Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Πήγα στους Άγαμους Θύτες

Χθες το βράδυ πήγα στους «Άγαμους» στο Θέατρο Δάσους, στην εξ αναβολής παράσταση, που ακολούθησε αυτή της μεγάλης βροχής πριν από μερικές εβδομάδες.

Φτάσαμε λίγο αργά, γιατί άργησα να τελειώσω από τη δουλειά. Είναι γνωστό ότι έχει έλθει η ανάπτυξη. Το off road animal που ακούει στο όνομα Matiz ξεδίπλωσε την δύναμη των 800 κυβικών του και σκαρφάλωσε σαν το κατσίκι στο κακοτράχαλο, ασφυκτικά γεμάτο, «parking». Το μέγεθος του, για το οποίο και επελέγει για να μας μεταφέρει εκεί, του επέτρεψε να βολευτεί κάθετα ανάμεσα σε δύο αυτοκίνητα στο στυλ «χωράω και εγώ; ενοχλώ; δεν ενοχλώ». Για μια ακόμα φορά θαύμασα την εξαιρετική οργάνωση του χώρου, με τα παιδιά που πουλούσαν τα μαξιλάρια από φελιζόλ σε ρόλο, ευγενέστατου πρέπει να το σημειώσω, παρκαδόρου.

Με αυτά και με εκείνα μπήκαμε στο θέατρο μισή ώρα πριν την έναρξη της παράστασης. Φουλ γεμάτο. Στο θέατρο αυτό δεν αγοράζεις θέση αλλά licence to enter. Τα παλιά χρόνια είχε τουλάχιστον διαχωρισμό σε δύο ή  τρία διαζώματα, ανάλογα με την παράσταση. Αν ήθελες και μπορούσες, έδινες κάτι παραπάνω και καθόσουν πιο κοντά. Τώρα που έχουμε κομουνισμό και οι κοινωνικές ανισότητες έχουν καταργηθεί, παίρνεις ένα εισιτήριο και όπου σε βγάλει. Και ανεβαίναμε, και ανεβαίναμε και σκεφτόμουν κρίμα να μην έχω μια σημαία να μπήξω στην κορυφή του βουνού, όπως κάνουν οι τύποι που ανεβαίνουν στο Έβερεστ.  

Τέλος πάντων κάποτε φτάσαμε σε άδειες θέσεις. Καθίσαμε. Το σοκ ήταν μεγάλο! Τα μπετά καίγανε! Άκουσα να τσιτσιρίζονται τα τροφαντά οπίσθια μου καθώς καθόμουν. Είναι γεγονός ότι διατηρώ ακόμα μερικά σωματομετρικά στοιχεία που ανέπτυξα προ κρίσης. Σκέφτηκα ότι αυτή είναι η τιμωρία μου για εκείνο το φιλέτο, ψημένο επάνω σε ζεστή ηφαιστειακή πέτρα, που είχα φάει κάποτε.

Κοίταξα μπροστά μου. Να μην παραπονιέμαι. Η θέα, στην πόλη όχι στην σκηνή, ήταν μαγευτική. Είχε και δροσιά εκεί στα ορεινά. Μετά από λίγο πέρασε ένας από τους ανθρώπους της διοργάνωσης και μας έδωσε κάτι καπελάκια με ένα κόκκινο φωτάκι επάνω. «Για τα αεροπλάνα», μου είπε «για την δική σας ασφάλεια και για την ασφάλεια των επιβατών»! Το φόρεσα, τι να έκανα.

Γύρισα και είδα την γειτονιά μας. Μου ερχόταν μια μυρωδιά λες και ψήνανε μηλόπιτα. «Ποιος χρυσοχέρης;», σκέφτηκα. Τελικά ήταν ένας τύπος που κάθε τόσο έβαζε ένα μαρκούτσι στο στόμα του και έβγαζε αρωματικούς ατμούς. Τζίφος, δεν θα φάμε, σκέφτηκα. Καλύτερα βέβαια από την κυρία δύο θέσεις μπροστά που είχε νταλκάδες και βάσανα και άναβε το ένα τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου και φυσούσε τον καπνό προς όλες τις κατευθύνσεις. Θα πω και τίποτα και θα με πουν γρουσούζη. Ποιόν; Εμένα που είμαι ο γλυκύτερος άνθρωπος και δεν γκρινιάζω ποτέ…

Καθόμουν και ρέμβαζα στο ηλιοβασίλεμα καθώς περίμενα να αρχίσει η παράσταση, η οποία άρχισε με περίπου μισή ώρα καθυστέρηση, όταν μου ήλθε κάτι σαν δροσερό αεράκι. Κοιτάω τα κυπαρίσσια στο βάθος, ακίνητα. Νετάρω πιο κοντά. Μπροστά μου, ακριβώς το προηγούμενο σκαλάκι καθόταν δύο συμπαθέστατες κυρίες προχωρημένης ηλικίας. Η μια από αυτές κρατούσε ανεμιστηράκι μπαταρίας και δροσιζόταν, δροσίζοντας και εμένα που βρισκόμουν ακριβώς από πίσω της. Καθόταν σε ένα περίεργο κατασκεύασμα που της παρείχε στήριξη σε πλάτη καρέκλας και της επέτρεπε να ακουμπάει πίσω. Υποθέτω ότι η κυρία πρέπει να ήταν ο καλύτερος πελάτης των telemarketing. Αν ψάχναμε την τσάντα της θα βρίσκαμε και το έξυπνο λάστιχο, αλλά μάλλον δεν βρήκε βρύση για να το συνδέσει. Η έξυπνη σίτα δεν χρειάστηκε γιατί, κατά τα φαινόμενα, τα κουνούπια αντέχουν μέχρι κάποια θερμοκρασία. Μετά εξαϋλώνονται.

Σε ότι αφορά την παράσταση, δεν είμαι και ο Γεωργουσόπουλος αλλά θε έλεγα ότι ήταν παράσταση τύπου πιτόγυρο Θεσσαλονίκης. Από αυτά που θέλεις δύο χέρια για να τα κρατήσεις. Διάρκεια σχεδόν δυόμιση ώρες. Με αρκετά καλά σημεία και μια γενική αίσθηση ότι έφαγες κάτι που σίγουρα δεν ήταν γκουρμέ αλλά ήταν νόστιμο και μάλλον θα το ξανάτρωγες.


Καλημέρα και καλή δροσία.

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Summer time

Έλα ήλθε επιτέλους η ζέστη που περίμενες. Όλοι χαρούμενοι και δικαιωμένοι. Μέχρι τα σκουπίδια μείναν για να την απολαύσουν με δύσοσμες εκκρίσεις.

Ξυπνάς, αφού έχεις περάσει ένα βράδυ, σαν το αρνί στη σούβλα. Μια δεξιά, μια αριστερά να βρεις το σεντόνι που δεν έχει βραχεί από τον ιδρώτα. Άδικος κόπος.

Σηκώνεσαι. Απέναντι ο παππούς με το κασκορσέ και το παντελόνι της πιζάμας πίνει τον Ελληνικό του, «στη δροσιά». Η γιαγιά στο βάθος κάτι τσιγαρίζει στην κουζίνα και τον ψέλνει.

Πας σέρνοντας ως την κουζίνα. Γρήγορες σίγουρες κινήσεις. Το ποτήρι. Η σκόνη του καφέ. Νερό. Φραπεδιστήρι σαν τροχός οδοντογιατρού. Παγάκια. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Άσε να έχουμε να λιώνουν.

Στήνεσαι απέναντι από τον παππού που κοιτάει στο κενό. Με τα χρόνια μάλλον έχει βρει ζεν μεθόδους για να απομακρύνεται από την γκρίνια της γιαγιάς. Είναι κάπου αλλού. Στο καφενείο να παίζει τάβλι με «τα παιδιά» ή ίσως και στο χωριό του μικρό παιδί, να κυνηγάει τα πρόβατα, πριν φύγει για την πόλη.

Βγάζεις τις παντόφλες και πατάς ξυπόλητος στα μάρμαρα. Επτά η ώρα το πρωί και καίνε. Ανοίγεις το λάστιχο. Το νερό, μετά από λίγο, βγαίνει δροσερό. Αγαλλίαση. Μνήμες από τα παιδικά χρόνια, να πλατσουρίζεις στη βεράντα του πατρικού. Ζεστό πλακάκι, δροσερό νερό και στη μέση τα πόδια σου να σε ευχαριστούν.

Αποφεύγεις να κοιτάξεις στον δρόμο, να δεις τα λοφάκια με τις σακούλες των σκουπιδιών. Αν συνεχιστεί έτσι δε μας βλέπω να μένουμε για πολύ στην πόλη. Στην Χαλκιδική τα πράγματα είναι πιο πολιτισμένα. Τις τύχες σου καθορίζουν πολιτικάντηδες μέσα σε κλιματιζόμενα γραφεία. Εσύ τους έχεις εξασφαλίσει ασυλία μακριά από την πραγματικότητα των πολλών.

Μεγάλη μέρα σήμερα για λόγους που ξέρεις εσύ και λίγοι ακόμα. Μην γκρινιάζει. Βάζεις στο πλάι όλες τις κακές σκέψεις και κρατάς τις καλές. Μάλλον έτσι προχωράει ο άνθρωπος, προς τα μπρος.

Αρχίζεις να το παζαρεύει με τον εαυτό σου για να ντυθείς. Δεν έχει σημασία τι θα βάλεις. Σε λίγο θα έχει κολλήσει επάνω σου σαν βρεμένη πατσαβούρα. Ακόμα και εσύ που μόλις βγήκες από το ντους, ίδρωσες σα να μην πέρασες ποτέ από εκεί.

Ανοίγεις το λάπτοπ. Συμβατές κάψουλες νεσπρέσο, 1000 κάρτες για 20€, κανένα δυο «το διάβασα» σε επαγγελματικά email (να που και άλλοι ξυπνούν νωρίς) και ένα λακωνικό email από το Νίκο από τα ξένα. «Άκουσε αυτό. Έχω κολλήσει». Κάτι μου λέει ότι θα κολλήσω και εγώ.

Καλημέρα.

https://www.youtube.com/watch?v=UyK6vnakGIg&feature=youtu.be&list=FLLiRIBQpjWINSgtpJ8o8VsQ&t=36







Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Τα σκουπίδια

Η είδηση είναι ότι ο Αμερικανός διάσημος ηθοποιός Will Smith με την οικογένεια του μάζεψαν σκουπίδια από μια βρώμικη παραλία στους Αντίπαξους. Παράλληλα συνεχίζεται η απεργία των συμβασιούχων των ΟΤΑ.

Όπως γίνεται πάντα, στην Ελλάδα, ο καθένας είδε και μετέφρασε με τον δικό του τρόπο την είδηση.

Αλέξης Τσίπρας : Θενκ γιου μίστερ Σμιθ αλλά θέλω να ξέρετε ότι είμαστε πάρα πολύ κοντά σε λύση του προβλήματος των σκουπιδιών για το οποίο ευθύνεται η αντιπολίτευση και οι προηγούμενες κυβερνήσεις των μνημονίων. Οι δικοί μας ψηφοφόροι δεν κάνουν μπάνιο στους Αντίπαξους.

Κυριάκος Μητσοτάκης : Ευχαριστούμε τον κύριο Smith και την κυβέρνηση των ΗΠΑ για την βοήθεια τους. Η λύση όμως είναι μια. Εκλογές τώρα και τη λύση να δώσει ο λαός.

KKE : Καταγγέλλουμε τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές και τα ντόπια τσιράκια τους για την προσπάθεια δημιουργίας απεργοσπαστικού μηχανισμού. Όλοι στη συγκέντρωση στην παραλία των Αντίπαξων. Ενότητα και αγώνα.

Πάνος Καμμένος : Ευχαριστούμε την κυβέρνηση των ΗΠΑ που είναι ο μόνος πραγματικός μας σύμμαχος. Μέχρι  και τα σκουπίδια μας μαζεύει.

Φώφη Γεννηματά : Ευχαριστούμε τον κύριο Σμιθ και την οικογένεια του, για την βοήθεια τους, αλλά εμείς ως Δημοκρατική Συμπαράταξη θέλουμε μια μόνιμη λύση για το πρόβλημα της αποκομιδής των σκουπιδιών και όχι ασπιρίνες.

Σταύρος Θεοδωράκης : Εμείς στο Ποτάμι από νωρίς έχουμε επεξεργαστεί ένα σχέδιο για την αποκομιδή των σκουπιδιών. Θα σας το παρουσιάσουμε αμέσως μετά το πέρας της απεργίας και την λύση του προβλήματος.

Βασίλης Λεβέντης : Σήμερα το πρωί επισκέφτηκα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και του είπα ότι η λύση είναι μια οικουμενική κυβέρνηση. Μόνο έτσι θα λυθεί το πρόβλημα της αποκομιδής των σκουπιδιών. Αυτός ο Αμερικάνος ο πώς τον λένε να πάει στο Μαϊάμι να μαζέψει σκουπίδια.

Χρυσή Αυγή : Αιρχωντε η αιγχρομι η ξαινει κε κλαιβουν τα σκουπειδεια μας.

Ευκλείδης Τσακαλώτος : Ζήτησα να βγω για κοκτέιλ με την Scarlett Johanssonκαι το Χόλυγουντ έστειλε τον Will Smith να μαζέψει τα σκουπίδια. Μα τι γίνεται; Κανένας δεν με καταλαβαίνει όταν μιλάω!

Φώτης Κουβέλης : Πάντως να ξέρετε ότι όταν φύγει ο κύριος Σμιθ και η οικογένεια του, προσφέρομαι να αναλάβω ενεργό ρόλο στην αποκομιδή των απορριμμάτων

Δήμος Θεσσαλονίκης : Ο Ορέστης Τσάνγκ φέρνει Κινέζους που θα βοηθήσουν στην αποκομιδή των απορριμμάτων.

Σκουρλέτης : Κάποιοι προσπαθούν να βάλουν από το παράθυρο, για να μην πω καλύτερα από την παραλία, στο παιχνίδι της αποκομιδής των σκουπιδιών, ξένους ιδιώτες. Αυτό δεν θα περάσει. Τα σκουπίδια ανήκουν στους συμβασιούχους.

Πρόεδροφ : Είμαστε σε αναζήτηση Πόντιου διεθνούς φήμης που θα ασχοληθεί με το μάζεμα των σκουπιδιών στις παραλίες της Χαλκιδικής, που σαν αυτή δεν έχει. Σύντομα θα έχετε νεότερα.

Κουντουρά : Στα πλαίσια της καμπάνιας του Υπουργείου Τουρισμού έχω προτείνει στον κύριο Σμιθ να γυρίσει ο ίδιος, ντυμένος πελεκάνος, το σποτάκι με θέμα «όχι σκουπίδια και πλαστικά σε θάλασσες και σε ακτές».

primeminister.gov.gr : καραπιπερίμ πιπερίμ πιπερίμ, ος κε σεκερίμ σεκερίμ σεκερίμ

Sakis Rouvas : Αύριο θα πάρω τα μικρά και την Κάτια και θα πάμε να μαζέψουμε σκουπίδια στην Αντίπαρο.

Ψινάκης / Δήμαρχος Μαραθώνα : Στις παραλίες του δήμου μας, φέτος τα σκουπίδια θα μαζέψουν ο Μάικλ Ντάγκλας με την Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και την Έλεν Ντιζτένερις.  

Namos Psarou Beach Mykonos : Το επόμενο Σαββατοκύριακο θα μαζέψει σκουπίδια στην παραλία μας ο Αντώνης Ρέμος. Τιμή πρώτης σακούλας δίπλα στον καλλιτέχνη 5.000€. Στην τιμή συμπεριλαμβάνεται αυτός που κρατάει τη σακούλα, αυτός που μαζεύει τα σκουπίδια και η κοπέλα που σου κάνει μασάζ για να χαλαρώσεις μετά το μάζεμα. Ελάχιστη κατανάλωση 10 σακούλες.  Τιμή μεγάλης μαύρης σακούλας 500€. Σακουλάκι polybag 300€.

Survivor : Η τελευταία δοκιμασία πριν τον τελικό θα είναι το μάζεμα των σκουπιδιών από την παραλία τους Αγίου Δομίνικου. Η ομάδα που θα κερδίσει γεμίζοντας τις περισσότερες μαύρες σακούλες, θα φάει καρυδομακαρονάδα.






Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Άνθρωποι

Ζούμε τη ζωή μας φορώντας μάσκες. «Εδώ μέσα», εκεί έξω. Είναι όμως μερικές φορές που σα να βλέπεις ένα πρόσωπο, δυο μάτια που είναι ο βατήρας που σου επιτρέπουν να βουτήξεις βαθιά μέσα στην ψυχή του άλλου και να βγεις ανανεωμένος.

Δύο πρόσφατα, άσχετα μεταξύ τους, παραδείγματα. Το ένα δυσάρεστο, το άλλο ευχάριστο. Τα παραθέτω με χρονολογική σειρά (η οποία δεν έχει σημασία) αλλά κρατώντας και το καλό στο τέλος για να σας γλυκάνω (που έχει σημασία).

Είδα και ξαναείδα ένα ρεπορτάζ του Euronews για τον σεισμό της Μυτιλήνης. Μεταξύ άλλων, μιλούσε και ένας άνθρωπος που, όπως είπε, είδε το σπίτι το δικό του, της μητέρας του και της πεθεράς του να γκρεμίζονται από τον σεισμό. Τον ρώτησε η δημοσιογράφος, τι θα κάνουν τώρα. Κοίταξε την κάμερα, με τα μάτια βατήρα προς την ψυχή του και είπε το αυτονόητο αλλά με συγκίνησε ο τρόπος του «Θα προσπαθήσουμε να τα ξαναφτιάξουμε. Αφού οι άνθρωποι είναι καλά…». Χωρίς υπερβολές, χωρίς κραυγές, με καθαρή σκέψη, με ορθολογισμό,  με αξιοπρέπεια.

Τα κοινωνικά δίκτυα είναι γεμάτα από φωτογραφίες και από αποθεωτικά σχόλια που της συνοδεύουν. Έχω μια φίλη, φεϊσμπουκική, όχι κανονική, με την οποία δεν έχουμε οποιαδήποτε επαφή ή αλληλεπίδραση, πλην της ιντερνετικής «φιλίας».  Ανήκει στους ανθρώπους με έντονη κοινωνική ζωή και δραστηριότητα. Έχω πέσει επάνω και έχω προσπεράσει δεκάδες φωτογραφίες της από κοινωνικές εκδηλώσεις. Λαμπερά, πλατιά, πλαστικά, χαμόγελα, τέτοια που απαιτούν οι εκδηλώσεις αυτού του τύπου. Πρόσφατα είδα μια φωτογραφία της από μια οικογενειακή εκδήλωση (ή κάτι τέτοια για να μην γίνω πιο συγκεκριμένος και αδιάκριτος) και την είδα να χαμογελάει με όλο το είναι της. Πώς να σου περιγράψω ένα χαμόγελο ζεστό, ανθρώπινο που ξεκινούσε από τις φτέρνες και έφτανε στην τελευταία τούφα του μαλλιού εκεί ψηλά επάνω στο κεφάλι της, διαπερνώντας όλο το σώμα. Έλαμπε!

Είναι δύο εικόνες που έχω συνέχεια στο μυαλό μου τις τελευταίες ημέρες και σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σας. Καλημέρα.


Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Είκοσι ανακατεμένα facts για έναν άντρα που γίνεται σήμερα είκοσι χρονών πατέρας.

Είκοσι ανακατεμένα facts για έναν άντρα που γίνεται σήμερα είκοσι χρονών πατέρας.

1    Δεν έχει γιορτάσει είκοσι «γιορτές του πατέρα» γιατί το φρούτο είναι καινούριο στην Ελλάδα. Ίσως όχι τόσο καινούριο σαν την «παγκόσμια ημέρα πιτόγυρου» αλλά σίγουρα καινούριο.

   Αυτό που συνέβει πριν από είκοσι χρόνια έχει, μαζί με όσα ανάλογα που μπορεί να ακολούθησαν, είναι το σημαντικότερο έργο της ζωής του, συνδυασμένο βέβαια με την πορεία αυτών των χρόνων.


   Το ψηλότερο βουνό της Αθήνας, ονομάζεται πατέρας. Άσχετο, αλλά βοηθάει στον να «ψηλώνει» ο πατέρας.   

    Ένα από τα πιο γλυκά, γλυκά ονομάζεται «μπαμπάς» και είναι ένα από τα διαχρονικότερα γλυκίσματα με πολλούς φανατικούς φίλους ανά τον κόσμο. Για την ιστορία σημειώνεται ότι δεν υπάρχει γλυκό «μαμά». Να τα λέμε και αυτά.


   Η γιορτή του πατέρα είναι μια κίνηση φιλανθρωπίας που έκαναν τα παιδιά προς τους πατεράδες τους, για να μην ζηλεύουν για την πραγματική γιορτή, την γιορτή της μητέρας. Αυτό πρέπει να εκτιμηθεί δεόντως.

6   Ψάξε όσο θέλεις, δεν θα τα βρεις. Δεν υπάρχουν τραγούδια, ποιήματα, έργα τέχνης που να φορούν την γιορτή αυτή. Ψάξε τώρα και για την γιορτή της μητέρας και κλάψε πατέρα. Ακόμα και ο Γούγλης την γιορτή της μητέρας την γιορτάζει με ένα τριαντάφυλλο ενώ του πατέρα με έναν … κάκτο!


    Το μωρό το παιδί, πρώτα λέει «μπαμπά» και μετά «μαμά». Μπορεί αυτό να έχει σχέση με τους διφθόγγους που «φρενάρουν» την γλώσσα του νηπίου αλλά αυτό δεν μειώνει σε τίποτα την σημασία της πρωτιάς.

     Οι πατεράδες που έχουν κόρες (όπως εγώ) αναμένουν στο ποτήρι με το κρύο νερό που θα τους προσφέρει το χέρι της κόρης τους. Αναμένουν, αναμένουν, αναμένουν και στη συνέχεια σερβίρονται μόνοι τους (η αφυδάτωση καραδοκεί) και πηγαίνουν και από ένα στα παιδιά τους που γεννήθηκαν κουρασμένα.


    Απόδειξη της θέσης που κατέχει στην ψυχή ενός παιδιού ο πατέρας είναι ότι ουδέποτε η κερκίδα ασχολήθηκε με τον πατέρα του διαιτητή.

   Από meeting σε meeting με ένα τηλέφωνο στο χέρι, ανεβασμένος σε μια σκαλωσιά, παλεύοντας με τα κύματα της θάλασσας ή με μια σκούπα στο χέρι, καθαρίζοντας δρόμους, ο πατέρας αγωνίζεται για να εξασφαλίσει ότι καλύτερο μπορεί για την οικογένεια του.


1   Την μέρα που έγινε για πρώτη φορά πατέρας, έβαλε έναν άνθρωπο πάνω από αυτόν στην ιεραρχία της ζωής του (κάτω βέβαια από την πεθερά του, την γυναίκα του και την γάτα αν υπάρχει στο σπίτι). Όσες φορές ξανάγινε πατέρας, συνέχισε να κατεβαίνει εκουσίως και ευχαρίστως θέσεις. Τίποτα δεν τον κάνει πιο χαρούμενο.

1  Όλο και πιο συχνά φέρνει στο μυαλό του, τα όσα τράβηξε ο δικός του πατέρας για λογαριασμό του και κλαίει πικρά. Αχ βρε μπαμπά…


    Συχνά πυκνά ανατρέχει στα όσα τον δίδαξε ο δικός του πατέρας και διορθώνει την πορεία του, σαν τον καπετάνιο που κάθεται με την πυξίδα και τον εξάντα, άντε και το GPS, πλέοντας σε αχαρτογράφητα νερά.  

    Είκοσι χρόνια αυτός πατέρας, μέχρι είκοσι χρονών και οι κόρες. Τα πράγματα αρχίζουν να ζορίζουν και οι σφαίρες στο δίκαννο δεν είναι ποτέ αρκετές. Τέλος πάντων ας κοπιάσουν οι «γαμπροί», πολιτισμένοι άνθρωποι είναι, να τους γνωρίσουν από κοντά, να μιλήσουν και ύστερα αρχίζουν τα κλοτσομπουνίδια που θα  τολμήσουν να κοιτάξουν ή (Θεός φυλάξει) να απλώσουν χέρι στα μωρά του. To whom it may concern.

1  Όπως θα έλεγε και η μαμά Portokalos, ο πατέρας είναι η κεφαλή της οικογένειας αλλά η μητέρα είναι ο λαιμός που γυρίζει το κεφάλι προς όποια μεριά αυτή θέλει. Δε πα να λέμε…


1   Τα παιδιά έρχονται χωρίς manual. Εδώ νυχοκόπτη ή μασαζοκαλσόν παίρνεις και έχει δέκα σελίδες για την ορθή χρήση και για το παιδί τίποτα. Άδικο. Προσωπικά είπα στον γιατρό να ψάξει καλύτερα στην «συσκευασία» αλλά με διαβεβαίωσε ότι δεν βρήκε κάτι. Για τον λόγο αυτό τα παιδιά θα πρέπει να καταλαβαίνουν ότι οι πατεράδες τους τα παραλαμβάνουν εντελώς ανίδεοι και ανεκπαίδευτοι. Να το πούμε χοντρά; Μαθαίνουν στου κασίδη το κεφάλι, αν μάθουν ποτέ! Πρέπει να δείχνουν επιείκεια.

    Είκοσι χρόνια πατέρας και συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι πια τόσο νέος και δεν θα είσαι για πάντα ακμαίος και δυνατός. Τα παιδιά σου είναι αυτά που αύριο μπορεί να χρειαστεί να αποφασίσουν για να σε αποσυνδέσουν από την αναπνευστική συσκευή… Κράτα μια πισινή. Μην τα ζορίσεις πολύ. Ποτέ δεν ξέρεις.


    Πριν από είκοσι χρόνια έγινες πατέρας και αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας σαφώς ευχάριστης διαδικασίας. Η σχέση σου με το παιδί ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς.

   Η λέξη «πατέρας» είναι διεθνής και σύνθετη. Προέρχεται από το Γαλλικό «pas» και το Ελληνικό «τέρας»… δηλαδή αυτός που δεν είναι τέρας. Άρα κάτι καλό θα έχει και αυτός ο φουκαράς.


    Είκοσι χρόνια πατέρας και βλέπεις τα παιδιά σου να μεγαλώνουν και να ανεξαρτητοποιούνται. Εύχεσαι κάθε μέρα να σε χρειάζονται λιγότερο. Όσο λιγότερο χρειάζεται να γυρνούν και να κοιτούν προς το μέρος σου, τόσο καλύτερη δουλειά έχεις κάνει.


Το κείμενο αυτό γράφηκε για να ευχαριστήσω την οικογενεια μου για όλους τους λόγους που έγραψα και για κάτι άλλα δικά μας που δεν σας αφορούν.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Η θεωρία καταρρέει, οι χοντροί είναι οι ωραίοι

Πέρσι τον Σεπτέμβριο πήρα μια απόφαση. Το επόμενο καλοκαίρι θα με βρει άλλο άνθρωπο. Τέρμα πια ο Παναγιώτης με τις στρογγυλάδες και τα κυμπαριλίκια.

Όλο τον χειμώνα έρεψα στην δίαιτα. Πέρασα άπειρες ώρες στο γυμναστήριο πάνω σε διαβολικά μηχανήματα και διαδρόμους. Έκανα γιόγκα και αερόμπικ. Μέχρι σολάριουμ κενίνησα για να αποκτήσω τον mediterranean skin color, αλλά γρήγορα τα παράτησα γιατί άρχισε να με παρακολουθεί το MI6 της τέως Μεγάλης Βρετανίας.

Το αποτέλεσμα με δικαίωσε. ‘Ήλθε ο Ιούνιος και με βρήκε παίδαρο. Εκεί που παλιά βρισκόταν η κοιλίτσα, τώρα κορδωνόταν φέτες οι κοιλιακή. Τι ραχιαίους, τι γλουτιαίους, μέχρι πολυελαίους απέκτησα. Όλα και όχι ένα απ’ όλα, όπως παράγγελνα στον καιρό της αμαρτίας. Ήμουν για πρώτη φορά έτοιμος για την παραλία. Έτοιμος να κάψω καρδιές.

Και ξαφνικά, έρχεται η ανάρτηση εκείνου του μυστήριου που έκραζε τα σώματα των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Πέσανε όλοι να τον φάνε. Τα πάχη μου τα κάλλη μου η μια. Έτσι είμαι και αν σου αρέσει ο άλλος. Ξαφνικά ποινικοποιήθηκαν οι παίδαροι. Μέχρι τους τύπους στο survivor άρχισαν να κοιτάνε με μισό μάτι.

Ένιωσα την γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Τι έπρεπε να κάνω; Αφού συσκέφτηκα με τον εαυτό μου, αποφάσισα ότι είχα κακό timming (κάτι σαν τις εκλογές της Theresa). Φέτος η θεωρία καταρρέει, οι χοντροί είναι οι ωραίοι, που έλεγαν και οι Άγαμοι. Την ανάγκη φιλοτιμία ποιώντας ξεκινώ ταχύρρυθμη προετοιμασία για να βρω τον παλιό μου εαυτό. Ελπίζω να προλάβω.

Όσοι με δείτε στην παραλία πιστεύω ότι θα εκπλαγείτε από το πόσο γρήγορα θα καταφέρω να βρω το παλιό μου στυλ. Κρίμα όμως γιατί το είχα συνηθίσει το μούσλι για πρωινό… Καλημέρα.


Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι του Ευθύμη και την Ελπινίκης

Σήμερα θα σας πω ένα παραμύθι.

Ο Ευθύμης ήταν ένας περίεργος τύπος. Αλητάκος, όχι ιδιαίτερα έξυπνος αλλά πονηρός και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του, για το οποίο καμάρωνε όταν βρισκόταν με τους κολλητούς του, ήταν ότι δεν σταματούσε πουθενά προκειμένου να πετύχει τους στόχους του. Έτσι ξεκίνησε από μικρός, έτσι συνέχισε όταν μεγάλωσε. Γιός αστικής οικογένειας, τον είχε τον τρόπο του. Ο μπαμπάς έκανε μια δουλειά που, εκείνα τα χρόνια άφηνε καλά λεφτά, και έτσι ο Ευθύμης μεγάλωσε εύκολα και ανέμελα. Πέρασε και στο πανεπιστήμιο αλλά δεν τον έλεγες και τον πιο επιμελή φοιτητή. Δεν διάβαζε, δεν έκανε εργασίες αλλά τα μαθήματα μια χαρά τα περνούσε. Είχε τον τρόπο του.

Μεγάλωσε αλλά δεν χρειάστηκε να δουλέψει. Δεν ήταν και κανένα μυρμήγκι να αγαπάει την δουλειά. Ακόμα και αν δεν το έλεγε σε κανένα, είχε βάλει από νωρίς στο μάτι την Ελπινίκη μια ψηλή, τροφαντή, ομορφούλα, αρχοντογυναίκα, που έμενε στην γειτονιά του. Κρατούσε από παλιά και σπουδαία οικογένεια. Όλοι είχαν να λένε για την ιστορία της. Οι ίδιοι λέγανε και για την περιουσία της που ήταν τεράστια, αλλά κανένας δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ότι την είχε δει.

Η Ελπινίκη ήταν παντρεμένη με τον Χρύσανθο … από πάντα και  όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν μέλι γάλα. Η δουλειές φαινόταν να πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο. Ο Χρύσανθος και οι βοηθοί του το είχαν ρίξει στο φαγοπότι. Το χρήμα έρεε άφθονο, αν και υπήρχαν κάποιοι καλοθελητές που υποστήριξαν ότι τα λεφτά δεν ήταν από την δουλειά αλλά δανικά. Ίσως να είχαν και δίκιο, αφού κάποτε στράβωσε το πράμα και άρχισαν τα ζόρια. Η δουλειά άρχισε να μην πηγαίνει καλά. Τα δάνεια δεν μπορούσαν να πληρωθούν, άρχισαν οι πιέσεις από τους δανειστές, το κλίμα στο σπίτι είχε βαρύνει άσχημα. Η κάποτε ομορφούλα και τροφαντή Ελπινίκη είχε γίνει πλέον σκιά του παλιού εαυτού της. Καυγάδες, φωνές στην ημερησία διάταξη.

Ανακατωσούρα. Ο Ευθύμης ανασκουμπώθηκε. Η καλύτερη του!  Στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται. Άρχισε να πλευρίζει την Ελπινίκη, που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν τολμούσε ούτε να την κοιτάξει. Άρχισε τα κομπλιμέντα. Είσαι κούκλα. Είσαι μοναδική. Μαζί θα κάνουμε θαύματα. Άσε τον γέρο το Χρύσανθο και έλα μαζί μου, θα περάσεις ζωή χαρισάμενη. Δεν θα σου λείπει τίποτα. Θα σε έχω βασίλισσα, όπως σου πρέπει.

Πολύ ήθελε; Το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη. Χωρίς να το πολυσκεφτεί παράτησε τον Χρύσανθο, που δεν ήταν και κανένα κελεπούρι για να λέμε και του στραβού το δίκιο, αλλά είχαν ζήσει μια ζωή μαζί και τουλάχιστον ήξερε τα στραβά του και τα καλά του. Από την πρώτη μέρα κιόλας φάνηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Ευθύμης είχε εξαντλήσει την δημιουργικότητα του μέχρι το σημείο που παντρεύτηκε την κάποτε τροφαντή Ελπινίκη. Από εκεί και πέρα τίποτα. Μόλις έβαλε στο χέρι την οικογενειακή επιχείρηση άρχισε να προωθεί σε θέσεις κλειδιά τους φίλους του. Ρεμάλι αυτός, χειρότερα ρεμάλια οι φίλοι του. Πεινασμένοι όπως ήταν έπεσαν με τα μούτρα στο ψητό.

Ο Ευθύμης από meeting σε meeting έκανε ότι μιλούσε για να βρει λύση, με τους πιστωτές της επιχείρησης, τις τράπεζες με τα δάνεια και τους προμηθευτές. Στην πραγματικότητα άφηνε τον καιρό να περνάει, λέγοντας ωραία μεγάλα λόγια αποκοιμίζοντας στην Ελπινίκη, η οποία ήταν τόσο θυμωμένη με τον Χρύσανθο που συνέχισε να πιστεύει, το νέο της έρωτα. Εκείνος και οι φίλοι του, είχαν βρει τον μήνα που θρέφει τους έντεκα, ενώ η Ελπινίκη υπέφερε.

Επιτέλους κάποτε φάνηκε να καταλαβαίνει την κοροϊδία. «Δεν σου υπογράφω άλλη επιταγή», του είπε. Εκεί ο Ευθύμης επιστράτευσε όλη του την γοητεία. «Κοντεύουμε αγάπη μου. Σχεδόν φτάσαμε στον στόχο μας. Το μέλλον είναι πια δικό μας. Νοικοκύρεψα τα πάντα και σε λίγες μέρες όλα τα κακά θα έχουν τελειώσει. Σκέφτομαι να βάλω το σμόκιν μου, που δεν έχω ξαναφορέσει, για να το γιορτάσω». Αν και μέσα της υπήρχαν πολλά που της φώναζαν ότι για μια ακόμη φορά την κορόιδευε, εκείνη, άλλο που δεν ήθελε, τον πίστεψε και του υπέγραψε μια ακόμα επιταγή.

Από την επόμενη κιόλας μέρα αποδείχτηκε ότι οι εσωτερικοί φόβοι της ήταν σωστοί. Όχι μόνο δεν είχε κλείσει συμφωνία αλλά αναγκάστηκε να βάλει και δεύτερη και τρίτη, σε κάποιες περιπτώσεις, υποθήκη στα περιουσιακά στοιχεία της. Η Ελπινίκη έπεσε σε κατάθλιψη. Τις νύχτες ονειρευόταν ότι έπαιρνε ένα μαστίγιο και πετούσε έξω από την ζωή της τον Ευθύμη και τα ρεμάλια τους φίλους του. Δυστυχώς το πρωί ξυπνούσε και έβλεπε ότι ο εφιάλτης της δεν θα τελείωνε τόσο εύκολα. Είχε πέσει σε κατάθλιψη και κάθε μέρα που περνούσε, μαράζωνε περισσότερο.

Οι μέρες περνούσαν και τίποτα δεν φαινόταν να αλλάζει προς το καλύτερο. Μόνο προς το χειρότερο.

Το παραμύθι μας κάπου εδώ τελειώνει. Δεν γνωρίζω τι έγινε στο τέλος αλλά με το μυαλό που έχει η Ελπινίκη ή με το ρεμάλι θα έμεινε ή θα βρήκε κανένα άλλο ρεμάλι να της λέει τα ίδια και να κλεφτεί μαζί του.


Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Του Αγίου Πνεύματος σήμερα.

Εμείς είμαστε άνθρωποι που ακολουθούμε το νόμο και την τάξη. Είπαν οι μετεωρολόγοι ότι θα βρέξει, πήραμε νιτσεράδα, γαλότσες και ομπρέλα και περιμέναμε. Λιακάδα έξω, εμείς εκεί όμως. Μπορεί ο καιρός να μην χάλασε όσο μας είχαν υποσχεθεί – φοβερίσει αλλά μια φοβέρα πάνω, μια φοβέρα κάτω, δεν θα τα χαλάσουμε. Εδώ έχουμε καταπιεί άλλα και άλλα…

Μας είπαν ότι από το βράδυ της Κυριακής ο καιρός φτιάχνει. Ως σωστοί πολίτες, πετάξαμε τις νιτσεράδες (περίεργο αλλά δεν μπορώ να πω αυτή τη λέξη και να μην σκεφτώ Σπύρο Παπαδόπουλο και Μπονάτσο στους «Απαράδεκτους»), βάλαμε τις γαλότσες στην παπουτσοθήκη (όλα τα κομφόρ της έχω της συζύγου), κλείσαμε και την ομπρέλα που είναι γρουσουζιά να ανοίγεις μέσα στο σπίτι και ήμασταν έτοιμοι για τας εξοχάς.

Εμείς στη Θεσσαλονίκη όταν λέμε «εξοχάς», το καλοκαίρι, εννοούμε την Χαλκιδική που σαν αυτή δεν έχει. Φορτώσαμε λοιπόν δύο ρουχαλάκια και μερικά τρόφιμα στο όχημα και βουρ για την περιοχή που κάποτε σνομπάραμε και τώρα δεν βλέπουμε την ώρα πότε θα πάμε. Θυμάμαι τα τριήμερα προ κρίσης, που αν έλεγες ότι θα πας Χαλκιδική σε βλέπανε σαν τον πτωχό Παναγιωτάκη που θα πάει στον Μπίθουλα. Τώρα όλοι σιλάνς.

Εμείς του δευτέρου ποδιού δεν πανηγυρίσαμε σαν τους καταραμένους του πρώτου που ευλογήθηκαν με 3,5 χιλιομετράκια φαρδιάς ασφάλτου και νομίζουν ότι απέκτησαν αυτοστράντα. Δείξαμε την ευαρέσκεια μας με ένα κούνημα της κεφαλής, σαν βασιλιάδες, και συνεχίσαμε τον δρόμο μας όπως πάντα.

Η Χαλκιδική άδεια. Η Θεσσαλονίκη το αυτό. Έχω την εντύπωση ότι όσοι μένουν στην πόλη κρύβονται από ντροπή και έτσι οι στατιστικολόγοι των Σαββατοκύριακων και των αργιών και μαζί τους και ο πρωθυπουργός Αλέξης, εξάγουν στρεβλά συμπεράσματα. Να μην λέω πολλά βέβαια γιατί τους έχω ικανούς να υποχρεώσουν όσους φουκαράδες μένουν πίσω να δίνουν το παρόν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους, κάθε πρωί αργίας.

Αφού για χρόνια παρέμεινε αναπάντητο το ερώτημα, αν η Πρωτομαγιά είναι αργία ή απεργία, καλούμαστε τώρα να απαντήσουμε αν η γιορτή του Αγίου Πνεύματος είναι αργία ή εργάσιμη. Στην Θεσσαλονίκη εδώ και χρόνια το είχαμε αργία, αφού έτσι αποφάσιζε ο τότε νομάρχης της καρδιάς μας. Άσε που είμαστε άνθρωποι του πνεύματος και συχνά πυκνά και του οινοπνεύματος και νιώθουμε να γιορτάζουμε την ημέρα αυτή. Για τις υπόλοιπες πόλεις της Ελλάδας, δεν γνωρίζω / δεν απαντώ.

Πήγαμε λοιπόν στην Χαλκιδική που τέτοιες μέρες είναι στα ντουζένια της. Φτάσαμε λίγο μετά τη δύση του ηλίου και όλα ήταν ήσυχα. Ο βραδινός ύπνος υπέροχος με δύο αηδόνια να υμνούν τον έρωτα τους στην παρακείμενη ρεματιά (κατά βάθος είμαι τόσο τρυφερός που κόβομαι με την καρδιά ενός μαρουλιού). Ένα κουνουπάκι που είχε την φαεινή ιδέα να μας επισκεφτεί, τώρα αναπαύεται εις τας αιωνίους μονάς των κουνουπιών πληρώνοντας την απερισκεψία του να αναμετρηθεί με το τσόκαρο μου. Ναι, το καλοκαίρι, φοράω τσόκαρα 80ς και δεν τα πετάω, παρά την γκρίνια της γυναίκας μου, γιατί έχουν κηρυχθεί διατηρητέα από το υπουργείο πολιτισμού, από τότε που υπουργός ήταν η συγχωρεμένη η Μελίνα.

Το πρωινό στο μέρος αυτό είναι ιερά μυσταγωγία. Πήγα στον φούρνο με τα πόδια και μέθυσα από την μυρωδιά των ανθισμένων αγγελικών και αγιοκλημάτων. Πήρα το τελειότερο ψωμί. Επέστρεψα σχεδόν τρέχοντας για να προλάβω να το φάω όσο είναι ζεστό. Τα κατάφερα. Ο παππούς ακόμα «το χει» αν του δώσεις ένα καλό κίνητρο… Η υπέροχη τραγανή κόρα και η ζεστή ψίχα παντρεύτηκαν με το κασέρι και την καπνιστή γαλοπούλα και αντάμειψαν τους κόπους μου.

Τώρα καθόμαστε εδώ και τα λέμε εδώ παρέα, χωνεύω για να μπορέσω να πλησιάσω στην θάλασσα. Αμφιβάλω εξαιρετικά για το ότι θα μπω μέσα. Είναι γνωστό ότι είμαι άνθρωπος συντηρητικός. Αν δεν έχουμε τον πρώτο νεκρό από τον καύσωνα δεν ξεθαρρεύω να μπω μέσα. Από μακριά και αγαπημένοι.


Καλημέρα και καλή φώτιση.  

Μια φανταστική ιστορία

Τον είχαν ορμηνέψει, απέξω απέξω κάποιοι φίλοι που τον νοιάζονταν. Δεν του το είπαν στα ίσια γιατί ξέρανε τι στριμμένο άντερο ήταν και φοβόταν μήπως πάρει ανάποδες και η συμβουλές έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα.

«Κοίταξε. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και μάλλον εσύ δεν το έχεις καταλάβει. Πρόσεχε. Μην εκτίθεσαι. Κράτα και μερικές σκέψεις για τον εαυτό σου. Δεν χρειάζεται να τα δημοσιοποιείς όλα».

Στην αρχή το πήρε στην πλάκα. Τους κορόιδεψε. Μετά το ξανασκέφτηκε. Είτε είχανε δίκιο, είτε είχαν άδικο οι φίλοι του, εκείνος δεν θα σταματούσε. Δεν έκανε τίποτα κακό. Δεν παραβίαζε κάποιο νόμο. Την γνώμη του έλεγε και την έλεγε χωρίς περιστροφές. Οι άλλοι έπρεπε να έχουν πρόβλημα και όχι αυτός.

Ένα βράδυ γυρνούσε στο σπίτι πολύ αργά από τη δουλειά. Καθημερινή. Λιγοστός κόσμος έξω.  Ο δρόμος που ερχόταν από το αεροδρόμιο ήταν κλειστός. Σε κάθε διασταύρωση αστυνομικοί, με μοτοσυκλέτες και περιπολικά με αναμμένους φάρους, έκλειναν τον δρόμο. Σταμάτησε και αυτός και περίμενε. Δεν είχε ακούσει για κάποια «επίσημη επίσκεψη» στην πόλη. Ήταν πρώτος στην σειρά. Βγήκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε τους αστυνομικούς. Ένας άντρας γύρω στα πενήντα με μια μεγάλη κοιλιά που ξεχειλίζει από το παντελόνι της στολής και μια νεαρή αστυνομικίνα με κοντά ξανθά μαλλιά.

Προσπάθησε να τους πιάσει κουβέντα. Να μάθει τι συμβαίνει και πόση ώρα θα πρέπει να περιμένει. Του είπαν ότι δε ξέρουν, ότι αυτοί απλά πρέπει να απαγορεύουν την είσοδο στον κεντρικό δρόμο και τον συμβούλεψαν να επιστρέψει στο αυτοκίνητο του. Έβαλε το ραδιόφωνο αλλά οι περισσότεροι σταθμοί έπαιζαν νυχτερινό πρόγραμμα κονσέρβα. Ένας που είχε ζωντανό πρόγραμμα, το είχε αναθέσει σε πιτσιρικά, καμάκι δυτικών συνοικιών, που μιλούσε ακατάπαυστα ανάμεσα στο σκυλάδικα που έπαιζε. Μπήκε σε κανά δυο site στο ίντερνετ, αλλά πουθενά δεν έγραφε κάτι.

Κάθισε και περίμενε. Στη θέση του συνοδηγού είδε ένα σακουλάκι με μια τυρόπιτα που είχε πάρει το πρωί και δεν είχε προλάβει να την ακουμπήσει. Θυμήθηκε ότι δεν είχε φάει τίποτα όλη την ημέρα. Χαμός στο γραφείο αλλά στο τέλος της ημέρας όλα πήγαν καλά και ο πελάτης έμεινε ευχαριστημένος. Πήρε να μασουλάει την κρύα σφολιάτα. Από το ολότελα… Άνοιξε το θερμός με τον καφέ που έπαιρνε κάθε πρωί. Είχε περισσέψει μια γουλιά. Φυσικά κρύα. Χαμογέλασε. Αν αντί για κρύα τυρόπιτα, είχε ντόνατς θα ήταν σαν τους Αμερικάνους αστυνομικούς στις ταινίες που κάνουν παρακολουθήσεις.

Από μακριά ακούστηκαν μηχανές αυτοκινήτων που πλησίαζαν. Όταν έφτασαν μπροστά του παραξενεύτηκε. Ήταν ένα ολόκληρο κομβόι με κάτι λεωφορεία μαύρα που έμοιαζαν σαν αυτά των ΜΑΤ αλλά πιο καινούργια και πιο επιβλητικά. Ήταν γεμάτα. Σε ένα από αυτά που τα φώτα ήταν αναμμένα, πρόλαβε να δει τους επιβάτες. Φορούσαν στολές στα χρώματα του λεωφορείου και κάθονταν ακίνητοι στις θέσεις τους. Δεν ήξερε γιατί αλλά η όλη σκηνή του ενέπνεε φόβο. Μπορεί να ήταν η νύχτα σε συνδυασμό με την κούραση και την ένταση της ημέρας που έκαναν τα πάντα να δείχνουν αλλόκοτα.

Μετά από λίγη ώρα, η πομπή τελείωσε. Περίμεναν λίγο ακόμα και μετά ήλθε εντολή από τον ασύρματο να τους αφήσουν να περάσουν. Έφτασε στο σπίτι σε χρόνο μηδέν αφού ακολούθησε τον άδειο δρόμο. Αυτό που είχε παρακολουθήσει τον έτρωγε και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Όταν έπεσε στο κρεβάτι, όμως, η κούραση επιβλήθηκε στις ανησυχίες και ο ύπνος τον πήρε γρήγορα.

Τις επόμενες ημέρες ήταν τόση πίεση στη δουλειά που δεν ασχολήθηκε και πολύ με αυτό που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Ρώτησε κανά δυο συναδέλφους αν είχαν ακούσει κάτι και εκείνοι τον κορόιδεψαν ότι είχαν δει τον ρόμποκοπ να περιπολεί στην γειτονιά τους. Οι εφημερίδες και τα site δεν γράψανε κάτι. Δεν έδωσε συνέχεια.

Πέρασαν αρκετές μέρες, σίγουρα εβδομάδες, μπορεί και μήνας. Το επεισόδιο είχε ξεχαστεί. Είχε και τα δικά του σοβαρότερα προβλήματα να σκεφτεί. Το τελευταίο διάστημα λες και τους είχαν μουτζώσει στη δουλειά. Το πελατολόγιο φυλλορροούσε. Παλιοί πιστοί πελάτες, τους παρατούσαν για να δουλέψουν με τους ανταγωνιστές. Ένας καινούριος που είχε έλθει με μια μεγάλη δουλειά χάλασε την συμφωνία λίγο πριν να δώσει την προκαταβολή. Σα να μην έφτανε αυτό, δέχτηκαν έκτακτο έλεγχο από την εφορία και στους ελεγκτές τίποτα δεν άρεσε. Τους συμπεριφερόταν σα να ήταν απατεώνες. Βρήκαν και κάτι περίεργα τιμολόγια που εκείνος δεν είχε ξαναδεί και ο κίνδυνος για μεγάλο πρόστιμο ήταν ορατός. Ας φώναζε εκείνος ότι δεν είχε ιδέα για ποιο πράγμα μιλούσαν. Εκείνοι έκαναν σα να είχαν μπροστά τους τον Αλ Καπόνε. Από την τράπεζα τον ειδοποίησαν ότι οι λογαριασμοί του είχαν δεσμευτεί προληπτικώς. Γνωριζόταν με τον διευθυντή, εδώ και χρόνια, από τότε που ήταν ακόμα απλό teller. Μιλούσαν τακτικά και είχαν φιλικές σχέσεις. Του είπε ότι δυστυχώς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είχε δεχτεί τηλεφώνημα από τα κεντρικά με σαφείς οδηγίες. Ζήτησε συγνώμη αλλά ήταν ψυχρός και απόμακρος, σα να κρατούσε απόσταση ασφαλείας.

Αισθανόταν ότι δεχόταν επίθεση από παντού. Έδωσε άδεια για το υπόλοιπο της ημέρας στο προσωπικό. Έτσι και αλλιώς δεν είχαν κάτι να κάνουν. Κάθισε στο γραφείο του και προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. Ήταν απλή κακοτυχία, συνηθισμένα κεσάτια ή κάτι άλλο συνέβαινε; Από τις σκέψεις του, τον έβγαλε ένα χτύπημα στην πόρτα. Σε λίγο ξαναχτύπησαν.  Θυμήθηκε ότι ήταν μόνος του. Έπρεπε να ανοίξει εκείνος. Στην πόρτα στεκόταν τρεις άνδρες. Ο ένας φορούσε πολιτικά και οι άλλοι δύο κάτι μαύρες στολές. Αυτόν με τα πολιτικά τον ήξερε. Ήταν ένα ρεμάλι γνωστό στη γειτονιά, από αυτά που ξημεροβραδιάζονται στα καφέ πίνοντας ένα φραπέ όλη την ημέρα, συμπληρώνοντας νερό κάθε τόσο για να έχουν κάτι να ρουφάνε. Κανένας δεν τα είχε δει ποτέ να δουλεύει. Πενηντάρης με σκισμένο τζιν, κοτσίδα στο άπλυτο μαλλί και βρώμικο μπλουζάκι με την φάτσα του Τσε επάνω. Είχε ύφος θρασύ. Οι άλλοι δύο ήταν λες και είχαν βγει από το ίδιο καλούπι. Νέοι, ψηλοί, αθλητικοί, με μαλλιά κομμένα σε στυλ US Marine. Οι φάτσες τους μαρτυρούσαν ότι δεν ήταν Έλληνες. Ξαφνικά του ήλθε κάτι σαν Θεία φώτιση. Οι στολές που φορούσαν ήταν ίδιες με αυτές που είχε δει εκείνο το βράδυ, στην πομπή από το αεροδρόμιο. Πάγωσε. Τι ήθελαν από αυτόν; Τι έκαναν μαζί με το ρεμάλι;

«Να περάσουμε;» ρώτησε το ρεμάλι με το θρασύ ύφος. Δεν ήταν ακριβώς ερώτηση, καθώς την συνόδευε μια κίνηση για να μπει μέσα, σπρώχνοντας τον προς τα πίσω. Τον ακολούθησαν στο γραφείο του. Το ρεμάλι στρογγυλοκάθισε, σε μια από τις καρέκλες συνεργασίας, ενώ οι δύο αμίλητοι μαυροφορεμένοι στάθηκαν πίσω του, όρθιοι σε στάση ημιανάπαυσης, κοιτώντας στο κενό. Έβγαλε ένα χαρτάκι και έστριψε ένα τσιγάρο ανάμεσα στα κιτρινισμένα δάχτυλα του. Το άναψε χωρίς να ρωτήσει και κάτι ξέφτια από καπνό έπεσαν στο πάτωμα.  Δεν μάσησε τα λόγια του. «Ξέρουμε τι κάνεις. Σε παρακολουθούμε εδώ και αρκετό καιρό να μιλάς και να γράφεις εναντίον μας. Έχουμε έλθει για να σώσουμε την χώρα και κάτι τύποι σαν και σένα αντιδρούν. Αυτό δεν θα το ανεχτούμε. Θα σας τελειώσουμε. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και εσύ φαίνεται ότι δεν το κατάλαβες. Τώρα κάνουμε κουμάντο εμείς. Τις προηγούμενες μέρες πήρες ένα καλό μήνυμα. Βλέπεις ότι είμαστε παντού και ελέγχουμε τα πάντα. Ή θα συνεργαστείς ή θα σβήσεις». Την τελευταία πρόταση την συνόδεψε με ένα χαμόγελο που άφησε να φανούν τα στραβά κίτρινα από τη νικοτίνη δόντια του. Δεν περίμενε απάντηση. Σηκώθηκε και του έριξε ένα «φιλικό» χαστούκακι στο μάγουλο. «Συνεννοηθήκαμε, ελπίζω». Έκανε μεταβολή και έφυγε, ακολουθούμενος από τα δύο μουγκά μαυροντυμένα ντερέκια.

Σωριάστηκε στην καρέκλα του γραφείου του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που ζούσε. Σιγά σιγά όλα ξεκαθάριζαν στο μυαλό του. Οι παραινέσεις των φίλων. Το κομβόι του αεροδρομίου. Η «επίθεση» που δέχτηκε η δουλειά του. Τα στημένα τιμολόγια του ελέγχου. Η τράπεζα και τώρα η επίσκεψη. Το μυαλό του δούλευε με χίλιες στροφές. Ένιωθε πανικό. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Βγήκε έξω και άρχισε να περπατάει σα μεθυσμένος. Σε μια διάβαση παραλίγο να τον πατήσει ένα αυτοκίνητο και ο οδηγός τον έβρισε άσχημα. Τα βήματα του τον πήγαν στο κέντρο της πόλης. Συνάντησε μια πορεία συνταξιούχων. Παππούδες διαμαρτύρονταν για μια ακόμα μείωση στις συντάξεις. Έξω από το υπουργείο βρήκαν μια αλυσίδα από αστυνομικούς που τους απαγόρευαν να περάσουν. Φώναξαν λίγο και κάποιοι θερμόαιμοι θυμήθηκαν τα νιάτα τους και δοκίμασαν να επιτεθούν στους αστυνομικούς για να μπουν μέσα στο υπουργείο. Στεκόταν σε μια γωνία και παρακολουθούσε με ανάμικτα συναισθήματα θυμού και στενοχώριας. Ξαφνικά οι αστυνομικοί παραμέρισαν και από πίσω εμφανίστηκε μια διμοιρία μαυροντυμένων, σαν αυτούς που τον είχαν επισκεφτεί στο γραφείο. Πρέπει να ήταν εκεί από ώρα αλλά δεν τους είχες δει πιο πριν. Οι στολές τους διέθεταν όλα τα μέσα προστασίας, φορούσαν κράνη και κρατούσαν κάτι μεγάλα μαύρα γκλομπς και ασπίδες. Προχωρούσαν προς τα μπρος, σαν ρομπότ, απωθώντας τους παππούδες. Αυτοί φαινόταν να τα έχουν χαμένα. Ένας από αυτούς μπουρδουκλώθηκε και έπεσε κάτω. Οι μαυροντυμένοι συνέχισαν να προχωρούν και πέρασαν από πάνω του. Εκείνος στην αρχή ούρλιαξε, σφάδασε και στο τέλος σταμάτησε να κινείται.  Οι υπόλοιποι έντρομοι άρχισαν να διαλύονται. Οι μαυροντυμένοι συνέχισαν να τους καταδιώκουν και να τους κοπανούν με τα γκλομπς χωρίς να νοιάζονται. Μέσα σε λίγα λεπτά ο δρόμος ήταν γεμάτος από πεσμένα σώματα. Αίματα παντού. Κάποιοι ούρλιαζαν από τον πόνο. Κάποιοι κείτονταν ακίνητοι. Όλα θύμιζαν πεδίο μάχης. Οι μαυροφορεμένοι ανασυντάχθηκαν και επέστρεψαν στην είσοδο του υπουργείου, αμίλητοι όπως ήλθαν. Σε λίγο εμφανίστηκε από την πίσω μεριά ένα από τα λεωφορεία που είχε δει εκείνο το βράδυ και επιβιβάστηκαν σε αυτό. Η σκηνή ήταν βγαλμένη σαν από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Κανένας δεν μιλούσε. Πού και πού ακουγόταν κανένας από τους παππούδες να βογκάει.

Βγήκε από την κρυψώνα τους. Ήθελε να τρέξει να κρυφτεί αλλά ήθελε να πάει και να βοηθήσει και τους παππούδες. Δεν έκανε τίποτε από τα δύο. Στεκόταν σαν άγαλμα και κοιτούσε. Ήταν πλέον σαφές ότι, όπως του είπε και το ρεμάλι που τον επισκέφτηκε στο γραφείο, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Έπρεπε να προσαρμοστεί ή θα τον τελείωναν. Περίεργη λέξη η προσαρμογή που ταυτιζόταν με την υποταγή και έδινε ως αντάλλαγμα την επιβίωση.