Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι του Ευθύμη και την Ελπινίκης

Σήμερα θα σας πω ένα παραμύθι.

Ο Ευθύμης ήταν ένας περίεργος τύπος. Αλητάκος, όχι ιδιαίτερα έξυπνος αλλά πονηρός και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του, για το οποίο καμάρωνε όταν βρισκόταν με τους κολλητούς του, ήταν ότι δεν σταματούσε πουθενά προκειμένου να πετύχει τους στόχους του. Έτσι ξεκίνησε από μικρός, έτσι συνέχισε όταν μεγάλωσε. Γιός αστικής οικογένειας, τον είχε τον τρόπο του. Ο μπαμπάς έκανε μια δουλειά που, εκείνα τα χρόνια άφηνε καλά λεφτά, και έτσι ο Ευθύμης μεγάλωσε εύκολα και ανέμελα. Πέρασε και στο πανεπιστήμιο αλλά δεν τον έλεγες και τον πιο επιμελή φοιτητή. Δεν διάβαζε, δεν έκανε εργασίες αλλά τα μαθήματα μια χαρά τα περνούσε. Είχε τον τρόπο του.

Μεγάλωσε αλλά δεν χρειάστηκε να δουλέψει. Δεν ήταν και κανένα μυρμήγκι να αγαπάει την δουλειά. Ακόμα και αν δεν το έλεγε σε κανένα, είχε βάλει από νωρίς στο μάτι την Ελπινίκη μια ψηλή, τροφαντή, ομορφούλα, αρχοντογυναίκα, που έμενε στην γειτονιά του. Κρατούσε από παλιά και σπουδαία οικογένεια. Όλοι είχαν να λένε για την ιστορία της. Οι ίδιοι λέγανε και για την περιουσία της που ήταν τεράστια, αλλά κανένας δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ότι την είχε δει.

Η Ελπινίκη ήταν παντρεμένη με τον Χρύσανθο … από πάντα και  όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν μέλι γάλα. Η δουλειές φαινόταν να πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο. Ο Χρύσανθος και οι βοηθοί του το είχαν ρίξει στο φαγοπότι. Το χρήμα έρεε άφθονο, αν και υπήρχαν κάποιοι καλοθελητές που υποστήριξαν ότι τα λεφτά δεν ήταν από την δουλειά αλλά δανικά. Ίσως να είχαν και δίκιο, αφού κάποτε στράβωσε το πράμα και άρχισαν τα ζόρια. Η δουλειά άρχισε να μην πηγαίνει καλά. Τα δάνεια δεν μπορούσαν να πληρωθούν, άρχισαν οι πιέσεις από τους δανειστές, το κλίμα στο σπίτι είχε βαρύνει άσχημα. Η κάποτε ομορφούλα και τροφαντή Ελπινίκη είχε γίνει πλέον σκιά του παλιού εαυτού της. Καυγάδες, φωνές στην ημερησία διάταξη.

Ανακατωσούρα. Ο Ευθύμης ανασκουμπώθηκε. Η καλύτερη του!  Στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται. Άρχισε να πλευρίζει την Ελπινίκη, που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν τολμούσε ούτε να την κοιτάξει. Άρχισε τα κομπλιμέντα. Είσαι κούκλα. Είσαι μοναδική. Μαζί θα κάνουμε θαύματα. Άσε τον γέρο το Χρύσανθο και έλα μαζί μου, θα περάσεις ζωή χαρισάμενη. Δεν θα σου λείπει τίποτα. Θα σε έχω βασίλισσα, όπως σου πρέπει.

Πολύ ήθελε; Το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη. Χωρίς να το πολυσκεφτεί παράτησε τον Χρύσανθο, που δεν ήταν και κανένα κελεπούρι για να λέμε και του στραβού το δίκιο, αλλά είχαν ζήσει μια ζωή μαζί και τουλάχιστον ήξερε τα στραβά του και τα καλά του. Από την πρώτη μέρα κιόλας φάνηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Ευθύμης είχε εξαντλήσει την δημιουργικότητα του μέχρι το σημείο που παντρεύτηκε την κάποτε τροφαντή Ελπινίκη. Από εκεί και πέρα τίποτα. Μόλις έβαλε στο χέρι την οικογενειακή επιχείρηση άρχισε να προωθεί σε θέσεις κλειδιά τους φίλους του. Ρεμάλι αυτός, χειρότερα ρεμάλια οι φίλοι του. Πεινασμένοι όπως ήταν έπεσαν με τα μούτρα στο ψητό.

Ο Ευθύμης από meeting σε meeting έκανε ότι μιλούσε για να βρει λύση, με τους πιστωτές της επιχείρησης, τις τράπεζες με τα δάνεια και τους προμηθευτές. Στην πραγματικότητα άφηνε τον καιρό να περνάει, λέγοντας ωραία μεγάλα λόγια αποκοιμίζοντας στην Ελπινίκη, η οποία ήταν τόσο θυμωμένη με τον Χρύσανθο που συνέχισε να πιστεύει, το νέο της έρωτα. Εκείνος και οι φίλοι του, είχαν βρει τον μήνα που θρέφει τους έντεκα, ενώ η Ελπινίκη υπέφερε.

Επιτέλους κάποτε φάνηκε να καταλαβαίνει την κοροϊδία. «Δεν σου υπογράφω άλλη επιταγή», του είπε. Εκεί ο Ευθύμης επιστράτευσε όλη του την γοητεία. «Κοντεύουμε αγάπη μου. Σχεδόν φτάσαμε στον στόχο μας. Το μέλλον είναι πια δικό μας. Νοικοκύρεψα τα πάντα και σε λίγες μέρες όλα τα κακά θα έχουν τελειώσει. Σκέφτομαι να βάλω το σμόκιν μου, που δεν έχω ξαναφορέσει, για να το γιορτάσω». Αν και μέσα της υπήρχαν πολλά που της φώναζαν ότι για μια ακόμη φορά την κορόιδευε, εκείνη, άλλο που δεν ήθελε, τον πίστεψε και του υπέγραψε μια ακόμα επιταγή.

Από την επόμενη κιόλας μέρα αποδείχτηκε ότι οι εσωτερικοί φόβοι της ήταν σωστοί. Όχι μόνο δεν είχε κλείσει συμφωνία αλλά αναγκάστηκε να βάλει και δεύτερη και τρίτη, σε κάποιες περιπτώσεις, υποθήκη στα περιουσιακά στοιχεία της. Η Ελπινίκη έπεσε σε κατάθλιψη. Τις νύχτες ονειρευόταν ότι έπαιρνε ένα μαστίγιο και πετούσε έξω από την ζωή της τον Ευθύμη και τα ρεμάλια τους φίλους του. Δυστυχώς το πρωί ξυπνούσε και έβλεπε ότι ο εφιάλτης της δεν θα τελείωνε τόσο εύκολα. Είχε πέσει σε κατάθλιψη και κάθε μέρα που περνούσε, μαράζωνε περισσότερο.

Οι μέρες περνούσαν και τίποτα δεν φαινόταν να αλλάζει προς το καλύτερο. Μόνο προς το χειρότερο.

Το παραμύθι μας κάπου εδώ τελειώνει. Δεν γνωρίζω τι έγινε στο τέλος αλλά με το μυαλό που έχει η Ελπινίκη ή με το ρεμάλι θα έμεινε ή θα βρήκε κανένα άλλο ρεμάλι να της λέει τα ίδια και να κλεφτεί μαζί του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου