Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Πήγα στους Άγαμους Θύτες

Χθες το βράδυ πήγα στους «Άγαμους» στο Θέατρο Δάσους, στην εξ αναβολής παράσταση, που ακολούθησε αυτή της μεγάλης βροχής πριν από μερικές εβδομάδες.

Φτάσαμε λίγο αργά, γιατί άργησα να τελειώσω από τη δουλειά. Είναι γνωστό ότι έχει έλθει η ανάπτυξη. Το off road animal που ακούει στο όνομα Matiz ξεδίπλωσε την δύναμη των 800 κυβικών του και σκαρφάλωσε σαν το κατσίκι στο κακοτράχαλο, ασφυκτικά γεμάτο, «parking». Το μέγεθος του, για το οποίο και επελέγει για να μας μεταφέρει εκεί, του επέτρεψε να βολευτεί κάθετα ανάμεσα σε δύο αυτοκίνητα στο στυλ «χωράω και εγώ; ενοχλώ; δεν ενοχλώ». Για μια ακόμα φορά θαύμασα την εξαιρετική οργάνωση του χώρου, με τα παιδιά που πουλούσαν τα μαξιλάρια από φελιζόλ σε ρόλο, ευγενέστατου πρέπει να το σημειώσω, παρκαδόρου.

Με αυτά και με εκείνα μπήκαμε στο θέατρο μισή ώρα πριν την έναρξη της παράστασης. Φουλ γεμάτο. Στο θέατρο αυτό δεν αγοράζεις θέση αλλά licence to enter. Τα παλιά χρόνια είχε τουλάχιστον διαχωρισμό σε δύο ή  τρία διαζώματα, ανάλογα με την παράσταση. Αν ήθελες και μπορούσες, έδινες κάτι παραπάνω και καθόσουν πιο κοντά. Τώρα που έχουμε κομουνισμό και οι κοινωνικές ανισότητες έχουν καταργηθεί, παίρνεις ένα εισιτήριο και όπου σε βγάλει. Και ανεβαίναμε, και ανεβαίναμε και σκεφτόμουν κρίμα να μην έχω μια σημαία να μπήξω στην κορυφή του βουνού, όπως κάνουν οι τύποι που ανεβαίνουν στο Έβερεστ.  

Τέλος πάντων κάποτε φτάσαμε σε άδειες θέσεις. Καθίσαμε. Το σοκ ήταν μεγάλο! Τα μπετά καίγανε! Άκουσα να τσιτσιρίζονται τα τροφαντά οπίσθια μου καθώς καθόμουν. Είναι γεγονός ότι διατηρώ ακόμα μερικά σωματομετρικά στοιχεία που ανέπτυξα προ κρίσης. Σκέφτηκα ότι αυτή είναι η τιμωρία μου για εκείνο το φιλέτο, ψημένο επάνω σε ζεστή ηφαιστειακή πέτρα, που είχα φάει κάποτε.

Κοίταξα μπροστά μου. Να μην παραπονιέμαι. Η θέα, στην πόλη όχι στην σκηνή, ήταν μαγευτική. Είχε και δροσιά εκεί στα ορεινά. Μετά από λίγο πέρασε ένας από τους ανθρώπους της διοργάνωσης και μας έδωσε κάτι καπελάκια με ένα κόκκινο φωτάκι επάνω. «Για τα αεροπλάνα», μου είπε «για την δική σας ασφάλεια και για την ασφάλεια των επιβατών»! Το φόρεσα, τι να έκανα.

Γύρισα και είδα την γειτονιά μας. Μου ερχόταν μια μυρωδιά λες και ψήνανε μηλόπιτα. «Ποιος χρυσοχέρης;», σκέφτηκα. Τελικά ήταν ένας τύπος που κάθε τόσο έβαζε ένα μαρκούτσι στο στόμα του και έβγαζε αρωματικούς ατμούς. Τζίφος, δεν θα φάμε, σκέφτηκα. Καλύτερα βέβαια από την κυρία δύο θέσεις μπροστά που είχε νταλκάδες και βάσανα και άναβε το ένα τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου και φυσούσε τον καπνό προς όλες τις κατευθύνσεις. Θα πω και τίποτα και θα με πουν γρουσούζη. Ποιόν; Εμένα που είμαι ο γλυκύτερος άνθρωπος και δεν γκρινιάζω ποτέ…

Καθόμουν και ρέμβαζα στο ηλιοβασίλεμα καθώς περίμενα να αρχίσει η παράσταση, η οποία άρχισε με περίπου μισή ώρα καθυστέρηση, όταν μου ήλθε κάτι σαν δροσερό αεράκι. Κοιτάω τα κυπαρίσσια στο βάθος, ακίνητα. Νετάρω πιο κοντά. Μπροστά μου, ακριβώς το προηγούμενο σκαλάκι καθόταν δύο συμπαθέστατες κυρίες προχωρημένης ηλικίας. Η μια από αυτές κρατούσε ανεμιστηράκι μπαταρίας και δροσιζόταν, δροσίζοντας και εμένα που βρισκόμουν ακριβώς από πίσω της. Καθόταν σε ένα περίεργο κατασκεύασμα που της παρείχε στήριξη σε πλάτη καρέκλας και της επέτρεπε να ακουμπάει πίσω. Υποθέτω ότι η κυρία πρέπει να ήταν ο καλύτερος πελάτης των telemarketing. Αν ψάχναμε την τσάντα της θα βρίσκαμε και το έξυπνο λάστιχο, αλλά μάλλον δεν βρήκε βρύση για να το συνδέσει. Η έξυπνη σίτα δεν χρειάστηκε γιατί, κατά τα φαινόμενα, τα κουνούπια αντέχουν μέχρι κάποια θερμοκρασία. Μετά εξαϋλώνονται.

Σε ότι αφορά την παράσταση, δεν είμαι και ο Γεωργουσόπουλος αλλά θε έλεγα ότι ήταν παράσταση τύπου πιτόγυρο Θεσσαλονίκης. Από αυτά που θέλεις δύο χέρια για να τα κρατήσεις. Διάρκεια σχεδόν δυόμιση ώρες. Με αρκετά καλά σημεία και μια γενική αίσθηση ότι έφαγες κάτι που σίγουρα δεν ήταν γκουρμέ αλλά ήταν νόστιμο και μάλλον θα το ξανάτρωγες.


Καλημέρα και καλή δροσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου