Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Μια φανταστική ιστορία

Τον είχαν ορμηνέψει, απέξω απέξω κάποιοι φίλοι που τον νοιάζονταν. Δεν του το είπαν στα ίσια γιατί ξέρανε τι στριμμένο άντερο ήταν και φοβόταν μήπως πάρει ανάποδες και η συμβουλές έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα.

«Κοίταξε. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και μάλλον εσύ δεν το έχεις καταλάβει. Πρόσεχε. Μην εκτίθεσαι. Κράτα και μερικές σκέψεις για τον εαυτό σου. Δεν χρειάζεται να τα δημοσιοποιείς όλα».

Στην αρχή το πήρε στην πλάκα. Τους κορόιδεψε. Μετά το ξανασκέφτηκε. Είτε είχανε δίκιο, είτε είχαν άδικο οι φίλοι του, εκείνος δεν θα σταματούσε. Δεν έκανε τίποτα κακό. Δεν παραβίαζε κάποιο νόμο. Την γνώμη του έλεγε και την έλεγε χωρίς περιστροφές. Οι άλλοι έπρεπε να έχουν πρόβλημα και όχι αυτός.

Ένα βράδυ γυρνούσε στο σπίτι πολύ αργά από τη δουλειά. Καθημερινή. Λιγοστός κόσμος έξω.  Ο δρόμος που ερχόταν από το αεροδρόμιο ήταν κλειστός. Σε κάθε διασταύρωση αστυνομικοί, με μοτοσυκλέτες και περιπολικά με αναμμένους φάρους, έκλειναν τον δρόμο. Σταμάτησε και αυτός και περίμενε. Δεν είχε ακούσει για κάποια «επίσημη επίσκεψη» στην πόλη. Ήταν πρώτος στην σειρά. Βγήκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε τους αστυνομικούς. Ένας άντρας γύρω στα πενήντα με μια μεγάλη κοιλιά που ξεχειλίζει από το παντελόνι της στολής και μια νεαρή αστυνομικίνα με κοντά ξανθά μαλλιά.

Προσπάθησε να τους πιάσει κουβέντα. Να μάθει τι συμβαίνει και πόση ώρα θα πρέπει να περιμένει. Του είπαν ότι δε ξέρουν, ότι αυτοί απλά πρέπει να απαγορεύουν την είσοδο στον κεντρικό δρόμο και τον συμβούλεψαν να επιστρέψει στο αυτοκίνητο του. Έβαλε το ραδιόφωνο αλλά οι περισσότεροι σταθμοί έπαιζαν νυχτερινό πρόγραμμα κονσέρβα. Ένας που είχε ζωντανό πρόγραμμα, το είχε αναθέσει σε πιτσιρικά, καμάκι δυτικών συνοικιών, που μιλούσε ακατάπαυστα ανάμεσα στο σκυλάδικα που έπαιζε. Μπήκε σε κανά δυο site στο ίντερνετ, αλλά πουθενά δεν έγραφε κάτι.

Κάθισε και περίμενε. Στη θέση του συνοδηγού είδε ένα σακουλάκι με μια τυρόπιτα που είχε πάρει το πρωί και δεν είχε προλάβει να την ακουμπήσει. Θυμήθηκε ότι δεν είχε φάει τίποτα όλη την ημέρα. Χαμός στο γραφείο αλλά στο τέλος της ημέρας όλα πήγαν καλά και ο πελάτης έμεινε ευχαριστημένος. Πήρε να μασουλάει την κρύα σφολιάτα. Από το ολότελα… Άνοιξε το θερμός με τον καφέ που έπαιρνε κάθε πρωί. Είχε περισσέψει μια γουλιά. Φυσικά κρύα. Χαμογέλασε. Αν αντί για κρύα τυρόπιτα, είχε ντόνατς θα ήταν σαν τους Αμερικάνους αστυνομικούς στις ταινίες που κάνουν παρακολουθήσεις.

Από μακριά ακούστηκαν μηχανές αυτοκινήτων που πλησίαζαν. Όταν έφτασαν μπροστά του παραξενεύτηκε. Ήταν ένα ολόκληρο κομβόι με κάτι λεωφορεία μαύρα που έμοιαζαν σαν αυτά των ΜΑΤ αλλά πιο καινούργια και πιο επιβλητικά. Ήταν γεμάτα. Σε ένα από αυτά που τα φώτα ήταν αναμμένα, πρόλαβε να δει τους επιβάτες. Φορούσαν στολές στα χρώματα του λεωφορείου και κάθονταν ακίνητοι στις θέσεις τους. Δεν ήξερε γιατί αλλά η όλη σκηνή του ενέπνεε φόβο. Μπορεί να ήταν η νύχτα σε συνδυασμό με την κούραση και την ένταση της ημέρας που έκαναν τα πάντα να δείχνουν αλλόκοτα.

Μετά από λίγη ώρα, η πομπή τελείωσε. Περίμεναν λίγο ακόμα και μετά ήλθε εντολή από τον ασύρματο να τους αφήσουν να περάσουν. Έφτασε στο σπίτι σε χρόνο μηδέν αφού ακολούθησε τον άδειο δρόμο. Αυτό που είχε παρακολουθήσει τον έτρωγε και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Όταν έπεσε στο κρεβάτι, όμως, η κούραση επιβλήθηκε στις ανησυχίες και ο ύπνος τον πήρε γρήγορα.

Τις επόμενες ημέρες ήταν τόση πίεση στη δουλειά που δεν ασχολήθηκε και πολύ με αυτό που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Ρώτησε κανά δυο συναδέλφους αν είχαν ακούσει κάτι και εκείνοι τον κορόιδεψαν ότι είχαν δει τον ρόμποκοπ να περιπολεί στην γειτονιά τους. Οι εφημερίδες και τα site δεν γράψανε κάτι. Δεν έδωσε συνέχεια.

Πέρασαν αρκετές μέρες, σίγουρα εβδομάδες, μπορεί και μήνας. Το επεισόδιο είχε ξεχαστεί. Είχε και τα δικά του σοβαρότερα προβλήματα να σκεφτεί. Το τελευταίο διάστημα λες και τους είχαν μουτζώσει στη δουλειά. Το πελατολόγιο φυλλορροούσε. Παλιοί πιστοί πελάτες, τους παρατούσαν για να δουλέψουν με τους ανταγωνιστές. Ένας καινούριος που είχε έλθει με μια μεγάλη δουλειά χάλασε την συμφωνία λίγο πριν να δώσει την προκαταβολή. Σα να μην έφτανε αυτό, δέχτηκαν έκτακτο έλεγχο από την εφορία και στους ελεγκτές τίποτα δεν άρεσε. Τους συμπεριφερόταν σα να ήταν απατεώνες. Βρήκαν και κάτι περίεργα τιμολόγια που εκείνος δεν είχε ξαναδεί και ο κίνδυνος για μεγάλο πρόστιμο ήταν ορατός. Ας φώναζε εκείνος ότι δεν είχε ιδέα για ποιο πράγμα μιλούσαν. Εκείνοι έκαναν σα να είχαν μπροστά τους τον Αλ Καπόνε. Από την τράπεζα τον ειδοποίησαν ότι οι λογαριασμοί του είχαν δεσμευτεί προληπτικώς. Γνωριζόταν με τον διευθυντή, εδώ και χρόνια, από τότε που ήταν ακόμα απλό teller. Μιλούσαν τακτικά και είχαν φιλικές σχέσεις. Του είπε ότι δυστυχώς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είχε δεχτεί τηλεφώνημα από τα κεντρικά με σαφείς οδηγίες. Ζήτησε συγνώμη αλλά ήταν ψυχρός και απόμακρος, σα να κρατούσε απόσταση ασφαλείας.

Αισθανόταν ότι δεχόταν επίθεση από παντού. Έδωσε άδεια για το υπόλοιπο της ημέρας στο προσωπικό. Έτσι και αλλιώς δεν είχαν κάτι να κάνουν. Κάθισε στο γραφείο του και προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. Ήταν απλή κακοτυχία, συνηθισμένα κεσάτια ή κάτι άλλο συνέβαινε; Από τις σκέψεις του, τον έβγαλε ένα χτύπημα στην πόρτα. Σε λίγο ξαναχτύπησαν.  Θυμήθηκε ότι ήταν μόνος του. Έπρεπε να ανοίξει εκείνος. Στην πόρτα στεκόταν τρεις άνδρες. Ο ένας φορούσε πολιτικά και οι άλλοι δύο κάτι μαύρες στολές. Αυτόν με τα πολιτικά τον ήξερε. Ήταν ένα ρεμάλι γνωστό στη γειτονιά, από αυτά που ξημεροβραδιάζονται στα καφέ πίνοντας ένα φραπέ όλη την ημέρα, συμπληρώνοντας νερό κάθε τόσο για να έχουν κάτι να ρουφάνε. Κανένας δεν τα είχε δει ποτέ να δουλεύει. Πενηντάρης με σκισμένο τζιν, κοτσίδα στο άπλυτο μαλλί και βρώμικο μπλουζάκι με την φάτσα του Τσε επάνω. Είχε ύφος θρασύ. Οι άλλοι δύο ήταν λες και είχαν βγει από το ίδιο καλούπι. Νέοι, ψηλοί, αθλητικοί, με μαλλιά κομμένα σε στυλ US Marine. Οι φάτσες τους μαρτυρούσαν ότι δεν ήταν Έλληνες. Ξαφνικά του ήλθε κάτι σαν Θεία φώτιση. Οι στολές που φορούσαν ήταν ίδιες με αυτές που είχε δει εκείνο το βράδυ, στην πομπή από το αεροδρόμιο. Πάγωσε. Τι ήθελαν από αυτόν; Τι έκαναν μαζί με το ρεμάλι;

«Να περάσουμε;» ρώτησε το ρεμάλι με το θρασύ ύφος. Δεν ήταν ακριβώς ερώτηση, καθώς την συνόδευε μια κίνηση για να μπει μέσα, σπρώχνοντας τον προς τα πίσω. Τον ακολούθησαν στο γραφείο του. Το ρεμάλι στρογγυλοκάθισε, σε μια από τις καρέκλες συνεργασίας, ενώ οι δύο αμίλητοι μαυροφορεμένοι στάθηκαν πίσω του, όρθιοι σε στάση ημιανάπαυσης, κοιτώντας στο κενό. Έβγαλε ένα χαρτάκι και έστριψε ένα τσιγάρο ανάμεσα στα κιτρινισμένα δάχτυλα του. Το άναψε χωρίς να ρωτήσει και κάτι ξέφτια από καπνό έπεσαν στο πάτωμα.  Δεν μάσησε τα λόγια του. «Ξέρουμε τι κάνεις. Σε παρακολουθούμε εδώ και αρκετό καιρό να μιλάς και να γράφεις εναντίον μας. Έχουμε έλθει για να σώσουμε την χώρα και κάτι τύποι σαν και σένα αντιδρούν. Αυτό δεν θα το ανεχτούμε. Θα σας τελειώσουμε. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και εσύ φαίνεται ότι δεν το κατάλαβες. Τώρα κάνουμε κουμάντο εμείς. Τις προηγούμενες μέρες πήρες ένα καλό μήνυμα. Βλέπεις ότι είμαστε παντού και ελέγχουμε τα πάντα. Ή θα συνεργαστείς ή θα σβήσεις». Την τελευταία πρόταση την συνόδεψε με ένα χαμόγελο που άφησε να φανούν τα στραβά κίτρινα από τη νικοτίνη δόντια του. Δεν περίμενε απάντηση. Σηκώθηκε και του έριξε ένα «φιλικό» χαστούκακι στο μάγουλο. «Συνεννοηθήκαμε, ελπίζω». Έκανε μεταβολή και έφυγε, ακολουθούμενος από τα δύο μουγκά μαυροντυμένα ντερέκια.

Σωριάστηκε στην καρέκλα του γραφείου του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που ζούσε. Σιγά σιγά όλα ξεκαθάριζαν στο μυαλό του. Οι παραινέσεις των φίλων. Το κομβόι του αεροδρομίου. Η «επίθεση» που δέχτηκε η δουλειά του. Τα στημένα τιμολόγια του ελέγχου. Η τράπεζα και τώρα η επίσκεψη. Το μυαλό του δούλευε με χίλιες στροφές. Ένιωθε πανικό. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Βγήκε έξω και άρχισε να περπατάει σα μεθυσμένος. Σε μια διάβαση παραλίγο να τον πατήσει ένα αυτοκίνητο και ο οδηγός τον έβρισε άσχημα. Τα βήματα του τον πήγαν στο κέντρο της πόλης. Συνάντησε μια πορεία συνταξιούχων. Παππούδες διαμαρτύρονταν για μια ακόμα μείωση στις συντάξεις. Έξω από το υπουργείο βρήκαν μια αλυσίδα από αστυνομικούς που τους απαγόρευαν να περάσουν. Φώναξαν λίγο και κάποιοι θερμόαιμοι θυμήθηκαν τα νιάτα τους και δοκίμασαν να επιτεθούν στους αστυνομικούς για να μπουν μέσα στο υπουργείο. Στεκόταν σε μια γωνία και παρακολουθούσε με ανάμικτα συναισθήματα θυμού και στενοχώριας. Ξαφνικά οι αστυνομικοί παραμέρισαν και από πίσω εμφανίστηκε μια διμοιρία μαυροντυμένων, σαν αυτούς που τον είχαν επισκεφτεί στο γραφείο. Πρέπει να ήταν εκεί από ώρα αλλά δεν τους είχες δει πιο πριν. Οι στολές τους διέθεταν όλα τα μέσα προστασίας, φορούσαν κράνη και κρατούσαν κάτι μεγάλα μαύρα γκλομπς και ασπίδες. Προχωρούσαν προς τα μπρος, σαν ρομπότ, απωθώντας τους παππούδες. Αυτοί φαινόταν να τα έχουν χαμένα. Ένας από αυτούς μπουρδουκλώθηκε και έπεσε κάτω. Οι μαυροντυμένοι συνέχισαν να προχωρούν και πέρασαν από πάνω του. Εκείνος στην αρχή ούρλιαξε, σφάδασε και στο τέλος σταμάτησε να κινείται.  Οι υπόλοιποι έντρομοι άρχισαν να διαλύονται. Οι μαυροντυμένοι συνέχισαν να τους καταδιώκουν και να τους κοπανούν με τα γκλομπς χωρίς να νοιάζονται. Μέσα σε λίγα λεπτά ο δρόμος ήταν γεμάτος από πεσμένα σώματα. Αίματα παντού. Κάποιοι ούρλιαζαν από τον πόνο. Κάποιοι κείτονταν ακίνητοι. Όλα θύμιζαν πεδίο μάχης. Οι μαυροφορεμένοι ανασυντάχθηκαν και επέστρεψαν στην είσοδο του υπουργείου, αμίλητοι όπως ήλθαν. Σε λίγο εμφανίστηκε από την πίσω μεριά ένα από τα λεωφορεία που είχε δει εκείνο το βράδυ και επιβιβάστηκαν σε αυτό. Η σκηνή ήταν βγαλμένη σαν από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Κανένας δεν μιλούσε. Πού και πού ακουγόταν κανένας από τους παππούδες να βογκάει.

Βγήκε από την κρυψώνα τους. Ήθελε να τρέξει να κρυφτεί αλλά ήθελε να πάει και να βοηθήσει και τους παππούδες. Δεν έκανε τίποτε από τα δύο. Στεκόταν σαν άγαλμα και κοιτούσε. Ήταν πλέον σαφές ότι, όπως του είπε και το ρεμάλι που τον επισκέφτηκε στο γραφείο, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Έπρεπε να προσαρμοστεί ή θα τον τελείωναν. Περίεργη λέξη η προσαρμογή που ταυτιζόταν με την υποταγή και έδινε ως αντάλλαγμα την επιβίωση.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου