Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Πρωτομαγιά

Η πρωτομαγιά είναι η πιο σημαντική πρωτομηνιά μετά την πρωτοχρονιά. Μια μικρή εξαίρεση για την πρωταπριλιά, μόνο για συγκεκριμένες όμως, ομάδες συμπολιτών μας. Είναι ενδιαφέρον ότι όλες οι διακεκριμένες πρώτες των μηνών είναι γένους θηλυκού. Δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει αυτό αλλά σίγουρα είναι κάτι που χρήζει διερεύνησης.

Μας πήρε αρκετά χρόνια να μαλώνουμε για το αν είναι αργία ή απεργία και χρειάστηκε να έλθει η τρέχουσα λαοπρόβλητη κυβέρνηση για να αποφασίσει, δια νόμου, ότι πρόκειται για αργία. Πώς ήταν εκείνος ο παλιός υπουργός που είχε καταργήσει την πάλι των τάξεων δια νόμου; Ακριβώς έτσι.  Αφού το λύσαμε λοιπόν αυτό  πάμε να δούμε τι ξέρουμε για την ημέρα αυτή αλλά και για τον μήνα. Τις περισσότερες πληροφορίες τις αντλούμε από τη ποίηση και την πεζογραφία.

Μαθαίνουμε ότι ο υπάρχει τουλάχιστον μια κοπέλα η οποία ονομάζεται «το κορίτσι του Μάη». Αναρωτιέμαι πώς την φωνάζουν οι φίλοι της. Περίεργο όνομα αλλά το διασταύρωσα και στο προφίλ του Μάη στο facebook όπου έγραφε «Σε Σχέση με το Κορίτσι του Μάη». Προσωπικά ζω περισσότερα από πενήντα χρόνια, αλλά δεν έχω γνωρίσει κάποια με το όνομα αυτό. Ίσως να φταίει η φτωχή κοινωνική ζωή μου, ίσως όμως και το γεγονός ότι ΑΑ στην καρδιά της η αγάπη δεν χωράει.

Ο Μάης είναι μήνας τσαχπίνης. Τρέχει από εδώ, τρέχει από εκεί κάποτε όμως τον πιάνεις. Γενιές και γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν προσπαθώντας να πιάσουν τον Μάη. Πώς πιάνεται όμως ο μήνας αυτός; Συνήθως λαμβάνει την μορφή λουλουδιών του αγρού που πλέκονται σε στεφάνια από μαμάδες που φορούν μεγάλα γυαλιά ηλίου και έχουν στις πλάτες τους ριγμένα πανωφόρια γιατί ακόμα ο καιρός είναι πότε έτσι και πότε αλλιώς και όλος ο κόσμος είναι άρρωστος αλλά πώς να μην είναι αφού ξυπνάς με κρύο, μετά κάνει ζέστη, ξεγυμνώνεσαι και εκεί την αρπάζεις. Κωστάκη φόρεσε το μπουφάν σου θα κρυώσεις και δεν θέλω αρρώστιες αυτή την εποχή!

Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν τεράστια λαχτάρα να συναντήσουν τον Μάη. Ειλικρινά δεν γνωρίζω από πού έρχονται οι μήνες, γενικά, και ο Μάιος, ειδικά,. Φήμες λένε ότι ο τελευταίος φτάνει στην εξοχή. Η Εξοχή τώρα είναι περιοχή λίγο έξω από την Θεσσαλονίκη η οποία με τα χρόνια γέμισε μεζονέτες μεγάλωσε και ενώθηκε με την πόλη. Σε μια από αυτές τις μεζονέτες, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες που διαθέτω, κατοικεί ο Μάης. Επειδή σήμερα είναι αργία-απεργία και ο ΟΑΣΘ δεν έχει λεωφορεία, πολλοί συμπολίτες μας, το κόβουν ποδαράδα, που κάνει και καλό στην καρδιά, και με βήμα ταχύ πηγαίνουν να προϋπαντήσουν τον Μάη στην Εξοχή.

Από παλιά τον Μάη τον υποδεχόμασταν με γλέντια, τραγούδια και χαρές. Ο Μάης είναι τύπος λαϊκός. Ξέρεις Καρράς, Χριστοδουλόπουλος και τα τιαύτα. Καμμιά φορά ακούει και δημοτικά και οι Έλληνες πιάνονται χέρι χέρι και κάνουν ότι χορεύουν στην πλατεία του χωριού και να τα τσίπουρα και τι καλά περάσαμε αλλά πώς θα βγούμε στην παραλία που δεν κλείνει το παντελόνι τώρα που φάγαμε σαν ζώα… Το σίγουρο είναι ότι δεν αγαπάει το ροκ εν ρολ. Εδώ θα με βρίσκει αντίθετο και του στέλνω σαφές μήνυμα ότι «χέι χέι Μάη Μάη, ροκ εν ρολ γουίλ νέβερ ντάι». Άντε γιατί πολλά μας τα είπε.

Καλό μήνα.



Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Μια Πρωτομαγιά

Δεν ξέρω αν ήταν έτσι πάντα ή αν απλώς τώρα πια μαθαίνουμε ότι συμβαίνει όταν συμβαίνει. Έβλεπα χθες εικόνες από τα επεισόδια στην Βραζιλία και ανάμεσα σε δακρυγόνα και σφαίρες ήταν και τα απαραίτητα πλέον προτεταμένα σελφόχερα που αποτύπωναν και ίσως και να μετέδιδαν ζωντανά, τα τεκταινόμενα. Πολλή πληροφορία και τα συμπεράσματα δύσκολα ως και αδύνατα.

Ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή και εμείς παρακολουθούμε σε ζωντανή μετάδοση. Δύο τρελοί (;) παίζουν το παιχνίδι τους που θυμίζει πλέον εκείνα τα τηλεοπτικά show που οι παίκτες διαγωνίζονται για το ποιος θα πατήσει πρώτος το κόκκινο κουμπί. Στην Ευρώπη, η ΕΕ όλο και περισσότερο μοιάζει με νυχτερινό μαγαζί που, μετά από μια – δυο επιτυχημένες σεζόν, οι αρχικοί ιδιοκτήτες το εγκαταλείπουν πουλώντας το σε κάτι δευτεροκλασάτους γουοναμπίδες. Στην γειτονιά μας, τα Σκόπια βαράνε διάλυση και η Τουρκία κλυδωνίζεται επικίνδυνα.  Στην χώρα μας έχουμε μπλέξει άσχημα. Κάτι απίθανα ανθρωπάκια, αφού φλόμωσαν στο ψέμα αυτούς που το τραβούσε η ψυχή τους, πήραν το πηδάλιο του καραβιού στα χέρια τους και κοπανούν το ταλαίπωρο σκαρί από ύφαλο σε ύφαλο. Μοναδική τους επιδίωξη να το κρατήσουν όσο γίνεται περισσότερο για να χαρούν το γεύμα στην πρώτη θέση και να βάλουν στις τσέπες τους τα ασημένια μαχαιροπίρουνα.

Τι κάθομαι όμως και σου γράφω εν μέσω τριημέρου. Τα ξέρεις και από την Τρίτη πάλι καιρός είναι να τα σκεφτείς. Οι αργίες είναι για να ξεφεύγεις και όχι για να αναμασάς τα προβλήματα σου. Όταν το παρών έχει τα χάλια του δεν υπάρχει καλύτερο φάρμακο από μια βαθιά βουτιά στο παρελθόν.

Ήταν, που λες, Πρωτομαγιά πριν από πολλά χρόνια. Πρέπει να ήταν στα πρώτα χρόνια μετά την χούντα. Τέσσερεις μεγάλοι και τρία παιδιά, στριμώχτηκαν σε ένα κατσαριδάκι και ξεκίνησαν για να ψήσουν αρνί στην Χαλκιδική. Σε ένα δασάκι στη Νέα Φώκαια. Κοίτα τώρα πόσα πράγμα έχει αυτή η πρόταση που θα κάνουν τους ανθρώπους της γενιάς των παιδιών μου να φρικάρουν.  Επτά άνθρωποι σε ένα αυτοκίνητο και μάλιστα μεγέθους κατσαριδακίου είναι κάτι που δεν το χωράει ο νους της γενιάς των πλευρικών αερόσακων και του ABS. Δεν χωράει στο μυαλό και το να ξεσπιτωθείς για να πας στην μέση του πουθενά, όχι ας πούμε σε ένα εξοχικό ή σε ένα ξενοδοχείο και να ψήσεις κοτζάμ αρνί. Εκείνα τα χρόνια λοιπόν, αν σου είχε περισσέψει κανένα αρνί από το Πάσχα (ναι γινόταν και τέτοια πράγματα) ή για κάποιο λόγο δεν είχες ψήσει το Πάσχα (Θεός φυλάξει) τότε μάζευες την παρέα και έψηνες την πρωτομαγιά. Έτσι για να μην αφήνεις εκκρεμότητες βρε αδελφέ.

Εκείνα τα χρόνια στην Χαλκιδική φύονταν ψηλά πεύκα που τα κλαδιά τους έφταναν μέχρι το νερό της θάλασσας. Με τα χρόνια τα χτύπησε μια αρρώστια και μεταλλάχτηκαν σε μεζονέτες και μπιτσόμπαρα. Πριν να γίνει όμως αυτό, η χαρούμενη παρέα που λέγαμε, συνεπικουρούμενη και από κάποιους άλλους που διέθεταν όχημα με καρότσα (για τους φίλους «Ντάτσουν») και στο οποίο φορτώθηκαν αρνί, σούβλα, κάρβουνα, τραπέζια, καρέκλες και ότι άλλο χρειαζόταν, έφτασε στο δασάκι. Άναψε φωτιά, κάτω από τα πεύκα (και άλλο φάουλ, το ξέρω αλλά το αδίκημα έχει παραγραφεί και μπορώ να αναφέρομαι σε αυτό ελεύθερα), έψησε το αρνί, έφαγε, ήπιε, χόρεψε, τραγούδησε, πέρασε καλά και αποφάσισε να γυρίσει στην πόλη.

Ο δρόμος της Χαλκιδικής περνούσε μέσα από το Πλαγιάρι και επειδή όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν, το κομπολόι με τα κόκκινα φωτάκια στα οπίσθια των αυτοκινήτων παρέμενε ακίνητο για πάρα πολλές ώρες. Η παρέα δεν πτοήθηκε. Οι μεγάλοι το διασκέδασαν βρίσκοντας φίλους και γνωστούς στα διπλανά οχήματα. Τα παιδιά κοιμήθηκαν στηρίζοντας νυσταγμένα κεφάλια σε πόδια γονέων και στα δροσερά μικροσκοπικά τζάμια του οχήματος.

Όταν έφτασαν στο σπίτι ήταν πλέον οι πρώτες πρωινές ώρες και όλοι αναρωτιόντουσαν πώς θα πήγαιναν την άλλη μέρα στο σχολείο ή την δουλειά. Δεν ξέρω για την δουλειά αλλά το γεγονός ότι κάποιος θυμάται όλα αυτά μετά από τόσα χρόνια μάλλον … σε σχολείο είχαν πάει και εκείνη την ημέρα.


Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Το μαγικό κουστούμι

Θα σου πω ένα παραμύθι για έναν αφράτο λιγομίλητο κύριο που όταν μιλούσε, μιλούσε μια περίεργη γλώσσα και είχε το μουσάκι του αη Βασίλη. Ο κύριο αυτός λοιπόν δοκίμαζε ένα κουστούμι και του ερχόταν μια χαρά. Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε κουστούμι. Ήταν μαγικό κουστούμι. Το περίεργο είναι ότι ενώ το είχαν φορέσει και άλλοι πριν από αυτόν έδειχνε πάντα καινούργιο.  Κοντοί, ψηλοί, χοντροί, λεπτοί, όλοι μπαίνουν μέσα και τους έρχεται γάντι. Μαγικά πράγματα.

Σε κάποιους παλιότερους θύμιζε έναν άλλο κύριο που είχε έλθει πριν πολλά χρόνια από την Αμερική με φράγκα πολλά. Πού τα είχε βρει κανένας δεν ήξερε αλλά αφού τα είχε και τα σκορπούσε, δεν ρωτούσαμε και πολλά. Δεν είμαστε και τίποτα κουτσομπόληδες... Ήταν όμως τίμιο παλικάρι και είχε καλό σκοπό. Φόρεσε το μαγικό κουστουμάκι και πήγε και ζήτησε να πάρει την αγαπημένη του λιμανιού. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που θα λέγαμε η «αγνή του λιμανιού» αλλά όλοι την αγαπούσαν και ήταν έτοιμοι να κάνουν τα πάντα γι αυτήν. Αφού την πήρε λοιπόν, ήταν πλέον έτοιμοι να κάνουν τα πάντα και γι αυτόν. Έτσι είναι οι συγγενείς. Κάτω στο λιμάνι τραγουδάν οι πολισμάνοι. Όχι μόνο τραγουδάνε αλλά και σφυρίζουν αδιάφορα. Έπρεπε να μας πάρει όλους η μπόχα από τις πάνες μιας χρήσης για να συγκινηθούν και οι πολισμάνοι και να σταματήσουν τον τραγούδι τους. Μέχρι τότε ο καλός κύριος είχε ανοίξει το πουγκί και αγόραζε, αγόραζε και σταματημό δεν είχε. Αγόραζε και τάιζε και όπως είναι γνωστό, όταν τρώμε δεν μιλάμε.

Δεν προλάβαμε να ησυχάσουμε από τον άνθρωπο με τις πάνες και μια νύχτα μας ήλθε άλλος κύριος. Ούτε και για αυτόν ξέραμε από πού ήλθε. Είχε όμως και αυτός καλό σκοπό. Φόρεσε και αυτός το μαγικό κουστουμάκι και πήγε και ζήτησε και πήρε την αγαπημένη της πόλης, που έτρεχε σαν την Χάιντη σε λιβάδια γεμάτα τριφύλλι. Άμα έχεις φράγκα κανένας δεν ψάχνει, από πού τα βρήκες. Το πήρε το κορίτσι και το σόι της έπινε νερό στο όνομα του. Έτσι είναι οι συγγενείς. Μην τολμήσει να πει κανένας κακό για τον δικό τους άνθρωπο. Φράγκα είχε, τι να τα κάνει άρχισε να αγοράζει και αυτός ότι έβρισκε μπροστά του. Ότι πουλιόταν το αγόραζε. Από οικόπεδα και επιχειρήσεις μέχρι ανθρώπους. Ένα βράδυ τον χάσαμε και αυτόν. Για ένα διάστημα όλοι λέγανε πού να πήγε αυτός ο άνθρωπος λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε, μέχρι που μάθαμε ότι τελικά άνοιξε η γη και τον κατάπιε στα αλήθεια και έτσι δεν ακούσαμε ξανά γι αυτόν.

Ο νέος λοιπόν χρήστης του μαγικού κουστουμιού ακολούθησε το παράδειγμα των άλλων δύο. Αφού τις αγαπημένες του λιμανιού και του λιβαδιού με τα τριφύλλια τις είχαν παντρευτεί οι προηγούμενοι, αναγκάστηκε να πάει να ζητήσει μια φτωχιά τσιγγάνα που την είχαν για χρόνια στα αζήτητα. Φόρεσε το μαγικό κουστούμι και πήγε. Κιμπάρης άνθρωπος. «Δεν θέλω προίκα» είπε, «Προίκα της είναι η όμορφη οικογένεια της» και όχι μόνο την παντρεύτηκε αλλά πλήρωσε και τα χρέη των γονιών και των παππούδων της. Είχε έλθει η ώρα να κάνει και αυτός χρήση του μαγικού κουστουμιού. Ξαφνικά όλα του έρχονταν βολικά. Όπως έλεγε και η γιαγιά μου «μέχρι τα κοκόρια γεννούσαν για χάρη του». Άνοιξε και αυτός το πουγκί και άρχισε να αγοράζει.

Εδώ σταματάμε για λίγο το παραμύθι μας γιατί είναι μεσημέρι Παρασκευής πριν από τριήμερο. Κάθομαι και σκέφτομαι την ιστορία του μαγικού κουστουμιού και στο ραδιόφωνο ακούω το τραγούδι που λέει «ότι αρχίζει ωραίο, τελειώνει με πόνο…». Καλά να περάσετε.


Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Πενήντα χρόνια από την ακούσια είσοδο στον γύψο.

Θλιβερό ότι κάποιοι σήμερα συνεχίζουν ή αρχίζουν να λοξοκοιτούν προς τα εκεί αλλοιώντας την ιστορία, δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα, ψάχνοντας να βρουν λύσεις εκεί που δεν υπάρχουν.

Θλιβερή η διάκριση ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς δικτάτορες, με σκοπό την εξιλέωση των μεν ή των δε.

Θλιβερό ότι κάποιοι στην Ελλάδα φαίνεται να θαυμάζουν ανάλογες «επαναστάσεις» σε άλλα μήκη και πλάτη της γης. Μην ξεχνάς ότι όλοι επαναστάτες αυτοβαπτίζονται, κανένας δεν δηλώνει δικτάτορας.

Ευχάριστο ότι οι λαοί μάχονται να αποδιώξουν, αυτούς τους λύκους που εμφανίστηκαν με ένδυμα προβάτου.

Θλιβερή και ανιστόρητη η, προσφιλής για πολλούς, παρομοίωση του εκάστοτε πολιτικού αντιπάλου, που κυβερνάει, με την χούντα.


Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Μια σούπα που την λένε μαγειρίτσα

Και είπε ο σοφός λαός με τις σοφές παραδόσεις του:

«Μετά τη νηστεία και την εκκλησία, στις δύο η ώρα τη νύχτα, να φάμε μια σουπίτσα να φτιάξει το στομαχάκι μας».

«Και τι να βάλουμε μέσα;».

«Να βάλουμε ότι περίσσεψε από το αρνάκι που σφάξαμε για να φάμε την άλλη μέρα».

Και έβαλε μέσα στην σούπα τα εντόσθια από το αρνί ψιλοκομμένα.

Και αναρωτήθηκε ο σοφός λαός με τις σοφές παραδόσεις:

«Μόνο αυτά;»

«Δίκιο έχεις. Γιορτή είναι. Ας βάλουμε μέσα και το χωράφι στο οποίο έβοσκε το αρνί και τώρα δεν το βοσκάει κανένας».

Και έβαλε μέσα ότι χορταρικό του κατέβασε η γκλάβα του.

Και ξανα-αναρωτήθηκε ο σοφός λαός με τις σοφές παραδόσεις:

«Μόνο αυτά;»

«Δίκιο έχεις. Γιορτή είναι. Ας βάλουμε και τα αυγά που μας μείνανε από το βάψιμο μαζί με λεμονάκι, να μην παραπονιούνται και τα δέντρα».

Και εγένετο σούπα. Και ονόμασαν, την σούπα αυτή, «Μαγειρίτσα», γιατί μόνο η μαγείρισσα τους γλίτωσε και δεν την βάλανε μέσα.

Και γύρισε ο σοφός λαός με τις σοφές παραδόσεις από την εκκλησία και έφαγε την σούπα και ντερλίκωσε και το άλλο πρωί ξύπνησε και αναρωτιόταν πότε το έφαγε το αμόνι του σιδερά και τι θα κάνει ο σιδεράς χωρίς αμόνι και τι θα κάνει αυτός με το αμόνι στην κοιλιά.

Και όσο αναρωτιότανε είπε να τσιμπήσει κάτι. Και έφτιαξε μεζέδες και ξεκίνησε να τους τρώει. Και επειδή δεν του κατέβαιναν άρχισε να πίνει και τσίπουρα για να ξεχνάει που είχε φάει το αμόνι του σιδερά και δεν χωνευόταν με τίποτα. Και ήλθε η ώρα να βγει το κοκορέτσι. Και ήλθε η ώρα να βγει το αρνί. Και έφαγε και ντερλίκωσε και πάλι και άρχισε να βογκάει. Και έτσι ξέχασε την σούπα που την είπαν μαγειρίτσα και την έφαγε το βράδυ και ήταν βαριά. Και ο σοφός λαός με τις σοφές παραδόσεις είπε την μέθοδο αυτή της χώνευσης «ομοιοπαθητική» και έτσι είναι γνωστή εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν.


Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Στον Επιτάφιο

Η νύχτα γλυκιά. Κόσμος πολύς στην λιτανεία. Μυρωδιές λουλουδιών, μπερδεμένες με το θυμίαμα και τις κολόνιες που ο παπάς και οι πιστοί έραναν τον επιτάφιο. Το τέλος μιας ημέρας με βαρύ και δύσκολο πρόγραμμα.

Φως Ιλαρόν και ανισοϋψείς ώμοι ευσεβών λεβεντόπαιδων που κουβαλούν το πολύτιμο φορτίο που κάθε τόσο λικνίζεται επικίνδυνα, αλλά πάντα τα καταφέρνει να ισορροπεί.

Ο παπάς και οι ψαλτάδες ψάλουν «ω γλυκύ μου έαρ». Μπαλκόνια φωτισμένα, γεμάτα με κόσμο.

Κάποιοι προσπαθούν να ακολουθήσουν τις ψαλμωδίες και άλλοι έχουν πιάσει ψιλοκουβεντούλα. Παιδιά γκρινιάζουν κρατώντας κεριά αναμμένα. Στις διασταυρώσεις η πομπή σταματάει. Όσοι ξέρουν τα λόγια ψάλουν μαζί, οι άλλοι απλώς κρατούν το ίσο.

Ανθισμένοι κήποι. Η φύση έτοιμη να εκραγεί σαν εφηβικό κορμί γεμάτο χυμούς.

Καταλήγουν στην εκκλησία. Ο επιτάφιος σηκώνεται ψηλά και οι πιστοί περνούν από κάτω.

Οι στοίχοι του Χατζηδάκη έρχονται στα αυτιά μου και καπακώνουν τις ψαλμωδίες.
Κι όλα σκεπασμένα 
από έναν τρυφερό μα κι αβάστακτο ουρανό
Εδώ σ’αυτόν τον δρόμο γεννιόνται και πεθαίνουν 
τα όνειρα τόσων παιδιών
ίσαμε την στιγμή που η αναπνοή τους
Θα ενωθεί με τ’ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου 
και θα χαθεί
Όμως την νύχτα δεν τους πιάνει ο ύπνος
Κι όταν δεν ονειρεύονται – τραγουδούν



Καλή Ανάσταση.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Οι κυρίες της Βαρβακείου

Μεγάλη εβδομάδα και τέτοιες μέρες τα προηγούμενα χρόνια μαθαίναμε για τις «κυρίες με τα μαύρα τζιπ» που εμφανιζόταν στην Βαρβάκειο αγορά και πλήρωναν για τα ψώνια των φτωχών συμπολιτών μας. Τα τελευταία δύο χρόνια τις έχουμε χάσει. Οι γνώμες, για το τι συνέβει, διίστανται.
Η αντικειμενική ΕΡΤ έκανε εκτενές ρεπορτάζ. Σύμφωνα λοιπόν με τον ρεπόρτερ, όταν πριν από δύο χρόνια, ήλθε η ΕΛΠΙΔΑ με την ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, οι κυρίες με τα θηριώδη μαύρα τζιπ δεν είχαν πλέον λόγο ύπαρξης. Η χώρα έχει μπει πλέον στον σταθερό δρόμο της ανάπτυξης. Ο λαός έχει ξαναβρεί την αξιοπρέπεια του. Οι δανειστές κιοτέψανε. Οι αγορές χορεύουν χασαποσέρβικο στους ρυθμούς που τους καθορίζει ο μεγάλος τιμονιέρης Αλέξης. Τα παιδιά στα σχολεία δεν λιποθυμούν πλέον από την πείνα. Οι συνταξιούχοι, απαλλαγμένοι από τον βραχνά του ΕΝΦΙΑ, περνούν όμορφες γιορτές με τις οικογένειες τους ξεκοκαλίζοντας την 13η σύνταξη. Σε ένα κράτος δικαίου κανένας δεν έχει πλέον ανάγκη από την φιλανθρωπία των κυριών με τα μαύρα τζιπ.
Αυτή η αιφνίδια για κάποιους, αναμενόμενη για άλλους αλλαγή στην ζωή των Ελλήνων είχε ως αποτέλεσμα οι γυναίκες αυτές να πέσουν σε κατάθλιψη. Ο λαός δεν τις είχε πλέον ανάγκη. Πούλησαν τα μαύρα τζιπ και εγκατέλειψαν την πρωτεύουσα για να εγκατασταθούν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί δεν είχαν ανάγκη από αυτοκίνητο καθώς το μετρό είχε μπει πλέον στις ράγες του. Ο κάποτε παντοδύναμος αμαρτωλός ΟΑΣΘ, είχε πλέον αντικατασταθεί ο τον αριστερό ηθικό ΟΑΣΘ μέρος του κεντρικού δικτύου συγκοινωνιών της συμπρωτεύουσας που διαχειριζόταν λεωφορεία, μετρό, θαλάσσια συγκοινωνία, τραμ, τελεφερίκ και το πιλοτικό πρόγραμμα διακτινισμών. Πίνουν πλέον τον καφέ τους στα πολυάριθμα καφέ της πόλης, που λειτουργούν με βάση τους αυστηρότατους κανόνες ανάπτυξης τραπεζοκαθισμάτων που έχει επιβάλει ο δήμος της Θεσσαλονίκης. Περιμένουν δε με λαχτάρα την άγια εκείνη ώρα που θα επιτραπεί επιτέλους να ανοίξουν μπαρ και να τοποθετηθούν τραπεζοκαθίσματα στη νέα νέα παραλία και ίσως και στον Λευκό Πύργο.

Το ρεπορτάζ τελειώνει με τις κυρίες να στέκονται γωνία Τσιμισκή και Αριστοτέλους και να παρακαλούν τους χορτάτους περαστικούς να δεχτούν από αυτές, ένα τσουρεκάκι του Τερκενλή. Οι περαστικοί αρνούνται ευγενικά και η ζωή συνεχίζεται.

Εντελώς αντίθετη εικόνα δυστυχώς δίνουν τα αντιπολιτευόμενα μέσα. Σύμφωνα με το δικό τους ρεπορτάζ οι «κυρίες με τα μαύρα τζιπ» δεν ούτε αυτές πλέον την δυνατότητα να βοηθήσουν τους φτωχούς συμπολίτες. Μετά από δύο χρόνια καταστροφικής διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ οι κυρίες έχουν παραδώσει τις πινακίδες των μαύρων τζιπ αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν την άγρια φορολογία.

Δύο χρόνια ΣΥΡΙΖΑ ήταν αρκετά για τους καταστρέψουν οικονομικά. Οι πολυτελείς επαύλεις τους στα βόρεια προάστια της Αθήνας κινδυνεύουν με πλειστηριασμό από τις τράπεζες. Κάποιοι διηγούνται ότι είδαν μια από αυτές μισότρελη με την γούνα της βρώμικη και σχισμένη να προχωράει στους διαδρόμους της Βαρβακείου και να φωνάζει «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη». Κάποιοι από τους χασάπηδες την ενέπαιζαν και άλλη πάλι την λυπόντουσαν και της έδιναν ένα ξεροκόμματο να φάει.

Κάποιοι άλλοι βεβαιώνουν ότι μετέφεραν την έδρα των επιχειρήσεων τους στην Βουλγαρία και πλέον ζουν ζωή χαρισάμενη μακριά από την εχθρική για την επιχειρηματικότητα και τους πολίτες της Ελλάδα.

Ποια είναι η αλήθεια; Εσύ αποφασίζεις, όπως πάντα.







Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Λαμπάδες

Θυμάμαι κάτι χρόνια παλιά, όταν ήμασταν εμείς παιδιά, που η λαμπάδα που έφερνε η νονά δεν ήταν υπερπαραγωγή. Κάτι μεγάλα κεριά ήταν, στα οποία βάζανε λίγο χρώμα και λίγη χρυσόσκονη, τα στραμπουλούσαν να πάρουν άλλο σχήμα και έξω από την πόρτα. Το βαφτιστήρι χαιρόταν και το Άγιο Φως μεταφέρονταν μια χαρά. Καμιά φορά η λαμπάδα έφτανε στην Ανάσταση σπασμένη καθώς τις χρησιμοποιούσαμε σαν σπαθιά για ξιφομαχίες. «Τα ακούγαμε» κανονικότατα και πηγαίναμε στην Ανάσταση με την σπασμένη λαμπάδα «για να μάθουμε».
Ήλθαν τα χρόνια της ευμάρειας και του καταναλωτισμού, και περάσαμε στις λαμπάδες «που διαφημίζει η τηλεόραση», τις πλήρωνες ένα σκασμό λεφτά και το κουτί έγραφε επάνω «η λαμπάδα ΔΩΡΕΑΝ»! Η λαμπάδα ήταν ένα σκέτο χρωματιστό κερί και τίποτα επάνω της δεν μαρτυρούσε την προέλευση της. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμα, στον καιρό της κρίσης, γιατί τα βαφτιστήρια μου όλα μεγάλωσαν και δεν ενδιαφέρονται πλέον για τέτοια πράγματα. Θυμάμαι όμως ότι πάντοτε αντιδρούσα στην ιδέα αυτής της μαζικής κακογουστιάς. Η αντίδραση μου αυτή βέβαια ίσως να μην έκανε και πολύ χαρούμενα τα παιδιά, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είχε εκπαιδευτικό χαρακτήρα…
Θυμάμαι ότι μια χρόνια έβλεπα στην τηλεόραση διαφήμιση με την λαμπάδα που συνοδευόταν από ένα τέρας (ή μήπως γινόταν το αντίθετο) και η διαφήμιση έλεγε «στην γιορτή της αγάπης χαρίστε την απόλυτη πολεμική μηχανή». Προφανώς ο άνθρωπος που έγραφε τα κείμενα ήταν βλαμμένος.
Οι νονοί που δεν θέλαμε λοιπόν τα διαφημιζόμενα και τα τέρατα προσπαθούσαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Δεν είμαι και πολύ σίγουρος για το τι καταφέρναμε και κατά πόσο αυτό ευχαριστούσε τα παιδιά. Πάντως «πράταμε κατά συνείδηση». Είχαμε βρει κάποια μαγαζιά που ότι ήθελες στο μετέτρεπαν σε πασχαλινή λαμπάδα. Έπαιρνες ένα δωράκι και το κολλούσαν επάνω. Του έβαζαν και κάτι κορδέλες και κάτι χάντρες και το αποτέλεσμα ήταν πολύ αξιοπρεπές.
Μεγάλη μου αγάπη ήταν πάντα τα πασχαλινά αυγά που συνόδευαν την λαμπάδα. Όχι τα κανονικά (καλά είναι και αυτά βέβαια) αλλά τα σοκολατένια και τα άλλα που ήταν σαν κουτιά, χωρίζονταν στα δύο και είχαν μέσα καραμέλες. Μεγάλο παζάρι με την μαμά για να δοκιμάσουμε λίγη από την σοκολάτα πριν από το Πάσχα. Βράχος εκείνη απαγόρευε τέτοιες παρεκκλίσεις και έτσι του δίναμε να καταλάβει την Κυριακή πριν το αρνί.
Συνήθως την λαμπάδα και το αυγό, συνόδευαν ανοιξιάτικα – καλοκαιρινά παπούτσια τα οποία, ως σωστά παιδιά, μας άφηναν παγερά αδιάφορα…
Σάββατο του Λαζάρου σήμερα και μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Καλή Ανάσταση.

Κυριακή των Βαϊων

Σήμερα είναι Κυριακή των Βαΐων. «Σώπα», θα μου πεις. Κανένα πρόβλημα. Σωπαίνω και συνεχίζω να γράφω…

Αφού λοιπόν είναι Κυριακή των Βαΐων, σε μια εβδομάδα είναι Πάσχα. Βάγια βάγια των Βαγιών τρώνε ψάρια και κολιό και την άλλη Κυριακή τρώνε το παχύ το αρνί. Άρα σήμερα τρώμε ψάρια και την άλλη Κυριακή αρνί. Μην μπερδευτούμε και κάνουμε το αντίστροφο. ΟK;

Σήμερα γιορτάζουν οι Βάγιες και χρόνια τους πολλά. Οι Βάγιες λοιπόν δεν είναι και πάρα πολλές και έτσι έρχονται να βοηθήσουν οι Δάφνες οι οποίες επίσης γιορτάζουν σήμερα. Γιατί γιορτάζουν οι Δάφνες των Βαΐων; Επειδή λέει σήμερα στολίζουν με Βάγια=Δάφνες τις εκκλησίες σε ανάμνηση της υποδοχής του Χριστού. Άρα και τις ημέρες που ο ιερέας ραίνει τους πιστούς με αγιασμό χρησιμοποιώντας ένα ματσάκι βασιλικό, θα έπρεπε να γιορτάζουν οι Βασιλικές ή τουλάχιστον οι Βασιλόφρονες. Για να μην σου πω ότι όταν διανέμουν άρτο θα έπρεπε να γιορτάζει ο Ψωμιάδης… Να το δούμε λίγο αυτό. Μην ξεχάσουμε ότι σήμερα προφανώς γιορτάζουν και οι Βάγια κον Ντίος, οι οποίοι για κάποιον περίεργο λόγο όμως, μνημονεύουν τον Αη (Χ5 φορές) Πουέρτο Ρίκο. Έχω μπερδευτεί και άκρη δεν βγάζω.  

Η σημερινή γιορτή μαζί με όσα θα ακολουθήσουν τις επόμενες ημέρες είναι άκρως Ελληνική. Γιατί, τι κάνει ο Έλληνας; Βρίσκει κάποιον τον οποίο χρήζει σωτήρα του. Τον υποδέχεται με Ωσαννά και μετά από λίγο φωνάζει «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν». Φυσικά εδώ χρειάζονται οι Γραμματείς (check, έχουμε από αυτούς και αν δεν έχουμε διορίζουμε μερικούς), οι Φαρισαίοι (από αυτούς και αν έχουμε), ο Πιλάτος (και από δαύτους έχουμε κάμποσους και άρχισαν να μιλάνε και να δίνουν συνεντεύξεις στα κανάλια πλένοντας χεράκια για να είναι έτοιμοι για το επόμενο φαγοπότι), ο ηλίθιος λαός (τίτλος κερδισμένος με πολλές εξετάσεις), ο ληστής (ποιόν να πρωτοδιαλέξω) και φυσικά αυτός που θα σταυρωθεί.

Αλλά μην σας ζαλίζω τώρα με τα δικά μου μέρα που είναι. Ο καιρός φτιάχνει και «με σύμμαχο τον καλό καιρό θα ψήσουν οι εκδρομείς του Πάσχα τον οβελία».


Ανθισμένες κερασιές κι απόγευμα ζεστό και πολύχρωμο χορτάρι, ναι, για ν' αποκοιμηθώ.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Άμα θυμώσει ο "παλικαράκι" κρύψου

Η Αμερικάνικη ταινία δράσης πρέπει να έχει μέσα έναν πολύ «κακό». Όσο πιο κακός είναι ο «κακός» τόσο πιο καλός φαίνεται ο «καλός». Το «παλικαράκι» που λέγαμε στα παλιά «καουμπόικα» έργα. Το «παλικαράκι» είναι σαν τον «λοχαγό» στο τραγούδι που είναι λεβέντης, έχει και κείνος χρυσή καρδιά, τον εγνωρίζει απ’ την Αθήνα που κατοικούσανε στην ίδια γειτονιά…

Συμφωνήσαμε λοιπόν ότι το «παλικαράκι» έχει χρυσή καρδιά και ανέχεται το «κακό», ότι και αν κάνει αυτός. Δίνει τόπο στην οργή γιατί έτσι κάνουν τα «παλικαράκια». Ως που μια μέρα ο «κακός» υπερβαίνει τα όρια. Πώς να το πούμε βρε αδελφέ, «πατάει» τον κάλο» του παλικαρακίου. Συνηθώς κάνει κακό στο παιδί του παλιακρακίου, στην αγαπημένη του, στον σκύλο του ή και σε όλους αυτούς μαζί.

Το παλικαράκι ζώνεται τα «τσαπράζια» του, που έλεγε και η γιαγιά μου η Ευγενία, μουρμουρίζοντας «καλός, καλός, αλλά μέχρις εδώ» και πάει να βρει τον «κακό».

Ορμάει στο σπίτι του κακού και του το κάνει «θερινό». Το παλικαράκι στενοχωριέται αλλά δεν αφήνει να τον πάρει από κάτω. Ότι και αν έκανε είχε το δίκιο με το μέρος του. Αποδόθηκε δικαιοσύνη.

Τώρα αν το παλικαράκι θέλει ντε και καλά να κάνει «θερινό» το σπίτι του «κακού», κάνει από μόνος του ή βάζει κάποιον δικό του να κάνει κακό στο παιδί του, στην αγαπημένη του, στον σκύλο του ή και σε όλους αυτούς μαζί και λέει παραέξω ότι το έκανε ο κακός. Έτσι και αυτός μπορεί να πάει και να του κάνει το σπίτι θερινό και να μην τρέχει τίποτα.

Αυτά στις Αμερικάνικες ταινίες δράσεις γιατί στην πραγματικότητα, φυσικά, αυτά δεν γίνονται.




Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Σας μυρίζει κάτι;

«Κάηκε», μετά το χθεσινό ατυχές περιστατικό, η ντουλάπα ως καταφύγιο για αυτούς που καταδιώκει η αστυνομία. Η κρυψώνα που δοξάστηκε, ανά τους αιώνες, από τους κυνηγημένους μπερμπάντηδες δεν είναι πια διαθέσιμη. Μετά τον απατημένο σύζυγο, η ντουλάπα είναι το πρώτο μέρος που θα ψάχνει από εδώ και πέρα και ο αστυνόμος. Μένει να δούμε αν οι ληστές θα βρουν κάποια πιο ευφάνταστη δικαιολογία από το κλασσικό «δεν είναι αυτό που νομίζεις».

Είμαστε όμως σίγουροι ότι οι αστυνομικοί πραγματικά ξέχασαν να ψάξουν μέσα στην ντουλάπα; Το τι ακριβώς έγινε εκεί, θα σας το αποκαλύψω συνδυάζοντας κοινή λογική με κάποιες παλιές ιστορίες από τον στρατό.

Οι αστυνομικοί μπουκάρουν στο διαμέρισμα και ένας από τους ληστές πηδάει από το μπαλκόνι και σκοτώνεται. Οι ατρόμητοι εκπρόσωποι του νόμου με τα πιστόλια προτεταμένα συνεχίζουν να χτενίζουν κυριολεκτικά το διαμέρισμα, με τον τρόπο ακριβώς που έχουμε συνηθίσει να τους βλέπουμε να κάνουν στις ταινίες του Hollywood. Ένας από αυτούς μπαίνει στο δωμάτιο με την επίμαχη ντουλάπα. Το αστυνομικό του δαιμόνιο αντιλαμβάνεται ότι κάποιος βρίσκεται κρυμμένος μέσα σε αυτήν. Σαν αίλουρος ορμάει και φωνάζει «Αλτ τις ει». «Έφοδος» αποκρίνεται χωρίς να πολυσκεφτεί,  ανακαλώντας όσα έμαθε στον στρατό, ο ληστής. «Προχώρα αφοδεύον!»  βροντοφωνάζει το όργανο…. Έτσι έγινε! Μετά βέβαια επικράτησε αναστάτωση και έτσι βρήκε την ευκαιρία να διαφύγει. Όχι άδικα ο διοικητής του, σωστό λαγωνικό, δήλωσε αργότερα «κάτι μου βρομάει εδώ μέσα».

Με τούτα και με εκείνα, οι ληστές πλέον δεν θα μπορούν να κρύβονται σε ντουλάπες. Θα πρέπει να βρουν νέες κρυψώνες.

Ομάδες παρανόμων εξασκούνται στο «κου κου τζα» με τα χεράκια να κλείνουν τα ματάκια, για να μην τους δει ο αστυνόμος ή τουλάχιστον να μην τον βλέπουν αυτοί.

Αν δεν πιάσει και αυτό υπάρχει η κρυψώνα πίσω από την κουρτίνα. Προσοχή όμως διότι αυτή είναι εντελώς ακατάλληλη για ληστές που φορούν μεγάλο νούμερο παπούτσι. Πώς να κρυφτεί ο  Γκούφι πίσω από την κουρτίνα; Ευτυχώς γι αυτούς βέβαια που έχουμε Γκούφι αστυνομικούς και δεν χάθηκε η ελπίδα τους.

Αυτή την ώρα η Πανελλήνια Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων πραγματοποιεί συγκέντρωση διαμαρτυρίας, έξω από την βουλή, διαμαρτυρόμενη για το ελλιπές toilet training των κακοποιών, που αναγκάζει τους συναδέλφους τους να εργάζονται κάτω από δύσοσμες συνθήκες.

Προσωπικά πιστεύω ότι το ατυχές περιστατικό φαίνεται να έχει λήξει ισόπαλό καθώς είναι σαφές ότι τα «σκάτωσαν» κλέφτες και αστυνόμοι. Άλλοι κυριολεκτικά και άλλοι μεταφορικά.




Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Στο Σινεμά

Είχα καιρό να πάω σε κινηματογράφο. Λίγο το φορτωμένο πρόγραμμα της δουλειάς, ο κρύος ο καιρός, βάλε και το streaming μέσα, ήμασταν κλεισμένοι στο σπίτι. Χθες που το αποφάσισα με έπιασε μιζέρια. Πήγα σε ένα multiplex και ήμασταν εμείς και ο κούκος. Για την ακρίβεια εμείς, ο τύπος που πουλούσε τα χρυσά ποπ κορν, κάτι νυσταγμένα παιδιά που κόβανε τα εισιτήρια και κάτι πιο γέροι από εμάς, συνθεατές που μάλλον δεν ήξεραν πώς βλέπει κανένας ταινίες με live streaming.

Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια που είχαν έλθει τα multiplex, είχαμε μαγευτεί. Επτά αίθουσες ο ένας. Δέκα ο άλλος. Από παιδικό μέχρι Κουροσάβα. Και να οι μοκέτες που βυθιζόταν το πόδι και χανόταν. Να ο ψαρωτικός φωτισμός, στους χώρους αναμονής. Να τα ποπ κορν που βρομοκοπούσε το σύμπαν αλλά δεν μπορούσες να μην πάρεις ένα κουβά καλαμπόκι και μια νταμιτζάνα coca cola και να τα πληρώσεις σαν πλήρες γεύμα σε restaurant πολυτελείας με πλούσιο μουσικοχορευτικό πρόγραμμα και χορταστικό μενού.  Έμπαινες στην αίθουσα και σε περίμενε η αεροσυνοδός να δυο δείξει τη θέση. «Αφήστε τρεις θέσεις από δεξιά και μετά είσαστε εσείς». Να και οι καρέκλες που βυθιζόσουν και είχαν και τρύπα δίπλα για να βάλεις την νταμιτζάνα με την coca cola να μην σου παπαριάζουν τα χέρια τα παγάκια.

Μεγάλες στιγμές! Εμείς είχαμε μεγαλώσει αλλιώς. Πηγαίναμε στο σινεμά και δεν ξέραμε τι ώρα άρχιζε το έργο. Μια ταινία, όχι πέντε. Μπαίναμε στη μέση και βλέπαμε το τέλος και μετά ξανά από την αρχή. Σα να ξεκινάς από το κυρίως πιάτο, να τρως το γλυκό και μετά τα ορεκτικά. Αγοράζαμε εισιτήριο χωρίς να ξέρουμε αν υπάρχει ελεύθερη θέση και φυσικά πού είναι αυτή. Έμπαινες και έψαχνες. Μπορεί να πήγαινες με παρέα και να έβλεπε ο καθένας το έργο μόνος τους. Στο τέλος βρισκόσουν στην έξοδο και έλεγες πώς σου φάνηκε η ταινία…

Οι κινηματογραφικές διαφημίσεις είχαν, πολλές φορές, μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την ταινία. Ήταν οι περισσότερες τοπικές και θυμάμαι τις δύο πιο αγαπημένες. Αυτή της Didacta, όπου το κοινό χτυπούσε παλαμάκια καθώς στην οθόνη υπαγορεύαν στους μαθητές για να μάθουν τυφλό σύστημα στην γραφομηχανή και εκείνη του Βιλδιρίδη με ένα σκηνικό ψευτοπολυτέλειας, που στα εφηβικά μάτια μας, φαινόταν πολύ αστείο και σήκωνε χοντρές πλάκες.

Οι κινηματογράφοι τότε έκαναν απαραιτήτως διάλειμμα στη μέση της προβολής. Τεχνικοί λόγοι βέβαια, καθώς έπρεπε να αλλάξουν μπομπίνα την οποία μάλιστα μοιραζόταν δύο αίθουσες. Στα εφηβικά μας χρόνια αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή καθώς σηκωνόμασταν και «τσεκάραμε» ποιοι και φυσικά ποιες ήταν μέσα στην αίθουσα. Μην το ξεχνάμε, ο κινηματογράφος ήταν έξοδος.

Έξοδος, αλλά σχετικά ανέξοδος. Θυμάμαι ότι ως φοιτητές είχαμε τη δυνατότητα να πηγαίνουμε σινεμά δύο και τρεις φορές την εβδομάδα όταν υπήρχαν ενδιαφέρουσες ταινίες. Τώρα είναι μια μάλλον ακριβή επιλογή. Αν συνδυαστεί με χρυσά ποπ κορν και αναψυκτικά τότε γίνεται ακριβότερη από ένα πλήρες γεύμα σε εστιατόριο. Βέβαια κοιτώντας χθες το site του κινηματογράφου στον οποίο πήγαμε, αναρωτήθηκα ποιος άραγε πληρώνει κανονικό εισιτήριο. Άλλη τιμή αν έχεις σύνδεση στο κινητό από την τάδε εταιρεία. Άλλη τιμή αν βάζεις την δείνα βενζίνη. Άλλη αν είναι Δευτέρα και άλλη αν είναι Πέμπτη. Αχ η ζωή μας έχει γίνει τόσο σύνθετη μέσα από την αναζήτηση της οικονομίας!

Τέλος πάντων. Νοσταλγώ τους παλιούς, φτωχούς πλην τίμιους, κινηματογράφους του κέντρου. Αλλά μπορεί και να νοσταλγώ τα χρόνια της νεότητας  μέσα από αυτούς. Το ποτάμι όμως δεν γυρίζει πίσω γιατί δεν υπάρχει και κανένας λόγος να γυρίσει. Οι οθόνες στα σπίτια μεγάλωσαν. Κάθε τόσο αλλάζουν φορά καμπυλότητας από κυρτές σε επίπεδες και από επίπεδες σε κήλες. Κάθε μια από αυτές, σε συνδυασμό με το ίντερνετ. αποτελεί ένα ορθάνοιχτο παράθυρο στον κόσμο. Ο κόσμος της έβδομης τέχνης θα πρέπει να βρει τρόπους να ακολουθήσει τις νέες τάσεις και να εκμεταλλευτεί την τεχνολογία, αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει.

Η οθόνη βουλιάζει, σαλεύει το πλήθος. Εικόνες ξεχύνονται με μιας.

The End.