Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Μια χαμογελαστή καλημέρα

Ανοίγω το παράθυρο. Ήλιος! Κοιτάω ψηλά στον ουρανό. Ούτε ένα μαύρο σύννεφο. Κοιτάω καλύτερα. Κάπου θα κρύβονται. Νιώθω σαν το αδέσποτο σκυλάκι που έχει δεχτεί τόσα χτυπήματα και όταν το πλησιάζεις για να το χαϊδέψεις σε κοιτάζει μαζεμένο, με φόβο.

Η τριανταφυλλιά μου, η καινούρια, η κόκκινη που έχει τα τριαντάφυλλα τα μεγάλα που μυρίζουν, αποφάσισε να ξυπνήσει και πάλι και βγάζει σκούρα φρέσκα φύλλα και κλαδιά. Σε λίγο και λουλούδια.

Αδιαφορώ για ένα αυτοκίνητο που περνάει κάτω από το μπαλκόνι μου. Ο οδηγός έχει μισάνοιχτο το παράθυρο και βγαίνει καπνός από τσιγάρο. Τον αφήνω στην μιζέρια του. Ακούω μόνο δύο πουλιά που κάτι λένε, το ένα στο άλλο και ένα κοριτσάκι, μικρό, που περνάει από κάτω. Σέρνει μια τσάντα με ροδάκια, με το ένα χέρι, και με το άλλο κρατάει την μαμά του. Φοράει κόκκινο παντελόνι φουσκωμένο στον ποπό από το Pampers  και μιλάει ακατάπαυστα.  

Μπαίνω μέσα και πηγαίνω να ετοιμάσω το πρωινό μου. Νάτα μας! Αρχίζουν οι σκέψεις. Φίλτρου ή φραπέ. Basta. Έχουμε καιρό ακόμα για τα παγάκια. Μην ξανοίγεσαι. Φίλτρου. Η ομάδα θα παίξει συντηρητικά. Βάζω το ραδιόφωνο. Απορρίπτω τον ένα σταθμό μετά τον άλλο. Δεν θέλω να ακούσω για τις Βρυξέλες και την αξιολόγηση. Θεός σχωρέστον τον Μητσοτάκη αλλά φτάνει. Δεν με ενδιαφέρει ο ταξιτζής που δίνει ραπόρτο για την κίνηση στη Νέα Εγνατία και  την Κατσιμίδη. Θέλω να ακούσω την φυσική συνέχεια της κουβέντας των πουλιών και του μονόλογου της πιτσιρίκας. Δεν θέλω να ακούσω ό,τι και ο φουκαράς που κάπνιζε μέσα στο αυτοκίνητο. Είναι άνοιξη. Έρχεται καλοκαίρι.

Βρίσκω ένα σταθμό που παίζει μόνο μουσική και συνεχίζω. Έχω τον φόβο μην βγει καμμιά διαφήμιση και μου χαλάσει την μαγεία. Μαζί με το τοστ του πρωινού ετοιμάζω και ένα σάντουιτς να πάρω μαζί στην δουλειά. Καθαρίζω για να βάλω μέσα και ένα από τα αγγουράκια που έκοψα πρώτο χέρι για φέτος από τον μπαξέ μου. Είναι τραγανό, μέσα στους χυμούς και μοσχομυρίζει. Η μαμά μου έλεγε ότι η κάργα βλέπει το καργάκι της σα να είναι το πιο όμορφο παιδί, αλλά αυτό είναι αντικειμενικά υπέροχο. Έτσι θα είναι και μετά από 4-5 ώρες που θα το φάω στο γραφείο. Το δοκίμασα χθες.

Μπαίνει μέσα μου ο διάβολος να κάνω κοπάνα. Με τέτοια διάθεση πώς να πας στην δουλειά. Είναι βάσανο ο φίλος που φωνάζει εκδρομή. Πήρα κόκκινα γυαλιά και όλα γύρω σινεμά τα βλέπω. Σε εμένα δεν χρειάζονται κόκκινα γυαλιά. Αρκεί να τα δω με τα μάτια ενός παιδιού που χθες τελείωσε την πρώτη Λυκείου. Ναι ρε φίλε. 30 Μαΐου άρχισαν τις διακοπές. Έχουν μετρήσει ότι τους μένουν 114 μέρες μέχρι να αρχίσουν τα σχολεία. Αυτά τα παιδιά ζουν ένα διαφορετικό ένα ένα τέσσερα…

Τρεις μήνες ελευθερίας. Δεν είσαι τόσο μικρός για να είσαι κολλημένος στο σπίτι και στους γονείς. Δεν είσαι τόσο μεγάλος για να έχεις αρχίσει τους νταλκάδες με τις εξετάσεις και τα φροντιστήρια. Έχεις μια ζωή μπροστά και είναι άγραφο χαρτί. Κρατάς στυλό και κάνεις ότι θέλεις. Ζωγραφίζεις, γράφεις, κάνεις μουτζούρες. Η απόφαση είναι δικιά σου.


Παναγίτσα μου! Τι έχω πάθει σήμερα. Γράφω και χαμογελάω. Καλημέρα.

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Έφηβοι μεγάλης ηλικίας

Τα έχουμε πει, να μην τα ξαναλέμε. Το πρωινό του Σαββάτου αρχίζει με επίσκεψη στην Λαϊκή. Διαθέτω καροτσάκι και όλη την ξεφτίλα του μεσήλικα που ζουλάει ντομάτες (μέχρι να βγουν οι δικές μου στον μπαξέ) και χαϊδεύει βερίκοκα.

Χθες λοιπόν έβγαζα το foldable trolley (δεν «οδηγούμε» ότι και ότι) από το αυτοκίνητο για να αρχίσω την εξερεύνηση. Εκεί τους είδα. Ήταν πέντε λεβέντες σε ηλικίες 60-70 χρόνων. Τουλάχιστον τόσο τους έκανε το απροπόνητο μάτι μου. Είχαν μόλις τελειώσει τα ψώνια τους, στις 9:00 και έφευγαν. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι τώρα ξέρω πού πάνε οι συνταξιούχοι όταν δεν περιμένουν στις ουρές της Εθνικής τράπεζας και όταν δεν παίζουν κάτι αηδίες στα ΠΡΟΠΟτζίδικα, ή όπως τα λένε σήμερα.

Πήγαιναν σαν σκόρπια διαδήλωση. Άλλος μπροστά άλλος πίσω. Έκαναν πολλή φασαρία. Ο ένας γκρίνιαζε γιατί δεν είχε καρότσι και του είχαν φύγει τα χέρια να κουβαλάει τις σακούλες. Ο άλλος πείραζε τον μπροστινό του για κάτι που είπε σε αυτήν που πουλούσε τον γαύρο. Γέρικο καμάκι αλλά, έτσι είναι, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Κάποιος κάτι πέταξε για τα γεμιστά της Φωτίου και θυμήθηκα ότι κάποτε τα παραπολιτικά είχαν την πιπεράτη αξία τους στις συζητήσεις μεταξύ φίλων. Τώρα γενούν μόνο θλίψη και αποκαλύπτουν την μιζέρια και την γύμνια των κυβερνώντων.

Ανέβαιναν ασθμαίνοντας μια ανηφόρα και μου φάνηκε κάπως σα να διαγωνίζονταν ποιος θα φτάσει πρώτος στην κορυφή. Πρέπει να ήταν μαζί για χρόνια πολλά, ίσως από παιδιά. Η εικόνα τους ήταν κάτι ανάμεσα στους «εντιμότατους φίλους μου» και το τραγούδι που έλεγε «βρε πώς μπατιρίσαμε που σαρανταρίσαμε». Ο σπαθάτος ο Ανδρέας έγινε ένα μάτσο κρέας.

Τους καμάρωνα και τους ζήλευα. Θα έχουμε τόση ζωντάνια όταν θα φτάσουμε στην ηλικία τους; Θα φτάσουμε άραγε ποτέ στην ηλικία τους και αν φτάσουμε θα είμαστε συνταξιούχοι ή θα δουλεύουμε σαν Είλωτες μέχρι να αφήσουμε την τελευταία μας πνοή για να πιάσει η χώρα τους δημοσιονομικούς της στόχους;

Τέτοια σκεφτόμουνα όταν καλημέρισα τον τελευταίο από όλους που πέρασε από δίπλα μου. «Αφήσατε τίποτα και για μας ή τα πήρατε όλα;», τον ρώτησα. Γύρισε και μου ανταπέδωσε ξέπνοος την καλημέρα και μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα, γελώντας πονηρά. Καμώθηκα ότι κατάλαβα και του χαμογέλασα και εγώ.

Εκείνοι συνέχισαν τον δρόμο τους και εγώ πήγα να ζουλήξω ντομάτες, οι οποίες όμως, όπως είναι γνωστό, δεν κορνάρουν.


Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Το γεύμα της κυρίας Αλεξάνδρας

Η κυρία Αλεξάνδρα είναι ενενήντα χρονών. Τη μια στιγμή το λέει με καμάρι και την άλλη βάζει τα κλάματα γιατί πρόσφατα έπεσε και έσπασε τον γοφό της και «καλά πήγε η εγχείρηση αλλά δεν μπορεί να κάνει πια όσα έκανε». Μένει σε ένα μικρό σπιτάκι στην πάνω πόλη με το οποίο συναγωνίζονται στην παλαιότητα. Παλιό σπίτι αλλά περιποιημένο, όπως και εκείνη.

Σήμερα το πρωί έφτιαξε το καφεδάκι της, πήρε και ένα κουλουράκι πλεξούδα, από αυτά που φτιάχνει ο φούρνος στην γωνία, και κάθισε στο μπαλκονάκι για να τα απολαύσει στην δροσιά κάτω από το ανθισμένο γιασεμί που καλύπτει όλη την πρόσοψη τους παλιού κτιρίου και μοσχομυρίζει. Είναι διπλό, Χιώτικο, με μεγάλα άσπρα λουλούδια.

Κατά πώς το συνηθίζει άνοιξε και την τηλεόραση, που της κρατάει συντροφιά από τότε που ο άντρας της, ο παππάς, πέθανε και τα κορίτσια της φτιάξανε τα δικά τους νοικοκυριά. Δεν την ενδιαφέρει και πολύ τι βλέπει. Μόνο να νιώθει ότι κάτι υπάρχει, εκτός από τα τέσσερα ντουβάρια και την σιωπή.

Ρούφηξε την πρώτη γουλιά με θόρυβο και το ζεστό αρωματικό χαρμάνι, του Ελληνικού, της έκαψε την γλώσσα. Στην τηλεόραση έλεγε για μια βόμβα που σκότωσε είκοσι δύο παιδιά στην Αγγλία. Είχαν πάει σε μια συναυλία και κάποιος αποφάσισε να τα σκοτώσει. Πώς έγινε έτσι ο κόσμος; Μήπως ήταν πάντα έτσι και εμείς δεν τα μαθαίναμε; Ξεκινάς να πας σε διασκέδαση και καταλήγεις σε κηδεία. Έμεινε να κοιτάει το κενό.

Ξαφνικά σα να πήρε μια μεγάλη απόφαση. Κούτσα κούτσα πήγε μέχρι την παλιά σκαλιστή συρταριέρα. Άνοιξε το μεσαίο από τα παλιά βαριά συρτάρια και έβαλε από μέσα ένα άσπρο κεντητό τραπεζομάντιλο. Ήταν κομμάτι από την προίκα της που το είχε πάρει από την μητέρα της. Θυμάται ακόμα να το σιδερώνει πριν από τον γάμο, με εκείνα τα παλιά σίδερα που είχαν κάρβουνα μέσα. Έτρεμε η ψυχή της μην πεταχτεί κανένα καρβουνάκι και της το μαυρίσει. Είχαν περάσει χρόνια. Γιορτές, γλέντια, τραπέζια αλλά δεν το είχε χρησιμοποιήσει ποτέ. Ήταν το πιο καλό κομμάτι της προίκας και το κρατούσε για μια ειδική περίσταση. Ε λοιπόν σήμερα η περίσταση αυτή είχε έλθει! Ήταν ήδη ενενήντα χρονών, ποιος ξέρει αν θα ξημέρωνε την επόμενη μέρα. Το ίδιο ίσχυε για όλους. Ο κόσμος είχε τρελαθεί.

Έστρωσε το τραπέζι ισιάζοντας με δυσκολία τις τσακίσεις. Πήγε στο ψηλό ντουλάπι που φυλούσε το καλό σερβίτσιο. Έβγαζε ένα ένα τα βαριά πιάτα, με φόβο γιατί τα χέρια δεν την «ακούγαν» όπως παλιά. Πήρε και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα. Τα ταίριαξε όλα όμορφα επάνω στο εκλεκτό ύφασμα.

Έπιασε το τηλέφωνο. Μια μια τις κόρες, στη δουλειά. Μάνα θα σε πάρω σε λίγο, καίγομαι. Την πήραν. Να ρθείτε το μεσημέρι θα φτιάξω κολοκυθάκια γεμιστά, που αρέσουν και στα παιδιά σας. Θα ρθουν και οι άλλοι. Θα κάνω και μια πίτα. Όχι δεν κουράζομαι, να έτσι, ότι μπορώ. Μόνο για να βρεθούμε. Δύσκολο πράγμα να τους μαζέψεις όλους και μάλιστα καθημερινή. Ο ένας είχε ραντεβού, ο άλλος έπρεπε να πάει τα παιδιά στα Αγγλικά αλλά στο τέλος όλοι πείστηκαν και υποσχέθηκαν να δώσουν το παρόν.

Η κουζίνα πήρε φωτιά. Ο σπασμένος γοφός σα να κόλλησε με μιας. Ευτυχώς της είχε μείνει από παλιά και όταν ψώνιζε στη λαϊκή ψώνιζε τις παλιές ποσότητες. Συνήθως τα πετούσε και τα παιδιά γκρίνιαζαν και την μάλωναν. Πότε είχε συντελεστεί η αλλαγή και από εκεί που τα μάλωνε εκείνη τώρα μάλωναν εκείνα αυτήν, δεν το είχε καταλάβει. Ας έχει. Τα κολοκυθάκια κουφώθηκαν. Ο Ηλίας ο χασάπης από το μαγαζί του οποίου ψώνιζε από τότε που το είχε ο πατέρας του, της έφερε τον κιμά στην πόρτα. Καλό παιδί ο Ηλίας. Γεωπόνος είχε σπουδάσει αλλά σαν είδε τα ζόρια πήρε την δουλειά του μπαμπά και μια χαρά τα πάει. Το αυγολέμονο έγινε. Το φύλλο για την πίτα άνοιξε. Τα σπανάκια ζεματίστηκαν. Ας είναι καλά ο καταψύκτης, τώρα υπάρχουν όλες οι ευκολίες. Σαλάτες κόπηκαν και στολίστηκαν όμορφα στις καλές τις σαλατιέρες. Να και μερικά μεζεδάκια για να πιούν ένα ουζάκι πριν από το φαγητό οι γαμπροί, όπως κάνανε τα παλιά χρόνια. Ρολόι δεν κοίταζε. Δούλευε ακατάπαυστα. Θα έλεγες ότι τα πόδια που τον υπόλοιπο καιρό έσερνε, είχαν πάρει φωτιά.

Μετά τις τρεις άρχισαν να καταφτάνουν οι πρώτοι. Τα εγγόνια φασαρία στην αρχή, πεταμένες τσάντες στο πάτωμα και μετά ησυχία μπροστά στο κινητό. Είχε βάλει και ίντερνετ για να έχουν τα εγγόνια όποτε ερχόταν. Οι κόρες, ρε μάνα τι έχεις κάνει εδώ. Τόσα φαγητά και το καλό το σερβίτσιο. Σκοτώθηκες. Οι γαμπροί έπιασαν από νωρίς κουβέντα, για τον Τσίπρα, για τον Ιβάν και για τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ που δεν πάνε πουθενά. Φωνές, φασαρία και η σιγουριά ότι συμφωνούν πως διαφωνούν.

Κάθισαν στα τραπέζι. Δεν το θυμάμαι αυτό το τραπεζομάντηλο, λέει η πιο μικρή από τις κόρες, που δεν ήταν βέβαια τόσο μικρή πια. Δεν το θυμάσαι γιατί δεν το είχαμε χρησιμοποιήσει ποτέ. Περιμέναμε να έλθει η ειδική περίσταση και σήμερα ήλθε.

Τι γιορτάζουμε; Γιορτάζουμε ότι είμαστε σήμερα όλοι μαζί, επειδή το θέλουμε και μπορούμε. Ότι ο ήλιος ανέτειλε για μια ακόμα μέρα και για μας. Ότι σε ένα κόσμο τρελών εμείς μπορούμε και έχουμε τα λογικά μας. Ότι σε μια χώρα που πάει από το κακό στο χειρότερο, έχουμε  το καθημερινό μας.

Την άκουσαν για λίγο με προσοχή. Κοιτάχτηκαν παραξενευμένοι.  Τσούγκρισαν τα ποτήρια, σφραγίζοντας με αυτόν τον τρόπο την συναίνεση τους στα όσα άκουσαν και συνέχισαν τις συζητήσεις τους. Εκείνη καθόταν και τους καμάρωνε. Καμάρωνε για τα παιδιά και τα εγγόνια. Καμάρωνε που τα είχε καταφέρει να φτιάξει αυτό το γεύμα. Καμάρωνε που είχε βρει τη δύναμη να χρησιμοποιήσει το καλό τραπεζομάντιλο της προίκας.


Εκείνο το βράδυ δεν άνοιξε τηλεόραση. Μάζεψε την κουζίνα. Έπλυνε τα πιάτα, αρνούμενη πεισματικά την βοήθεια που της προσφέρθηκε. Τακτοποίησε τα σερβίτσια στην θέση τους. Μούσκεψε το καλό τραπεζομάντιλο, που τώρα είχε στάμπες από κρασί, πραγματικά παράσημα, αναμνηστικά της όμορφης μέρας. Έπεσε αποκαμωμένη στο κρεβάτι για να ξεκουραστεί. Στον ύπνο της είδε την μητέρα της και την γιαγιά της να την συγχαίρουν που πήρε την απόφαση να χρησιμοποιήσει επιτέλους την ναυαρχίδα της προίκας της και ξαφνικά βρέθηκε κοντά τους και ήταν όμορφα, πολύ όμορφα.

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Κωνσταντίνου και Ελένης

Σήμερα γιορτάζει ο Κωνσταντίνος και η Ελένη.

Κωνσταντίνος ή Κώστας είναι αυτός που δεν είναι Γιάννης ή Γιώργος. Είναι ας πούμε ο τρίτος πόλος και κάπου εδώ τελειώνουμε με τα mainstream ονόματα. Είναι το όνομα που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε προαπαιτούμενο για την αναρρίχηση στα υψηλά αξιώματα της δημοκρατίας μας. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι πρόεδροι της δημοκρατίας και πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης έφεραν αυτό το όνομα. Όνομα λομπίστικο, κατάφερε και παρέμεινε στις επιλογές των Ελλήνων ακόμα και όταν άρχισαν να ονομάζουν τα αγόρια τους Φρίξο, Φοίβο, Ιάκινθο. Αντικατέστησαν τον Κωστάκη με τον Κωνσταντίνο, δίνοντας του το απολεσθέν εκ της συντμήσεως λούστρο και συνέχισαν κανονικά την ονοματοδοσία προς μεγάλη ευχαρίστηση παππούδων και παππάδων.

Η Ελένη πάλι κρατάει μια καλή θέση στην δημοφιλία των γυναικείων ονομάτων. Μπορεί να μην είναι Μαρία αλλά σίγουρα έχει και αυτή την δυναμική της. Πρωταγωνίστρια στα προβλήματα της αριθμητικής στο δημοτικό μαζί με τον Γιαννάκη και τον Κωστάκη (Η μαμά έδωσε στην Ελενίτσα 10 πορτοκάλια, στον Γιαννάκη πέντε και στον Κωστάκη δύο. Τα μάζεψαν όλα σε ένα πανέρι. Από πόσα πορτοκάλια θα πάρει ο καθένας αν πάρουν όλοι τα ίδια;). Ισόβια παρτενέρ του Τοτού στα ανέκδοτα που τον έχουν πρωταγωνιστή και σίγουρα ένα από τα ονόματα για τα οποία καλό είναι να μην αναρωτηθούμε. «Ποια Ελένη;». Για κάποιους βέβαια θιασώτες των πρωινών και μεσημεριανών τηλεοπτικών θεαμάτων η απάντηση αβίαστα αναφέρεται στην αιώνια βασίλισσα αυτών των ζωνών.

Σε γιορτές σαν τη σημερινή τα παλιά χρόνια, ίσως όχι τόσο παλιά αφού ζούσα εγώ που είμαι νεότατος, γινόταν χαμός μεγάλος.

Έπρεπε να πας επίσκεψη σε αυτόν που γιόρταζε. Ετοίμαζαν οι άνθρωποι το σπίτι, άνοιγαν τα σαλόνια, που συνήθως εκείνα τα χρόνια τα είχαν κλειστά, και στηνόταν να περιμένουν τον κόσμο. Κόσμος και κοσμάκης. Συγγενείς, φίλοι, γείτονες και όλοι μαζί να βρίζουν την άδικη την μοίρα και τα κοινωνικά που τους έβαλε στην λούμπα. Φορούσε το ζευγάρι τα καλά του και πιανόταν αλα μπρατσέτα και η γυναίκα, συνήθως, ετοίμαζε σχέδιο μάχης. Πρώτα στον θείο Κώστα που είναι πιο μακριά, μετά στην θεία σου την Ελένη, όρεξη την είχαμε την ξινή, μετά στο αφεντικό σου, καλό είναι να τα έχουμε καλά μαζί του και στο τέλος θα πάμε στα παιδιά τον Κώστα και την Ελένη που θα έχουν μαζευτεί όλοι για κανένα κρασάκι.

Έπαιρναν και το κατιτίς. Λελουδικό ή πάστες ή αν ήταν μεγάλη η υποχρέωση καμιά τούρτα. Είχα θείο που τα έπαιρνε όλα από το ίδιο ζαχαροπλαστείο στη γειτονιά του και τα κουβαλούσε όλα μαζί και σε κάθε σπίτι που περνούσε άφηνε και από ένα. Σε όλους «μπαμπάδες», φτηνό και λουσάτο γλυκό και «έξω από την πόρτα». Σου ζητούσε να τα αποθηκεύσεις και τα έπαιρνε μαζί του καθώς έφευγε για τον επόμενο.

Στριμωχνόταν λοιπόν όλοι στο σαλόνι, σα να βρισκόταν σε αίθουσα αναμονής οδοντογιατρού. Μόνο τα περιοδικά απουσίαζαν από το σκηνικό. Και να τα πολιτικά, αν ήταν εποχές που επιτρεπόταν τέτοιες συζητήσεις, να τα ποδοσφαιρικά, να και τα κουτσομπολιά. Άντρες σε λεκτικές αψιμαχίες με τις γυναίκες να τους επαναφέρουν στην τάξη. «Πάτροκλε, έλα τώρα ηρέμισε!» και ο Πάτροκλος ηρεμούσε…

Υπήρχαν άνθρωποι που βρισκόταν κάθε χρόνο στην γιορτή του φίλου ή του κοινού συγγενή και μόνο τότε. Υπήρχε ο θείος με το κουστούμι που μύριζε ναφθαλίνη ή καμφορά, συνήθως σαν και το μυαλό του. Υπήρχε η θεία βουτηγμένη στο άρωμα μέχρι οισοφάγο που σε αγκάλιαζε και σου άφηνε μυρωδιά μέχρι την επόμενη φορά που θα την έβλεπες. Υπήρχαν και τα παιδιά που στην αρχή βαριόταν αφάνταστα μέσα σε άβολα ρούχα και παπούτσια και που μετά από λίγη ώρα συνασπιζόταν σε συμμορία και σήκωναν τον κόσμο στο ποδάρι, ενίοτε και τους γονείς τους που απαυδισμένοι τα έπαιρναν και έφευγαν προς γενική ανακούφιση.

Η νοικοκυρά πανταχού παρούσα και άφαντη ταυτοχρόνως. Πρώτο κέρασμα, δεύτερο κέρασμα, φοντάν. Ποιος πήρε, ποιος δεν πήρε. Αγκαλιές φιλιά. Σας ευχαριστούμε. Καλέ δεν έπρεπε. Πώς μεγάλωσε, πώς ομόρφυνε, πώς ψήλωσε, όλα με πέντε θαυμαστικά και δέκα καρδούλες, όπως βάζουν σήμερα στα social media.

Όταν ερχόταν η ώρα να φύγουν και οι τελευταίοι, όλοι ήταν εξουθενωμένοι. Αλλού χέρια αλλού πόδια. Το σπίτι που με φροντίδα προετοίμαζε η νοικοκυρά μια εβδομάδα πριν, έμοιαζε σαν την Αριστοτέλους μετά από προεκλογική συγκέντρωση παλιού τύπου. Προσεκτικό ξεδιάλεγμα των δώρων. Ποια θα κρατήσουμε, ποια θα πάμε δώρο. Αστικός μύθος θέλει κουτί με τυποποιημένα σοκολατάκια, από αυτά με την ανθοδέσμη με τα τριαντάφυλλα από έξω, να κάνει δύο τρεις φορές τον γύρω του σογιού μέχρι να καταλήξει και πάλι στον πρώτο που τα αγόρασε. Ευτυχώς εκείνα τα χρόνια δεν έγραφαν ημερομηνία λήξεως στα τρόφιμα.

Οι πιο προνοητικοί έβγαζαν μια ανακοίνωση από την προηγούμενη στην εφημερίδα «ο κύριος Τάδε δεν εορτάζει, ούτε δέχεται επισκέψεις». Ξέρω πολλούς που άφηναν αναστεναγμό ανακούφισης στην προοπτική του μείων ενός, ιδίως αν ήταν μια βαρετή κοινωνική υποχρέωση.

Τώρα τα πράγματα είναι απλά. Αφού περάσαμε από την εποχή του τυποποιημένου «ευφάνταστου», «χιουμοριστικού» SMS, το σαλόνι αντικατέστησαν οι τοίχοι του fb. Τα σοκολατάκια, τούρτες, ανθοδέσμες συνεχίζουν να προσφέρονται αλλά είναι virtual και αποστέλλονται μέσα από την άνεση του καναπέ και του πληκτρολογίου. Δεν το λες και πολύ κιμπάρικο, αφού το χέρι παραμένει σταθερά εκτός τσέπης, αλλά από την άλλη καλή διάθεση να υπάρχει και δεν θα τα χαλάσουμε στο δώρο.

Χρόνια πολλά Κώστα, Κωνσταντίνα, Ελενίτσα. Άλλο κακό να μη σας βρει.


Οι συγκοινωνίες

Ακολουθεί έκθεση του μικρού Παναγιωτάκη με θέμα «Οι δημόσιες συγκοινωνίες στην πόλη μου».

Η πόλη μου είναι η Θεσσαλονίκη και είναι μια μεγάλη πόλη επάνω στη θάλασσα. Ο θείος μου ο Τάκης, που μένει στην Αθήνα, λέει ότι είναι ερωτική. Εγώ δεν ξέρω τι είναι αυτό αλλά αν είναι έτσι γιατί γιορτάζει στις 26 Οκτωβρίου του Αγίου Δημητρίου και όχι στις 14 Φεβρουαρίου που είναι του Αγίου Βαλεντίνου; Ε; Η μαμά μου λέει ότι είμαι μικρός και έχω χρόνια για αυτά και δεν πρέπει να ασχολούμε με αυτά που λένε οι μεγάλοι.

Το σπίτι μας είναι στην Καλαμαριά αλλά ό μπαμπάς μου δουλεύει στο κέντρο. Κάθε πρωί παίρνει το λεωφορείο και πηγαίνει στην δουλειά του. Κάθε μήνα αγοράζει μια κάρτα, που έχει και την φωτογραφία του επάνω και την δείχνει όταν μπαίνει στο λεωφορείο και ο οδηγός του λέει «καλά πέρνα» και εκείνος περνάει και έτσι δεν φοβάται όταν μπαίνουν οι ελεγκτές. Ο μπαμπάς μου λέει ότι πρέπει να είμαστε σωστοί και να πληρώνουμε εισιτήριο και να μην κλέβουμε τον ΟΑΣΘ όπως μας κλέβει εκείνος με τα μηχανάκια του που τρώνε τα ρέστα.

Εδώ και μερικές μέρες δεν έχει πάλι, λέει, λεωφορεία και ο μπαμπάς μου λέει αυτοί που δουλεύουν στον ΟΑΣΘ που είναι δικές του οι συγκοινωνίες , κάνουν επίσχεση. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό αλλά σκέφτομαι ότι μόνο εμένα μου λένε να μην λέω κακές λέξεις και θα μου βάλουν πιπέρι στο στόμα και εκείνοι λένε ότι θέλουν. Θα μεγαλώσω όμως και θα λέω και εγώ ότι θέλω. Επίσχεση, επίσχεση, επίσχεση, να για να μάθουν.

Ρώτησα τον μπαμπά μου τι είναι αυτή η επίσχεση περιέργως δε μου έβαλε πιπέρι αλλά και μου είπε ότι αυτοί που δουλεύουν στον ΟΑΣΘ δεν πηγαίνουν στην δουλειά τους γιατί τους χρωστάει λεφτά ο ΟΑΣΘ. Αλλά δεν είμαι απεργία γιατί με την απεργία όταν δεν πηγαίνουν στην δουλειά το αφεντικό δεν σε πληρώνει αλλά με την επίσχεση είναι σα να δουλεύεις ενώ κάθεσαι. Και σκέφτηκα «τι έξυπνο» γιατί δεν μπορεί να το κάνει ο δικός μου ο μπαμπάς που όλο δουλεύει και ποτέ δε μας φτάνουν και η μαμά μου του λέει εσύ με τον σταυρό στο χέρι περιμένεις να προκόψεις και κοίτα τι κάνουν όλοι οι άλλοι και ξύπνα.

Ρώτησα τον μπαμπά μου γιατί δεν τους πληρώνει ο ΟΑΣΘ και μου είπε γιατί δεν έχει λεφτά. Και τι κάνει τα λεφτά που πληρώνουμε στα εισιτήρια, τον ξαναρώτησα. Δεν είναι μόνο τα λεφτά από τα εισιτήρια, μου απάντησε, αλλά είναι και όσα του δίνει το κράτος. Ότι λεφτά μαζεύει τα μοιράζονται πρώτα οι ιδιοκτήτες και ότι περισσεύει το δίνουν στους εργαζόμενους, στα πετρέλαια και στην ΔΕΗ που τους ανάβει τα φώτα. Δηλαδή, του λέω, όταν παίρνεις εσύ τον μισθό σου και πρώτα να πηγαίνουμε για ψώνια, για διακοπές και στα μπουζούκια και μετά να πληρώνουμε νοίκι, φως, νερό, τηλέφωνο και φόρους. Και ο μπαμπάς μου με κοίταξε περίεργα και μετά κοίταξε και την μαμά μου που εκείνη κοιτούσε εκείνον και όλοι κοιταζόμασταν και για πολύ ώρα δεν λέγαμε τίποτα.

Ο μπαμπάς μου για να πάει στην δουλειά το πρωί και να γυρίζει το μεσημέρι παίρνει ταξί και εγώ του λέω τι ωραία δεν θα σπρώχνεσαι στο λεωφορείο και δεν θα μυρίζεις τις μασχάλες των ιδρωμένων και δεν θα γκρινιάζεις. Εκείνος κατεβάζει το κεφάλι και μου λέει ότι τα λεφτά που δίνει για το ταξί είναι πιο πολλά από όσα τον πληρώνει το αφεντικό για να δουλεύει και εγώ σκέφτομαι ότι οι μεγάλοι είναι χαζοί που πρέπει να πληρώνουν από πάνω για να δουλεύουν. Ο μπαμπάς μου λέει ότι είμαι μικρός και θα καταλάβω αργότερα όταν μεγαλώσω και να μην λέω πολλά μην την πληρώσω εγώ τώρα.

Εμείς στην πόλη μας έχουμε βουλευτές και υπουργούς και ένα μεγάλο καινούργιο γραφείο του πρωθυπουργού, χωρίς πρωθυπουργό μέσα όμως, και περιφερειάρχη και δημάρχους και άλλους επίσημους, αλλά κανένας από αυτούς δεν ασχολείται με τον μπαμπά μου που κάθε μέρα παίρνει ταξί για να πάει στην δουλειά του. Ρωτάω τον μπαμπά μου γιατί γίνεται αυτό και μου είπε πάλι είσαι μικρός και δεν θα καταλάβεις αλλά ξαφνικά φούντωσε και είπε και κάτι άλλα για αυτούς τους κυρίους επίσημους και ευτυχώς η μαμά μου τον άκουσε γρήγορα και μου είπε να κλείσω τα αυτιά μου και ντροπή του να μιλάει έτσι μπροστά στο παιδί μην γίνει κανένας αλήτης.

Θα σας έλεγα και για τις άλλες δημόσιες συγκοινωνίες της πόλης μου αλλά δεν έχει άλλες και έτσι θα περιμένουμε πότε θα τελειώσει η επίσχεση για να δούμε αν θα περισσεύουν λεφτά για να έχουμε να φάμε στο σπίτι μας.


Θα τελειώσω την έκθεση μου με τον τρόπο που μας έχει μάθει ο κύριος που μας κάνει τα θρησκευτικά. Η πίστη σώζει.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Ομφάλιος λώρος

Κόσμος πολύς έξω από το ακτινολογικό, στα «Επείγοντα» του νοσοκομείου. Ο καθένας κυριολεκτικά ή μεταφορικά με τον πόνο του. Πρέπει να είναι η ώρα αιχμής, εκτός και αν είναι έτσι πάντα. Κάποιοι σε καρότσια, κάποιοι άλλοι σε φορεία, περιμένουν την σειρά τους.

Μια γυναίκα απροσδιόριστα μεγάλης ηλικίας, ξαπλωμένη σε ένα φορείο, φαίνεται να είναι στην χειρότερη κατάσταση από όλους. Φουσκωμένα πόδια στο τελείωμα της ρόμπας. Αναπνευστική συσκευή στο πρόσωπο. Ορός στο χέρι, κρεμασμένος στο πλάι του φορείου σταλάζει ένα διαφανές υγρό στο χέρι της. Δυσοσμία. Κάθε τόσο ανοίγει τα μάτια της και τα ξανακλείνει γρήγορα. Το χέρι με τον ορό «παίζει» σα να ψάχνει κάτι. Είναι το μόνο επάνω της που δείχνει να είναι ζωντανό με έντονη δραστηριότητα.

Δίπλα της όρθιος ένας άντρας γύρω στα σαράντα. Μάλλον ο γιός της. Έχει βλέμμα απόμακρο, μπορεί αδιάφορο, μπορεί παραιτημένο μετά από πολλές επαναλήψεις ανάλογων σκηνών. Ξαφνικά εκείνη καταφέρνει να του πιάσει το χέρι. Εκείνος γυρίζει και την κοιτάζει με το ίδιο απόμακρο βλέμμα. Κάτι σα να πάει να του πει αλλά είναι αδύνατο να ακουστεί μέσα από την μάσκα. Τα μάτια της εκφράζουν την αγωνίας της.

Δεν ξέρω αν το χέρι της, ζητάει βοήθεια ή αν δίνει θάρρος στο παιδί της. Για μένα, που το βλέπω από έξω, είναι ο ομφάλιος λώρος που δεν κόπηκε ποτέ. Τον κρατάει και είναι σα να του λέει «άσε με εμένα, πήγαινε κάνε τις δουλειές σου εγώ θα είμαι καλά». Η μάνα δεν σταματάει να δίνει στα παιδιά της μέχρι να αφήσει την τελευταία της πνοή.

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Κύπελλο στον Πύργο τον Λευκό

Δεν ξέρω αν το ακούσατε αλλά ο ΠΑΟΚ πήρε το κύπελο στο ποδόσφαιρο. Το γράφω εγώ γιατί η ομάδα και κυρίως οι φίλοι της, είναι χαμηλών τόνων και μπορεί να μην το καταλάβατε.

Άνοιξη, η νύχτα γλυκιά, είπαμε να πάμε μια βόλτα στο κέντρο. Περάσαμε από τον Λευκό Πύργο ενώ παιζόταν ο αγώνας. Οι καντίνες είχαν ακροβολιστεί από νωρίς. Γουρ γουρ από τις γεννήτριες. Φώτα πολύχρωμα, νέον. Καπνός από σουβλάκια. Προβολή του δικέφαλου στον Πύργο και προσμονή. Ταμπούρλο και Ποντιακά τραγούδια. Ένα μάτσο νέα παιδιά να χορεύουν πιασμένοι χέρι χέρι. Κάποια στιγμή σταματάει ο αργόσυρτος σκοπός και ο τραγουδιστής αναγγέλλει ότι ο κύριος Σαβίδης τους είπε να πάνε να χορεύουν μπροστά στον Λευκό Πύργο για να φέρουν τύχη στην ομάδα. Εκτός από τον χορό της βροχής έχουμε και τον χορό του κυπέλλου. Αφού δεν κάναμε και κανένα τάμα, σαν αυτό που έκανε η Μισέλ, πάλι καλά. Από την άλλη, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Whatever works που λένε και οι Πόντιοι.






Προχωράω παρακάτω. Πάγκοι με σημαίες διαφόρων μεγεθών. ΠΑΟΚ παντού. Γενικά επικρατεί ησυχία. Τα μαγαζιά που έχουν τηλεόραση να παίζει τον αγώνα έχουν κόσμο. Τα υπόλοιπα έχουν… ζευγαράκια ερωτευμένα…

Φτάνουμε στην Αριστοτέλους. Ξαφνικά ακούγονται κραυγές. Γκοοοολ και διάφοροι νεαροί, που κάθονταν σε ένα σουβλατζίδικο αρχίζουν να χοροπηδούν. Από δίπλα και κάποιες μπακουρόφατσες μέσης ηλικίας με σιδερωμένο τζιν και ακριβό κινητό. Η νίκη πλησιάζει. Ακούω κάτι για οφ σάιντ. Η σαφής γνώση του όρου είναι που ξεχωρίζει τους άντρες από τις γυναίκες. Στον τομέα αυτό εγώ … άσε καλύτερα φεύγω για Μύκονο. Σκράπας. Δύσκολα τα πράγματα. Έεεελα μωρέ λέει ο διπλανός μου, τόσα χρόνια τα κάναν σε μας. Έτσι είναι στην Ελλάδα. Δεν θέλεις δικαιοσύνη. Φωνάζεις μέχρι να μπεις στο κύκλο αυτών που τα κανονίζουν. Και το μήνυμα είχε δοθεί πιο νωρίς αυτή την εβδομάδα μέσα στην βουλή. Για να πάει καλά μια ομάδα πρέπει να είναι μεγάλη και μέσα και έξω από το γήπεδο. Μέχρι τώρα ο ΠΑΟΚ ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, μεγάλος μέσα στο γήπεδο και είδαμε τα χαΐρια του. Τώρα μεγάλωσε και απ΄έξω και έτσι έχουμε λόγο να πανηγυρίζουμε τις νίκες «για τα πανηγύρια». Στο κάτω κάτω της γραφής, ας μην το έτρωγε χαλβαδίστικα ο Γλυκός να μην έπρεπε να επέμβει το χέρι του Θεού και το σημαιάκι του επόπτη.

Με το σφύριγμα της λήξης το πάρτι ξεκινάει. Μπιπ μπιπ τα πρώτα μηχανάκια. Οι δρόμοι προς την παραλία κλειστοί για τα τετράτροχα. Τα δίτροχα no problem. Η τροχαία σε επιφυλακή. Φτάνουμε στον Λευκό Πύργο. Οι πρώτοι έχουν φτάσει πριν από εμάς. Εκεί που χορεύανε πιο πριν, οι σε διατεταγμένοι υπηρεσία Πόντιοι, τον χορό του κυπέλου τώρα έχουν ανάψει πυρσοί. Χέρια ψηλά και συνθήματα για τον κυπελλούχο. Ο λαός της ερωτικής πόλης  δεν ξεχνά να διατρανώσει την βούληση του να συνουσιαστεί με το Σύνταγμα και το Πασά Λιμάνι.

Από παντού έρχεται κόσμος. Κινητά αποθανατίζουν τις μεγάλες στιγμές. Ζευγαράκια βγάζουν ρομαντικές σέλφι με φόντο πυρσούς και ημίγυμνα ανδρικά κορμιά με ασπρόμαυρα κασκόλ.

Στην προβολή στον Πύργο έχει προστεθεί και το μήνυμα Κυπελλούχος 2017. Ωραία, κερδίσαμε, ώρα να φεύγουμε. Περνάμε ξανά ανάμεσα από τις καντίνες που τώρα έχουν ζωντανέψει περισσότερο και ψήνουν αβέρτα. Η έξαψη της νίκης φέρνει πείνα. Η νύχτα θα είναι μακριά. Ο λαός θα περιμένει τους παίκτες να επιστρέψουν.

Ένας πιτσιρικάς με κασκόλ και σημαία σταματάει και με ρωτάει αν ξέρω τι ώρα θα φτάσει η ομάδα. Το αγνοώ αλλά για να μην διαψεύσω την εμπιστοσύνη του στα γκρίζα μου μαλλιά του λέω με νόημα «θα αργήσουν». Έκφραση απογοήτευσης στο πρόσωπο του. Στο δρόμο διασταυρωνόμαστε με παρέες μπαμπάδων με γιούς που κρατούν σημαίες και όλο έξαψη κατεβαίνουν προς το κέντρο. Τα μηχανάκια μπιπ μπιπ. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και μαζί και στον πειρασμό. Μπιπ μπιπ αυτοί; Μπιπ μπιπ και εγώ. Μια φορά παίρνει η ομάδα κύπελλο αν και κάτι μου λέει ότι τώρα που μπήκαμε στην από μέσα όλο και θα μας έρχονται χαρές, εκεί που μας ερχόταν πίκρες.


Μπιπ μπιπ μπιπ ΠΑΟΚ ολέο!

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Ένα σακάκι που βέλαζε υπέροχα!

Φθινόπωρο 2016.

Η μικρή κόρη μου, που είναι μαθήτρια στην πρώτη λυκείου, γυρίζει από το σχολείο.
-          Μπαμπά θα λάβω μέρος στην θεατρική ομάδα του σχολείου.
-          Τι να σου πω παιδί μου. Τι είναι αυτό; Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα στα χρόνια μου. Ήμασταν και αρρένων, μέχρι κάποια τάξη, και δεν ήμασταν και πολύ των πολιτιστικών. Έναν συμμαθητή είχαμε που ήθελε να ανεβάσει θεατρικό έργο και κάθε φορά που το έλεγε… έτρωγε ξύλο ο καημένος. Βέβαια τώρα που μεγάλωσε το έκανε επάγγελμα και διαπρέπει. Μην σε δείρουν παιδί μου και εσένα εκεί που θα πας και μην μας γίνεις καμιά θεατρίνα. Θεός φυλάξει και δεν γίνεις γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός που γίναμε εμείς και καζαντίσαμε.
-          Μην φοβάσαι, δεν θα με δείρουν. Όσο για το δεύτερο…
-          Ωχ

Έτσι αρχίζουν όλα τα πράγματα στη ζωή μου. Με ένα ωχ. Ένα ωχ είπα όταν πέρασα στο πολυτεχνείο, ένα ωχ είπα όταν άνοιξα την πρώτη μου εταιρεία. Ένα ωχ όταν αποφάσισα να παντρευτώ και πολλά ωχ κάθε μέρα από τότε που απέκτησα παιδιά. Δεν φταίνε αυτά. Μια χαρά είναι τα παιδιά, αλλά έτσι είναι στη ζωή. Αυτά γεννιούνται, μεγαλώνουν, προχωράνε και εσύ λες ωχ. Είναι νόμος της φύσης.

Πρόβες, διαβάσματα, άγχος, ψάξιμο και ήλθε η χθεσινή μέρα της παράστασης. Θέατρο «Άνετον». Όνομα και πράμα. Μικρό θεατράκι, άνετες θέσεις. Ατμόσφαιρα οικογενειακή. Μαμάδες, μπαμπάδες, παππούδες, γιαγιάδες, αδέλφια, ξαδέλφια, θείοι, θείες, ξαδελφάκια, φίλοι, χαμός! Ο καθένας να κρατάει από δύο τρεις και να κοιτάει ένοχα την πόρτα. «Άντε πότε θα έλθουν».

Όμορφο σκηνικό. Έξυπνα στημένο. Κοίτα που «με τα ψέματα» μπορείς να βγάλεις αποτέλεσμα! Εννοώ τα «ψέματα που λέγαν και οι παλιοί», γιατί με τα άλλα δίνεις παράσταση, γίνεσαι κυβέρνηση και την περνάς κοτσάνι. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Το σκηνικό λοιπόν σε έβαζε κατευθείαν στο θέμα. Ένα δύσκολο θέμα, αφού αφορούσε την γραφειοκρατία. «Το σακάκι που βελάζει» το όνομα του θεατρικού.

Τα φώτα χαμηλώσαν, τα καμπανάκια ακούστηκαν και η παράσταση άρχισε. Ο χρόνος κυλούσε, νερό. Μια παράσταση απολαυστική με εφήβους ερασιτέχνες ηθοποιούς που είχαν πάρει το έργο, το είχαν κάνει δικό τους και μας το παρουσίασαν προς τέρψη των παρευρισκόμενων. Φυσικά δεν με λες αντικειμενικό κριτή αλλά  πέρασα δύο υπέροχες ώρες χωρίς να αλλάξω πλευρό στην καρέκλα να ξεμουδιάσει ο απαυτός μου.

Η παράσταση είχε και ζωντανή μουσική και τραγούδια. Επιλογές δύσκολες, περίεργες εκτελεσμένες εξαιρετικά, τόσο από τους μουσικούς όσο και από τις τραγουδίστριες. Από τον «τσομπανάκο» της Ελληνικής ραδιοφωνίας που ένωσε την δική μας γενιά με αυτή των παιδιών μας μέχρι το «με πνίγει τούτη η σιωπή». Χθες έγινε σαφές ότι αυτά τα παιδιά τα πνίγει η σιωπή αλλά ευτυχώς δεν πρόκειται να σιωπήσουν!

Δηλώνω ενθουσιασμένος με τους καθηγητές, δύο σχολείων παρακαλώ (14ο και 5ο), που ένωσαν τις δυνάμεις τους, ανάλωσαν προσωπικό χρόνο και κατάφεραν να κάνουν μια μεγάλη ομάδα εφήβων (πρέπει να ήταν πάνω από 20-25 παιδιά) να δουλέψει σαν μια καλολαδωμένη μηχανή. Με ανύπαρκτα οικονομικά μέσα, έβαλαν το μυαλό τους να δουλέψει και αξιοποίησαν δημιουργικά τα πιο απλά υλικά.

Δηλώνω κατενθουσιασμένος με την ομάδα των παιδιών που δούλεψαν άπειρες ώρες για να βγάλουν το αποτέλεσμα που θαυμάσαμε χθες. Από το παιδιά που κρατούσαν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, μέχρι αυτά που κουβαλούσαν τα μικρόφωνα και βοηθούσαν στην εναλλαγή των εμπνευσμένων σκηνικών, πήραμε ένα μάθημα του τι σημαίνει ομαδική δουλειά.

Είναι δυστυχώς σίγουρο ότι τα παιδιά αυτά θα κληθούν, στην ενήλικη ζωή τους, να κουρέψουν πολλά σακάκια που βελάζουν. Από χθες έχω την πεποίθηση ότι θα παλέψουν να είναι οι τελευταίοι που θα πρέπει να το κάνουν.  Στις δύσκολες ώρες χρειαζόμαστε καθαρόαιμα άτια και ας τους έλαχε ο ρόλος ξεκολλήματος του κάρου από τις λάσπες. Κάποια στιγμή είναι σίγουρο ότι θα τρέξουν και σε μεγάλους αγώνες και θα διακριθούν.

Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω; Ας ερχόσουν να δεις το έργο για να καταλάβεις…