα μπορεί η βασιλεία της κενότητας να διαιωνίζεται.

Συνέχισε και όταν τελειώσεις σου έχω νέο πεδίο αντιπαράθεσης. Καθαρεύουσα ή δημοτική. ΠΑΟΚ ή ΑΡΗΣ. Κιθαρίστας ή ντράμερ.

Κάποιοι πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους ανενόχλητοι, όσο τα παιδάκια παίζουν μαλώνοντας στην αυλή.


Καλημέρα.

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ξέρεις από slefie;

Θέλει τέχνη η selfie. Δεν μπορεί να την βγάλει επιτυχώς ο καθένας.

Μελέτες έδειξαν ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός που βρίσκεται κάτω από την ηλικία των 25 ετών και μεγάλωσε δίπλα σε  ένα κινητό τηλέφωνο, έχει το ένα του χέρι μεγαλύτερο από το άλλο για να μπορεί να παίρνει την selfie την καλή.  

Αλί σε μας τους φίφτι σάμθινγκ που όταν έρχεται η ώρα της αυτοφωτογράφισης παθαίνουμε πανικό. Δεν είναι μόνο ανατομικό το πρόβλημα, με τα ισομήκη χέρια. Στις ελάχιστες προσπάθειες που έχω κάνει να βγάλω selfie απέτυχα οικτρά. Μου πήρε μια ώρα να μπορέσω να βρω πού είμαι εγώ και πού κοιτάει η κάμερα. Αγωνίστηκα με πάθος να μπω ολόκληρος στο κάδρο και όταν τα κατάφερα είχα το ύφος τους τερματοφύλακα που αγωνιά πριν από το πέναλτι. Φυσικά, για να βάλω και άλλους μαζί μου ούτε συζήτηση. Μου ερχόταν να φωνάξω, παραφράζοντας τον Βέγγο, «ξέρεις από selfie;» μπας και έλθει να με βοηθήσει κανένας Χριστιανός. Όταν επιτέλους πάτησα το κουμπί και γύρισα στην οθόνη να δω τι ψάρια έπιασα, διαπίστωσα ότι η κίνηση του δαχτύλου για να πατήσει το κουμπάκι με είχε αφήσει με ένα μάτι, ένα αυτί ενώ παρουσίαζε ως κύριο θέμα τον σκουπιδοτενεκέ πίσω μου.

Σήμερα το πρωί στη θάλασσα είχα δίπλα μου μια παρέα πιτσιρικάδων. Δεν θα πω «νέων» για ευνόητους λόγους. Εκεί που καθόταν και μιλούσαν σχολιάζοντας την επικαιρότητα κάθε τόσο κάποιος έβγαζε το κινητό του, έδινε μια παράξενη γωνία στον καρπό του και τραβούσε φωτογραφία όλη την παρέα. Η οποία παρέα, προφανώς εκπαιδευμένη, σταματούσε ότι έκανε και έλεγε και έπαιρνε την επίσημη selfoφατσα της. Μετά με κοφτές κινήσεις έκαναν τη φωτογραφία share σε όποιο από τα social media αγαπούσε ο καθένας και μετρούσε αντιδράσεις. Η όλη προσπάθεια έπαιρνε δευτερόλεπτα. Σκεφτόμουν, όχι χωρίς φθόνο, ότι ο δικός μου καρπός δεν μπορεί να πάρει αυτή τη γωνία. Αν έπαιρνε σίγουρα θα καθόμουν γωνιά Τσιμισκή και Αριστοτέλους και θα ζητιάνευα, μυρίζοντας τα τσουρέκια του Τερκενλή «ελεήστε τον παραμορφωμένο». Άσε που δεν έχω selfόφατσα.


Γι αυτό σε λέω. Θέλει αρετή και τόλμη (και εκπαίδευση φυσικά) η καλή η selfie

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Αντίο Ζωίτσα

Πάει και η Ζωίτσα. Κάποτε όταν λέγαμε Ζωή σκεφτόμασταν αυτήν. Μετά ήλθε η άλλη η γκεσταπίτισσα και έτσι, αυτήν που συμπαθούσαμε, την είπαμε Ζωίτσα για να την ξεχωρίζουμε. Η τρίτη του ονόματος, η Ζωζώ, έχει το δικό της trademark και δεν της το παίρνει κανείς.

Τη γνώρισα μέσα από  τις ταινίες της. Πρόσωπο δροσερό, κορμί άλλων προδιαγραφών. Καθαρόαιμο. Δεν τις έβγαζαν έτσι τότε τις γυναίκες στην Ελλάδα.  «Εγχώρια εφάμιλλα των Ευρωπαϊκών» που έλεγαν οι διαφημίσεις της εποχής για ποιοτικά προϊόντα…  

Δεν θα έλεγα ότι είχε κανένα μεγάλο υποκριτικό ταλέντο. Ήταν όμως μια κατηγορία από μόνη της. Στιλάτη με class, που όμως στοίχειωνε τα όνειρα των ανδρών της εποχής της. Και ήταν μια εποχή που ο κινηματογράφος και η μουσική στην Ελλάδα είχε να δείξει πρόσωπα μαγικά. Ήταν τότε που η Ελλάδα ήταν της μόδας, σε όλο τον κόσμο. Οι ξένοι γνώριζαν τις αρχαιότητες, τον γαλάζιο ουρανό και το άσπρο μπλε του Αιγαίου. Θαύμαζαν τη Μελίνα και τον Σεφέρη. Άκουγαν τον Μίκη και τον Μάνο. Χόρευαν με τον Ζορπά και το συρτάκι. Έτρωγαν τζατζίκι και mousakas.

Δεν ήταν το κορίτσι της διπλανής πόρτας, με την τσαχπινιά τη Αλίκης. Δεν είχε το ταλέντο και την μεσογειακή ομορφιά της Τζένης. Ήταν η Ζωίτσα των λαϊκών αναγνωσμάτων, των θυελλωδών ρομάντζων και των έξαλλων πάρτι. Η φωτογραφία της βρισκόταν στο πορτοφόλι του φαντάρου στην δεκαετία του εξήντα και μέσα στις σελίδες ενός από τα πρώτα τεύχη του Ελληνικού Playboy στη δεκαετία του ογδόντα.


Λαμπερή μέχρι το τέλος, κατάφερε να μας εκπλήξει με ένα θάνατο ξαφνικό, που κράτησε την ανάμνηση της συνεπή ως προς την εικόνα που είχαμε γι αυτήν. Ο Θεός ας την αναπαύσει. 

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Old news

-         - Τι έγινε;
-          - Κι άλλο φορτηγό έπεσε επάνω στον κόσμο.
-         - Λονδίνο; Παρίσι; Κάνες;
-         - Στη Βαρκελώνη αυτή τη φορά. Αλλά δεν ήταν μεγάλο φορτηγό. Ήταν πιο μικρό.
-         -  Είχε νεκρούς; Πόσους;
-         - Δώδεκα. Δεκατρείς.

Δεν έχει πλέον σημασία. Δεν θα βάψουμε τα προφίλ μας με τα χρώματα της Ισπανικής σημαίας. Δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν τα χρώματα από την προηγούμενη φορά… Αλήθεια, ποια ήταν η προηγούμενη φορά;  Δεν θα ρωτάμε έντρομοι, όπως μετά το Μπατακλάν, αν τους πιάσανε και πώς είναι τα πράγματα στην πόλη. Διέφυγε ζωντανός ο δράστης; Τον σκότωσαν; Δεν έχει σημασία σου λέω. Συνηθίσαμε.

Θα συγκινηθούμε για λίγο. Θα αγανακτήσουμε. Θα το συζητήσουμε το πρωί στη θάλασσα. Θα δούμε τα έκτακτα δελτία και θα γυρίσουμε στην καθημερινότητα μας. Ηλιοβασιλέματα και ποδαράκια στην παραλία. Χταποδάκια και ουζάκια στις ταβέρνες. Οι φωτιές και ο Αλέξης που απουσίαζε. Οι φωτιές και ο Κυριάκος που ήταν εκεί αλλά δεν είχε σημασία. Βάλε και λίγο την ομαδάρα που πήρε ή δεν πήρε τους παιχταράδες και ξεκινάει την πορεία στης Ευρώπη. Βάλε και τον ΕΝΦΙΑ που πλησιάζει. Θα ανοίξουν και τα σχολεία.

Μάλλον πρέπει να βρουν κάτι νέο για να μας εντυπωσιάσουν οι τρομοκράτες. Old news και το θέ(α)μα δεν πουλάει. Ζούμε στην εποχή της υπερπληροφόρησης. Καταναλώνουμε ειδήσεις σαν τον θεατή του multiplex που κατεβάζει μια παλέτα ποπ κορν στην διάρκεια της ταινίας. Δεν εντυπωσιαζόμαστε πλέον από την είδηση που την έχουμε εξαργυρώσει στο μυαλό μας πριν ακόμα γίνει είδηση. Μετράμε μόνο τα μεγέθη. Πόσοι οι νεκροί; Ήταν πιο πολλοί από την άλλη φορά ή λιγότεροι. Πόσα τα καμένα στρέμματα;  Τίποτα δεν σε εντυπωσιάζει εκτός αν είσαι αυτός που ξεκίνησε για καφέ στο πεζόδρομο της Βαρκελώνης και κατέληξε στο νοσοκομείο ή στο νεκροτομείο. Εκτός αν ανοίξεις την τηλεόραση και δεις τον δικό σου άνθρωπο μέσα στα αίματα, να του σκεπάζουν με ένα σεντόνι το πρόσωπο.

Άραγε ο δράστης νιώθει δικαιωμένος από το αποτέλεσμα της πράξης του ή ξαφνικά ξύπνησε και μεταμεληθείς επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια εις τους πρεσβυτέρους, λέγων ήμαρτον παραδόσας αίμα αθώoν. 


Τι κάθεσαι και με γράφεις τώρα. Έλα αρχίζει το ματς.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Της Παναγίας σήμερα!

Ξημέρωσε η γιορτή της Παναγίας. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η σχέση των Ελλήνων με την Παναγία. Μάνα και φίλη. Στήριγμα στα δύσκολα. «Βοήθα Παναγιά μου». Η πρώτη που θα ευχαριστήσουμε (αν θυμηθούμε να ευχαριστήσουμε) για τα καλά. «Ευχαριστώ Παναγία μου». Έχω και διάφορα άλλα με τα οποία μερικοί συνοδεύουν το όνομα της αλλά δεν είναι της ώρας…

Τη νιώθουμε τόσο δικιά μας που της έχουμε δώσει εκατοντάδες ονόματα να συνοδεύουν το δικό της. Μερικά πολύ ιδιαίτερα και ευφάνταστα. Θυμάμαι το σοκ που είχα πάθει όταν, πριν από χρόνια, είχα επισκεφτεί το μοναστήρι της Παναγιάς της Κουνίστρας στην Σκιάθο.  

Μην ξεχνάμε ότι τα αποτελέσματα της Πάνω Παναγιάς, Κάτω Παναγιάς και Δώθε Παναγιάς κρίνουν τα αποτελέσματα των εκλογών με τον τρόπο ανάλογο με της Ρηνανίας και Κάτω Βεστφαλίας…

Την ημέρα αυτή γιορτάζουν οι Μαρίες. Η Μαρία είναι η θηλυκή βεντέτα των ονομάτων. Κάτι σαν Κώστα + Γιάννη + Γιώργο μαζί σε ένα. Είναι παντού.

Η Μαρία γεννά πάθη και έρωτες. Κάθετε ο Μητσιάς και τραγουδάει ότι μόνος του στην μπυραρία, ονειρεύεται τη νύχτα που την πρωτοφίλησε.

Το όνομα αυτό δεν έχει αρσενικό. Εκτός αν είσαι Ιθπανός και σε λένε αθ πούμε Χοθέ Μαρία (Μαργκάλ;). Ή αν η γιαγιά σου δεν είχε θηλυκό εγγόνι και σε είπαν Μάριο. Τι να πω; Όλα για τους ανθρώπους τα έδωσε ο Θεός…

Στις δεκαπέντε Αυγούστου γιορτάζει και ο Παναγιώτης. Πώς λέμε Μαρία; Καμία σχέση. Οι άνθρωποι που φέρουν το περίεργο αυτό όνομα, που απαντάται μόνο στην Ελλάδα, είναι λίγοι και (ίσως και) καλοί. Καταδικασμένοι στην σιωπή που τους έχει επιβληθεί στην περιοχή του Μπίθουλα “Σιλάνς Παναγιωτάκης». Άνθρωποι γαλαντόμοι που χαρίζουν το όνομα τους και εκεί που δεν ανήκει «Θα πεις τον Δεσπότη Παναγιώτη». Άνθρωποι που γενούν θετικά συναισθήματα. Ο Παναγιώτης αποκαλείται και Πάνος. Ουδέποτε όμως Κάτος.

Σήμερα λοιπόν ημέρα γιορτής. Τα παλιά τα χρόνια ο κόσμος έστελνε στους εορτάζοντες τούρτες και λουλούδια. Οι καιροί είναι πλέον χαλεποί. Ένα tag στα social media σε καμμιά κατοσταριά από τους «τιμώμενους» και έξω από την πόρτα. Κάτι σαν τις παρακλήσεις «υπέρ υγείας» που βάζεις τον παππά να λέει και να λέει και στο τέλος τρώει τα μισά και γιατί δεν τα είπες όλα πάτερ και δεν είναι σωστό και δεν πιάνει έτσι η ευχή και άει στο καλό κολάστηκα με εσάς εδώ μέσα.


Το μυαλό μου σήμερα στις Μαρίες της ζωής μου. Αυτή που δεν είναι πλέον μαζί μας (αλλά είναι πάντα στο μυαλό και την ψυχή μας) και σε αυτή που μεγαλώνει και ανθίζει δίπλα μας. Να τις έχει ο Θεός καλά.

Φωτιές

Για μια ακόμα χρονιά φωτιές καίνε ότι έμεινε άκαυτο τα προηγούμενα χρόνια. Υπέροχα κομμάτια φύσης καταστρέφονται. Ανθρώπινες ζωές κινδυνεύουν. Περιουσίες χάνονται.

Είναι ώρα να ανασκουμπωθούμε και να δούμε τι μπορεί να σωθεί. Αντί για έργα όμως, μόνο λόγια. Λόγια. Λόγια.

Αυτοί στους οποίους έχουμε εμπιστευτεί τις τύχες μας, αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων. Προσπαθούν να διαχειριστούν επικοινωνιακά την ανικανότητα τους, αντί να κάνουν έστω και την τελευταία στιγμή τη δουλειά τους.

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα. Δεν είναι η πρώτη φορά. Ο στρατηγός άνεμος λογικά μετά από τόσα χρόνια θα έπρεπε να είχε αποστρατευτεί. Δυστυχώς φαίνεται να έχει επανέλθει δριμύτερος στην υπηρεσία.

Κυνήγι μαγισσών και κατασκευή εχθρών. Τσομπάνηδες βόσκουν κοπάδια αποδιοπομπαίων τράγων.

Κούνημα δαχτύλου και αλαζονεία από αυτούς που θα έπρεπε να σκύψουν ταπεινά το κεφάλι, να ζητήσουν συγνώμη και να πάνε σπίτια τους ντροπιασμένοι.


Όταν με το καλό φύγουν αυτοί, θα έλθουν οι άλλοι και θα συνεχίσουν να ψάχνουν εχθρούς μέσα στα αποκαΐδια και τρόπους να διώξουν από πάνω τους τις ευθύνες. Η επιτυχία έχει πολλούς πατεράδες, η αποτυχία είναι ορφανή. 

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Παραθεριστικό καλοκαίρι

Λατρεύω τα μέρη τα παραθεριστικά. Όχι τα μέρη των διακοπών των λίγων ημερών αλλά εκείνα που πας και περνάς όλο το καλοκαίρι. Που το κάνεις σπίτι σου για τρεις μήνες. Για όλους εμάς που δεν ευλογηθήκαμε να έχουμε «χωρίο», αυτό είναι το χωριό μας.

Ξυπνάω πρωί και πάω να πάρω ψωμί. Κάθε μέρα διασταυρώνομαι με ένα τύπο που κάνει τζόκινγκ. Είναι διαφορετικός κάθε φορά. Δεν το φανταζόμουν ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί που κάνουν τζόγκινγκ στην Ελληνική ύπαιθρο το έτος 2017. Πολλές φορές μου περνάει από το μυαλό ότι παίζω σε ένα ιδιότυπο Τρούμαν σόου και κάποιος βάζει έναν τέτοιο χαρακτήρα μέσα στο κάδρο για συμπληρώσει το σκηνικό.

Από μακριά ακούγεται ένα μωρό που κλαίει. Από ένα ανοιχτό παράθυρο μια γυναίκα που «ψέλνει» τον άντρα της. Ένας παππούς σέρνει τα πόδια του για να φτάσει στον ίδιο προορισμό με εμένα. Τα σέρνει με τον ίδιο τρόπο που τα σέρναμε μικροί, όταν περπατούσαμε και κλοτσούσαμε ένα άδειο πακέτο σα να τριπλάραμε με μια μπάλα ποδοσφαίρου. Η μπάλα πλέον δεν υπάρχει και ο παίκτης χαίρεται και μόνο που τον βαστάνε τα πόδια του για να πάει στον προορισμό του.

Φτάνω στο μικρό μαγαζάκι που είναι πρατήριο άρτου αλλά έχει και λίγα είδη μπακαλικής.  Ανακούφιση για τους μεγαλύτερους που δεν πρέπει να οργανώνουν σχέδια μεταφοράς στο κέντρο του χωριού, για ψώνια. Μπροστά μου μια γιαγιά με μπουρνουζένιο φόρεμα, ελέγχει την ημερομηνία σε όλα τα γάλατα του ψυγείου πλησιάζοντας τα, ένα ένα, στο δεξί μάτι. Αγαπώ τις γιαγιάδες με τα μπουρνουζένια φορέματα, απομεινάρια κάποια άλλης εποχής, εκτός και αν έφεραν και τέτοια οι Κινέζοι.

Κάθε σπίτι από αυτά τα παλιά τα εξοχικά, είναι γεμάτο με σκελετούς παλαιοτέρων χρόνων. Ένα σαμπουάν αρχαίο, σε συσκευασία νταμιτζάνας που δεν λέει να τελειώσει καθώς χρησιμοποιείται λίγες μέρες κάθε χρόνο. Αγοράστηκε για «λιπαρά μαλλιά» και τώρα πλέον μπορεί να μην υπάρχουν μαλλιά. Η εταιρεία έχει αλλάξει δύο φορές συσκευασία από τότε, αλλά αυτό εκεί σταθερό να δένει με τα πλακάκια του μπάνιου. Φερ φορζέ πολυθρόνες και τραπέζια στα μπαλκόνια και στις βεράντες. Μαξιλαράκια πολύχρωμα και άρωμα από δεκαετία του εβδομήντα. Στυλ πίνουμε βερμούτ και παίζουμε κουμκαν στις κυρίας Λελές…

Το καλοκαίρι θέλει μπάνια και ο καθένας αυτό το μεταφράζει όπως θέλει και μπορεί. Όσο μεγαλώνεις τόσο πιο νωρίς θέλεις να πηγαίνει για μπάνιο. Καμιά φορά θα διασταυρωθούν στον δρόμο, οι νέοι που γυρίζουν από τη νυχτερινή διασκέδαση στην παραλία με τους παππούδες που έχουν βάλει την πετσέτα στον ώμο και κατηφορίζουν για τη θάλασσα. Αργό το βήμα αλλά μέχρι να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα, θα έχουν φτάσει! Διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για το πόσο υπέροχη είναι η θάλασσα την ώρα αυτή. Τα χρόνια τους να φτάσουμε για να το μάθουμε…

Ξεχωριστές είναι οι Κυριακές, στα μέρη αυτά. Κοντοβράκιδες παραθεριστές διασταυρώνονται με κυρίες κάποιας ηλικίας, στολισμένες λατέρνες έτοιμες για την εκκλησία. Περιμένουν να περάσει να τις πάρει η φίλη με τον άντρα της που ακόμα οδηγεί. Κρατούν στο χέρι βεντάλια και φυσιούνται ακατάπαυστα ενώ το πρόσωπο με το μπόλικο φτιασίδι ιδρώνει επικίνδυνα. Ο άντρας την φίλης ανταγωνίζεται σε παλαιότητα την αρχαία Mercedes που οδηγεί, αγκαλιάζει το τιμόνι, κοιτάει στο βάθος και όποιον πάρει ο χάρος.


Αγαπάμε παραθεριστικό καλοκαίρι και αυτό το ΣΚ είναι στην κορύφωση του. Καλημέρα. 

Το ΠΣΚΔΤΤ του καλοκαιριού

Και να που ήλθε το ΠΣΚ και λίγο από Δε και σίγουρα Τρ να μην σου πω και Τε.

Είναι το πιο χύμα διημερο-τριημερο-τετραήμερο άντε βδομάδα του χρόνου. Το αλήτικο, το άντε μωρέ, το νυν απολύεις, το πάμε και βλέπουμε, το ευλαβικό, το απ’ όλα.

Έχεις βγάλει παπούτσια και περπατάς ξυπόλυτος σε πλακάκια, άμμο, χώμα και νιώθεις σα να περπατάς πάνω στο νερό. Φεύγεις από την πόλη και βγάζεις ένα ένα τα ρούχα σαν κρεμμύδι ή σαν το μωράκι καρέτα καρέτα που βγαίνει από το αυγό και βαδίζει προς τη θάλασσα.

Αν δεν χαλαρώσεις και αυτό το πώς το είπαμε, τέλος πάντων, δεν πρόκειται να χαλαρώσεις ποτέ.

Το νου σας γεμάλια. Το φθινόπωρο και ο χειμώνας θα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Γίνεται; Βεβαίως και γίνεται! Γι αυτό πάμε να φύγουμε από δω και μη ρωτάς πού πάμε. Σε θάλασσες και αμμουδιές. Σε μπιτσόμπαρα και ερημικές, αν βρείτε, παραλίες. Σε βουνά και λαγκάδια. Με αεροπλάνα και βαπόρια και αν έχουμε μαζί και τους φίλους τους παλιούς ακόμα καλύτερα. Καθήστε κάτω από τον ίσκιο του γέρικου πλατάνου στο χωριό του παππού. Πιείτε νερό από την βρύση που τρέχει από τότε που ο μπαμπάς σας λέρωνε τα βρακιά του και τον κυνηγούσε η γιαγιάς σας. Χορέψτε στο πανηγύρι του χωριού ή πάνω στην μπάρα του μοδάτου κλαμπ.

Καθήστε σε ταράτσες και μπαλκόνια με φίλους και οικογένεια. Ξενυχτήστε χωρίς λόγο. Ξυπνήστε αργά ή νωρίς, πάλι χωρίς λόγο. Χύμα είπαμε και το εννοούμε.

Όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά, πάντα πάντα θα `ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει.


Άντε και από Τετάρτη, Πέμπτη ή όποτε τέλος πάντων σας 

φωτίσει ο Θεός να γυρίσετε βλέπουμε. Τα προβλήματα εκεί 

θα είναι δεν χάνονται. Ανοίξτε ένα κουτάκι στο μυαλουδάκι

σας, βάλτε τα μέσα κλειδώστε και βάλτε το κλειδί στην … 

Πέμπτη.



Πάμε.

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Καυγάδες

Ο δημόσιος καυγάς της περασμένης εβδομάδας είχε να κάνει με το ποιος θα κρατάει την σημαία στις παρελάσεις των δημοτικών σχολείων.

Αν ήσουν αντιπολιτευόμενος, δεν σε πείραξαν οι αναχρονιστικές, μίζερες, κομματοσκυλικές  διατάξεις που περνάει αυτός ο νόμος, αλλά σε πείραξε το ποιος θα κρατάει την σημαία στο δημοτικό.

Αν ήσουν συμπολιτευόμενος, δεν σε πείραξε το ότι οι παρελάσεις που μισούσες όσο ήσουν στο 4% καλά κρατούν αλλά τρέχεις να υπερασπιστείς την λοταρία των σημαιοφόρων και αν είναι δυνατόν και μια θέση μπροστά μπροστά στην εξέδρα.

Πιάσαμε μετά τον νταλκά με τον Γαβρόγλου που δεν πήγε φαντάρος. Φίλε, ο Γαβρόγλου είναι ένας από εμάς. Αν έχεις τα πολλά φράγκα ή τις διασυνδέσεις ή και τα δύο θα προσπαθήσεις να μην πας στρατό. Όπως έκαναν τόσοι πολιτικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, γόνοι εύπορων οικογενειών, τιμημένα λαμόγια, που καλά θυμάσαι αλλά κάνεις πως ξεχνάς, στο παρελθόν και όσο μπορούν θα κάνουν και στο μέλλον.  Αν δεν φτάνουν τα φράγκα ή τα κονέ για να την κοπανήσεις εντελώς, τότε πιάνεις να βρεις το θείο του μπατζανάκη του ξαδέλφου σου που είναι στο ΓΕΣ και θα σου κανονίσει την μετάθεση ή την λούφα. Αν δεν έχεις τίποτα από αυτά, πας στην Καβύλη και όταν με το καλό τελειώσεις έχεις τον Γαβρόγλου, και τον κάθε Γαβρόγλου, να σου κουνάει το δάχτυλο στην μούρη.

Αν, ας πούμε, ο Γαβρόγλου ήταν πολιτικός στις ΗΠΑ και έσκαγε κάτι τέτοιο δεν θα έβρισκε πέτρα να κρυφτεί από κάτω.  Στην Ελλάδα οι μισοί, ακόμα και αν δεν το λένε, τον σκέφτονται για μάγκα που ίσως κατάφερε αυτό που δεν κατάφεραν αυτοί. Σίγουρα δεν θα χάσει την θέση του για ένα ζήτημα ηθικής τάξης και θα έχει και το θράσος και την αναίδεια να εμφανίζεται ως τιμητής των πάντων.

Και πιάσαμε τον νταλκά με την αριστεία. Η ΝΔ την έκανε σημαία της και την κουνάει όπου βρει. Έχει πάρει τα πνευματικά δικαιώματα και θα την γυρίσει και ταινία, που λένε. Ας ψαχτεί λιγάκι με τα στελέχη της, αυτά που προβάλλονται τουλάχιστον, και αυτά που ας πούμε κατά καιρούς έχουν γίνει υπουργοί και έχουν καταλάβει δημόσια αξιώματα και μετά αν νιώσει τόσο σίγουρη ας σηκώσει όσες σημαίες θέλει.  Οι άλλοι, οι κεφτέδες του ΣΥΡΙΖΑ, ξέρουν τι ψάρια πιάνουν και λουφάζουν πετώντας την μπάλα στις κερκίδες γνωρίζοντας ότι αυτοί, ως κυβέρνηση έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων.


Φτάσαμε και στην Κυριακή με το χρυσό της Στεφανίδη. Μπράβο στην κοπέλα, που αποδεικνύει ότι είναι μια μεγάλη αθλήτρια. Ατυχώς και αυτή φαίνεται να ζητάει την τύχη της έξω από την Ελλάδα και κανένας δεν μπορεί να την αδικήσει για αυτό. Τώρα η σύνδεση της νίκης της με τους σημαιοφόρους του δημοτικού είναι τουλάχιστον ατυχής. Στις μεγάλες στιγμές θα πρέπει να είμαστε και εμείς μεγάλοι. Αν δεν μπορούμε, τουλάχιστον ας προσποιηθούμε. Παγκόσμια ημέρα οργασμού ξημερώνει αύριο… Καλημέρα.

Εικονίτσες χωρίς λογάκια

Τι κατάλαβα από την σύντομη βόλτα μου στα social media του καλοκαιρινού ΣΚ.

Το καλοκαίρι δεν είναι για πολλά λόγια. Φωτογραφίες, φωτογραφίες, φωτογραφίες. Κανένας δεν διαβάζει.

Το φεγγάρι του Αυγούστου είναι μια άσπρη θολή κουτσουλιά σε μαύρο φόντο και πρέπει να την δείξουμε σε όλους γιατί πού να σηκώνουν τα μάτια τους προς τον ουρανό, να το καμαρώσουν μέσ’ την λάμψη του. Είναι γνωστό ότι το φεγγάρι φαίνεται μόνο από εκεί που είμαστε εμείς. Όσο πλησιάζει η πανσέληνος η κατάσταση θα επιδεινωθεί.

Το φαγητό πρώτα το φωτογραφίζουμε και ύστερα το τρώμε. Και άντε να πεις ότι το μαγείρεψες εσύ, να πω κουράστηκες, καμαρώνεις και θέλεις να το μοιραστείς μαζί μας. Να κάνεις κοκο σαν την κότα ή κικιρικου σαν τον κόκορα. Στο εστιατόριο;

Έχουμε φάει τα καλαμαράκια, τα μύδια, το σκουμπρί και την σαρδέλα. Έχουμε πιεί τα ούζα μας. Το τραπέζι θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο. Φωτογραφίζουμε τα άδεια πιάτα με ότι έχει απομείνει, ένα λεπτό πριν ο σερβιτόρος να έλθει και να πει «να τα μαζέψω να φέρω γλυκάκι;».  Σαφές μήνυμα (τρίβοντας την κοιλίτσα) «φάγαμε και σήμερα!» γκρουκ. Μάσαλα!

Αν είσαι νέος – νέα και πέρασες τον χειμώνα να χτυπιέσαι στα γυμναστήρια βγάζεις φωτογραφία ολόσωμη με σαφές μήνυμα «φάτε μάτια ψάρια». Τα σχόλια θαυμασμού, ανάλογα με το θέμα. Περίπου σα να πέρασες από το «εστιατόριο που τρων τα συνεργεία και μπήκε το θέμα σου έτσι στ’ αστεία". Ω ρε μάνα μου!

Αν είσαι λίγο ή πολύ μεγαλύτερος – μεγαλύτερη και η σχέση σου με το σώμα σου περνάει κρίση, για να το θέσω κομψά, τότε βγάζεις νυχάκια, μπουτάκια, φωνογραφημένα από την σωστή γωνία ή σε πιο δύσκολες περιπτώσεις σκέτο τον φρέντο με το καλαμάκι του και το ιδρωμένο ποτήρι της μπύρας. Αν θέλεις να περάσεις και ένα μήνυμα ποιότητας δεν κάνει κακό να έχεις και ένα βιβλίο στο πλάνο, τάχα μου δήθεν «στην παραλία με ένα βιβλίο και τίποτα άλλο».

Χαζομπαμπάδες-μαμάδες-παππούδες-γιαγιάδες βγάζουν φωτογραφίες τα καμάρια τους σε πόζες όλο τσαχπινιά μέσα στην άμμο, με ή χωρίς μαγιό, στα ρηχά με τα μπρατσάκια, με το παγωτό που έχει βάψει όλο το πρόσωπο και σκασίλα του, του πιτσιρικά. Αποφεύγουν την φωτογράφιση όταν το πιτσιρίκι κλαίει και οδύρεται σηκώνοντας την παραλία στον πόδι, ή όταν το φωνάζει η μαμά για να φάει τον κεφτέ ή για να τα μαζέψουν και να φύγουν «γιατί έχει να βάλει και τηγάνι και αν σε ξαναφέρω εδώ να μου τρυπήσεις τη μύτη».

Αν είσαι κυρία που δεν είσαι πλέον στην πρώτη νιότη, αλλά περνάει ακόμα η μπογιά σου, που λέγανε και οι παλιοί, τότε βγάζεις φωτογραφία προσώπου κοντινή με την ανάστροφη της παλάμης τοποθετημένη όλο χάρη, κάτω από το πιγούνι (because progouli never lies). Καλού κακού περνάς και ένα, δύο, τρία, φίλτρα και πέφτει μια θολούρα στην εικόνα ή στα επίμαχα σημεία, που κάνει αυτόν που χαζεύει την φωτογραφία, να καθαρίζει με μανία την οθόνη του κινητού από αυτό που νομίζει για δαχτυλιά.

Ο ψαράς έπιασε ψάρια. Θα τα τοποθετήσει σαν φανταράκια στην παρέλαση, αν είναι λίγα και μικρά, ή θα τα κρατάει με δυσκολία από τα βράγχια στην σπάνια περίπτωση που είναι μεγάλα. Όχι για να μην μας λένε ψεύτες μερικοί μερικοί.

Αυτές τι μέρες κάνει ζέστη. Τις επόμενες ημέρες λένε ότι θα κάνει ακόμα περισσότερη. Τα λέμε αλλά ποιος τα πιστεύει. Βγάλε φωτογραφία το θερμόμετρο στο ταμπλό του αυτοκινήτου για να πειστούν και οι πλέον άπιστοι. Δεν παίζουμε με αυτά. Καλοκαίρι με ζέστη; Έλα Χριστέ και Κύριε!

Τέλος αν δεν έχεις πάει κάπου και βράζεις στο ζουμί σου μέσα στην πόλη, κανένα πρόβλημα. Μην ζηλέυεις αυτούς που κώλο δεν έβαλαν κάτω. Μπες μέσα στον Γούγλη και κατέβασε εικόνες από τον προορισμό που θα ήθελες να επισκεφτείς. Διάλεξε, ας πούμε, τη λίμνη Κόμο που έχει το τσαρδάκι του και ο Τζορτζ ο καφεπότης με την κρυόκωλη και τα δίδυμα. Βάλε εικόνες με την καρδιά σου χωρίς σχόλια. Εσύ δεν θα έχεις πει ψέματα, αλλά όλοι θα σε έχουν συνδέσει με την όμορφη, κυριλάτη περιοχή και τον κομψό γείτονα.  


Όλα αυτά τα γράφω γιατί είμαι γκρινιάρης εκ πεποιθήσεως, με την σιγουριά ότι κανένας δεν θα τα διαβάσει αφού δεν έχουν εικονίτσες και είναι μόνο λογάκια. Καλή Κυριακή.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Η εκδρομή

Ο κύριος Πέτρος και ο κύριος Τάκης είναι, που λες, συνταξιούχοι. Ψηλός, μονίμως χαμογελαστός, χοντρομπαλάς, πειραχτήρι σαν μικρό παιδί, αλλά με μια μουστάκα βούρτσα ο πρώτος. Αδύνατος, φαλακρός με ελαφριά καμπούρα και ένα αστείο βάδισμα λόγω ενός παλιού προβλήματος στη μέση, «παράσημο» από την εποχή που ήταν αθλητής του στίβου στα νιάτα του, ο δεύτερος.

Φρέσκος συνταξιούχος διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας ο κύριος Πέτρος, έμεινε στο πόστο του αρκετά ώστε να δει από την τρέλα του χρηματιστηρίου μέχρι την ξεφτίλα των capital controls. Απόστρατος πλέον στρατιωτικός γιατρός ο κύριος Τάκης. Ούτε που μπορούσε να υπολογίσει πόσα χέρια, πόδια και γοφούς είχε κάνει καλά στην καριέρα του, αλλά τον εαυτό του δεν κατάφερε ποτέ να τον γιατρέψει.

Φίλοι από παιδιά, συναντιόταν κάθε πρωί στις 7 ακριβώς έξω από την ΧΑΝΘ για να πάνε την πρωινή τους βόλτα στην παραλία. Ούτε κάρτα να χτυπούσαν. Ζέστη, κρύο, βροχή, χιόνι, αυτοί εκεί σταθεροί και ακριβείς στο ραντεβού τους. Μόνο μια μέρα φέτος τον χειμώνα, τότε με τα πολλά τα χιόνια, πήραν υποχρεωτικά ρεπό υποκύπτοντας στην γκρίνια των γυναικών τους. «Πού θα πας βρε ευλογημένε μέσα στα χιόνια. Να πέσεις, να σπάσεις κανένα πόδι να έχουμε και άλλα. Ξέρεις από τι λένε ότι πάει ο γέρος, ε; Καθήστε στα αυγά σας και αύριο μέρα είναι».

Έπαιρναν καφέ σε πλαστικό ποτήρι από ένα φούρνο που τον είχε ένα ευρώ και τους έδινε και δώρο νεράκι. Έπαιρναν και ένα κουλούρι με σουσάμι και το μοιράζονταν στα δύο. Οι ζαμπονοτυρόπιτες και τα κρουασάν ανήκαν στο παρελθόν. Καμάρωναν πολύ για την ανακάλυψη τους. Ο κύριος Πέτρος είχε υπολογίσει και πόσο κέρδος είχαν τον μήνα, σε σχέση με τους καφέδες που πουλούσαν τα μεγάλα μαγαζιά και οι αλυσίδες. Το είχε βάλει στη ζυγαριά με τις μειώσεις στις συντάξεις, αλλά πάλι χαμένος έβγαινε.

Τώρα το καλοκαίρι, με τις ζέστες, ζοριζόταν λίγο παραπάνω στο περπάτημα. Σήμερα το πρωί πήραν την απόφαση να πάνε εκδρομή, σε μέρη δροσερά. Πήραν το οχτάρι από την στάση στον Μεγαλέξανδρο και κατέβηκαν στο τέρμα στο ΙΚΕΑ. Περπάτησαν για λίγο, πάντα με τα καφεδάκια τους στο χέρι, και έφτασαν στο Διαβαλκανικό. Πέρασαν την πύλη με τους γρανίτες, πειράχτηκαν αναμεταξύ τους για την σχέση των σιντριβανιών και του προστάτη τους και πήραν ένα από τα γυάλινα ασανσέρ. Κατέβηκαν στον δεύτερο όροφο και κατευθύνθηκαν στη γωνία με τον μεγάλο δερμάτινο καναπέ. Ευτυχώς ήταν ελεύθερος. Στρογγυλοκάθισαν και είχαν θέα μέχρι τη θάλασσα. Το σημείο το είχε ανακαλύψει ο κύριος Τάκης, πριν από μια βδομάδα που είχε έλθει να δει έναν ξάδελφο του που είχε κάνει εγχείρηση. Η θέα μοναδική. Δροσιά, δεν το συζητάμε, άνετα φορούσες μια ζακετούλα. Η παρέα σταθερή και ο καφές από τον φούρνο ανακάλυψη. Τι άλλο να ζητήσει ο συνταξιούχος για να είναι ευτυχισμένος;

Πέρασαν ένα υπέροχο πρωινό. Κάθε τόσο περνούσε κάποιος και αυτοί τον σχολίαζαν χαμηλοφώνως, σαν μαθητές στο πίσω θρανίο που προσπαθούσαν να μην τραβήξουν την προσοχή του δασκάλου. Είδαν ανθρώπους που έμπαιναν και έβγαιναν στα χειρουργεία, είδαν συγγενείς αγχωμένους ή χαμογελαστούς και ανακουφισμένους. Βαριεστημένους νοσοκόμους και κομψευόμενους γιατρούς που περπατούσαν βιαστικοί μιλώντας στο iphone.

Είδαν διάφορα μέχρι που ήλθε η ώρα να σχολάσουν. Το φαγητό στο σπίτι σερβιριζόταν πάντα την ίδια ώρα και όποιος δεν ήταν συνεπής μπορεί νηστικός να μην έμενε, αλλά υπέφερε από την γκρίνια. Ακολούθησαν λοιπόν το αντίθετο δρομολόγιο. Έπαθαν βέβαια ένα μικρό σοκ όταν βγήκαν από το κρύο του κλιματισμού στην κάψα του μεσημεριού αλλά βέβαια αυτό ήταν αναμενόμενο.


Θα είχαν πολλά να διηγηθούν στις γυναίκες τους καθώς θα εξιστορούσαν την βόλτα τους … στην παραλία. Όταν χωριζόταν ο κύριος Πέτρος γύρισε και είπε στο κύριο Τάκη, μιμούμενος την σκηνή του Μπόγκαρντ με την Μπέρκμαν στην Καζαμπλάνκα «We will always have Diavalkaniko”. 

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Φίλοι για πάντα

Ο Νίκος και η Ελένη, επτά και έξι χρόνων. Αχώριστοι. Εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα αντίθετα φύλα να μην χωνεύονται σε αυτές τις ηλικίες.  Οι μαμάδες τους κωλητές από το σχολείο. Τα σπίτια τους δίπλα δίπλα στην Χαλκιδική. Τα καλοκαίρια τους κοινά, από τότε που άνοιξαν τα μάτια. Παραθέριση και ρουτίνα της θάλασσας.

Σήμερα δεν γκρινιάζουν όπως κάθε μέρα. Δεν δίνουν σημασία στα παιχνίδια που κουβαλάνε γι αυτούς οι μαμάδες στην παραλία, μέσα σε μεγάλες μπλε σακούλες του ΙΚΕΑ. Δεν ζητιανεύουν γκρινιάζοντας το κινητό του μπαμπά για να παίξουν «ένα παιχνίδι, μόνο ένα σε παρακαλώ».

Ξεκίνησαν παράλληλα να σκάβουν την άμμο με τα γυμνά τους χέρια. Χωρίς φτυάρια. Χωρίς τζουγκράνες. Αυτά ήταν για τα μωρά… Πρώτα σιγά σιγά, νωχελικά. Ύστερα πιο γρήγορα, με έξαψη. Έσκαβαν και τα νύχια έσπαζαν καθώς έπεφταν επάνω σε πετραδάκια και κοχύλια. Η χοντρή άμμος, τους γρατζουνούσε τα χέρια. Πρώτα στεγνή και σκληρή. Όσο βάθαιναν, άρχισε να νοτίζει. Δεν άργησαν να βρουν νερό. Κοιτάχτηκαν με μάτια που έλαμπαν. Δύο παράλληλα πηγάδια που είχαν πλέον βαθύνει. Τα χέρια τους έμπαιναν μέσα μέχρι τον ώμο. Κάθε φορά και πιο βαθιά.

Το νερό σχημάτιζε μια μικρή λιμνούλα, εκεί κάτω. Άρχισαν λίγο λίγο με τις άκρες των δαχτύλων να «τρώνε» την άμμο οριζόντια. Τώρα έβγαζαν μικρότερη ποσότητα κάθε φορά. Μετά από λίγο τα πρόσωπα τους έλαμψαν. Τα δάχτυλα ακουμπίθηκαν. Τα πηγάδια ενώθηκαν. Συνωμοτικά βλέμματα και πνιχτά γελάκια. Έδωσαν τα χέρια σε μια μυστική χειραψία.


Φίλοι για πάντα.