Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ένα παραμυθάκι

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή και καταραμένη, ήταν ένας χοντρός και ένας κοντός που καθότανε και αναπολούσαν τα περασμένα μεγαλεία τους. Οι άνθρωποι αυτοί, λέει, κάποτε ήταν μεγάλοι και τρανοί και όλοι ήταν υποχρεωμένοι να τους ακούν, με προσοχή, όταν μιλούσαν.

Όταν μια μέρα έχασαν το αξίωμα τους, οι μοίρες τους είπαν ένα μεγάλο «σκασμός» και τους απαγόρευσαν να μιλούν. Κάθονταν σε μια γωνία και δεν έβγαζαν άχνα. Ήταν φοβισμένοι για λόγους που γνώριζαν πολύ καλά οι ίδιοι. Ο χοντρός έπαιζε με τα παιχνίδια του και πήγαινε διακοπές και γι αυτό, τις λίγες φορές που τον βλέπανε να γυρίζει στην πόλη, ήταν ροδαλός και ηλιοκαμένος. Ο κοντός πάλι, καθόταν στο γραφείο του και έγραφε διάφορα, που κανένας πια δεν νοιαζόταν να διαβάσει. Κυκλοφορούσε η φήμη, σε όλη την χώρα, ότι και οι δύο είχαν χάσει την λαλιά τους.

Κάποτε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και ο χοντρός έπεσε μέσα σε μια λίμνη, που δεν είχε πια και πολύ νερό, αλλά βγήκε από μέσα καθαρός και φρέσκος. Μαζί με την καθαριότητα και την φρεσκάδα βρήκε και την λαλιά του και έτσι μετά από πολλά χρόνια ξαναμίλησε. Δεν είπε και τίποτα σπουδαίο αλλά «Θαύμα» φώναξαν οι πιστοί του που ήταν και γενικώς πιστοί, με τον τρόπο τους βέβαια.

Ο κοντός βλέποντας τον χοντρό που είχε ξαναβγεί στην επιφάνεια αποφάσισε και αυτός να μιλήσει. Μπήκε σε ένα γυαλί και αφού έφτιαξε ωραία φτερά αγγέλου, τα φόρεσε στους ώμους του, προβάρισε και το φωτοστέφανο και είπε χαμογελώντας. «Ότι έγινε ήταν καλώς καμωμένο».

Ο λαός που είχε βαρεθεί να τους βλέπει για χρόνια πολλά, δεν έδειξε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα. Μόνο κάποιοι που είχαν συνδέσει τα νιάτα τους με αυτούς έκλαψαν συγκινημένοι.

Μετά η χώρα συνέχισε την φρενήρη πορεία της προς τον γκρεμό, άλλαξε κανάλι και συνέχισε να βλέπει τους επιζήσαντες. Οι δύο ήρωες μας, ζήσαν αυτοί καλά. Για εμάς δεν έχω κάτι νεότερο.

  

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Το κεντρικό ταχυδρομείο

Πέρασα χθες το πρωί από το παλιό ταχυδρομείο στην Τσιμισκή. Το πολύ παλιό, στην στοά, δεν το πρόλαβα ή δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως, καλά, αυτό που ήταν εκεί που σήμερα βρίσκεται στο Marks and Spencer.

Μεγάλο «μαγαζί», ψηλοτάβανο με βαριά διακόσμηση, μάρμαρα και μπρούτζινα. Έμπαινα εγώ, μια σταλιά και ψάρωνα. Θυμάμαι ότι είχε πολύ κακό φωτισμό και πολλούς ελεύθερους χώρους.

Είχε πάγκους στους οποίους μπορούσες να ταξινομήσεις την αλληλογραφία σου πριν πας στο γκισέ. Είχε και κάτι μπρούτζινα κουτάκια με μια ροδέλα, από το ίδιο υλικό, τα οποία ήταν γεμάτα με νερό και τα χρησιμοποιούσαμε για να κολλήσουμε τα γραμματόσημα αντί να τα σαλιώνουμε.

Έφτανες στο γκισέ και ζητούσες γραμματόσημα ανά προορισμό. Πέντε εσωτερικού, δύο εξωτερικού και πενήντα κάρτες. Ναι, τις γιορτές, κυρίως τα Χριστούγεννα αλλά και μερικές φορές το Πάσχα, στέλναμε ένα σκασμό κάρτες. Τις αγοράζαμε από τον Ράμογλου απέναντι ή από το Φωτο Λυκίδη παρακάτω στην Τσιμισκή και τρώγαμε ώρες για να τις γράψουμε. Κάτι ανάμεσα σε αγγαρεία και τιμή για το παιδί που μεγάλωσε και κάνει ωραία γράμματα άξια να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των δημοσίων σχέσεων της οικογένειας.  Ήταν κάρτες περίτεχνες, διαφόρων μεγεθών, κάποιες σκαλιστές, άλλες με χρυσόσκονη και επιλεγόταν ανάλογα με τον παραλήπτη. Οι κάρτες λοιπόν «πήγαιναν» ανοιχτές και έτσι κόστιζαν λιγότερο τα γραμματόσημα…

Αν είχες πολλά να στείλεις, γλίτωνες την διαδικασία επικόλλησης των γραμματοσήμων χρησιμοποιώντας μια σφραγίδα με ένα μεγάλο «Β», που σου έδιναν από εκεί. Πήγαιναν λίγο πιο αργά, αλλά κόστιζαν λιγότερο.  Αν είχες να στείλεις ακόμα περισσότερα, αν δηλαδή έστελνες κανένα περιοδικό, εφημερίδα ή ήσουν … ο ΟΤΕ ή η ΔΕΗ τότε είχες φακέλους με τυπωμένο το «Ταχυδρομικό τέλος κατεβλήθη».

Σε ξεχωριστό γκισέ πήγαινες αν είχες να παραλάβεις ή να παραδόσεις «Συστημένη επιστολή». Η διαδικασία που περιελάβανε και έλεγχο ταυτότητας μου φαινόταν πάντα πολύ επίσημη και ότι «δεν ήταν για εμάς τα παιδιά». Παραδίπλα ήταν τα δέματα που λόγω μεγέθους τα διαχειριζόταν από έναν πιο χαμηλό πάγκο.

Εκείνα τα χρόνια, το χόμπι του φιλοτελισμού ήταν πολύ δημοφιλές. Στο κεντρικό ταχυδρομείο λοιπόν υπήρχε γραφείο για την εξυπηρέτηση των φιλοτελιστών. Σε ειδικές προθήκες εξέθεταν και γραμματόσημα «με σφραγίδα πρώτης ημέρας κυκλοφορίας».

Αν δεν είχες σταθερή διεύθυνση υπήρχε το «Post Restante». Η αλληλογραφία σου, έμενε στο ταχυδρομικό κατάστημα και εσύ περνούσες κάθε τόσο και ρωτούσες «μήπως έχει έλθει κάτι για εμένα;». Κάτι σαν “send and receive”…

Σήμερα στην εποχή του online, του instant message και των εκατοντάδων  καθημερινών email, όλα αυτά φαίνονται περίεργα. Τότε όμως το ταχυδρομείο ήταν τόπος μαγικός που σε κρατούσε συνδεδεμένο με τον υπόλοιπο κόσμο. Στην Θεσσαλονίκη βοηθούσε και το σκηνικό του κτιρίου.

Τι πήγα και θυμήθηκα πάλι!


Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Μέρα που είναι ...

Διπλή γιορτή σήμερα, μαθαίναμε στο σχολείο. Θρησκευτική και εθνική. Σαν την βδομάδα που μας πέρασε που ήταν γεμάτη από θρησκευτικά, εθνικά και ότι άλλα θέλεις γεγονότα.

Η αξιολόγηση παραμένει ανοιχτή. Η Τρόικα που την είπαν Θεσμούς και της κλείνανε ραντεβού σε δωμάτια ξενοδοχείων αντί για γραφεία, βαρέθηκε και έφυγε. Ελάτε εσείς στας Βρυξέλλας τους είπε και αυτοί βάλανε την ουρά κάτω από τα σκέλια και πήγανε. Πήρανε και ένα τρυπάνι και ανοίξανε μια τρύπα στο νερό και μετά επέστρεψαν όπως είχαν γυρίσει και η αξιολόγηση παραμένει ανοιχτή και κάνει ρεύμα και κρυώνω αν και ο καιρός έφτιαξε.

Η ευλογημένη ανταλλαγή του Βατοπεδίου πήρε και την άφεση των αμαρτιών από την δικαιοσύνη και  έτσι γέμισε αθώες περιστερές η πατρίδα μας. Γιατί τι είναι η πατρίδα μας. Μην είναι οι κάμποι, μην είναι τα βουνά, μην είναι οι λίμνες… Θαύμα! Θαύμα που γεννάει άλλο θαύμα και έτσι μίλησε και ο μουγκός ο κοκαλιάρης και το έθνος γονάτισε να προσευχηθεί.

Στα πλαίσια των εθνικών και θρησκευτικών είχαμε και τις γονυκλισίες, του άθεου πρωθυπουργού, στον Πανάγιο Τάφο. Τα άτιμα τα ψηφαλάκια θέλουν πολύ γονάτισμα για να τα μαζέψεις. Και από γονάτισμα και σκύψιμο κάτι επαναστάτες των δύσοσμων εκκρίσεων, άλλο τίποτα.

Στην τέως Μεγάλη Βρετανία ένας τύπος ξύπνησε μια μέρα, φόρεσε την κελεμπία του, πήρε το τιμόνι του και είπε να κεράσει τον Αλάχ πτώματα. Κατά τη γνώμη του, ο Αλάχ τα φχαριστιέται κάτι τέτοια. Του έστειλε πέντε και πήγε και αυτός μαζί. Αναρωτιέμαι τι υποδοχή θα του κάνανε «εκεί πάνω», «εκεί κάτω» θα σας γελάσω και δεν το θέλω.

Ένας Ολλανδός με όνομα νεραϊδούλας, από ταινία του Disney, το έψαξε από εδώ, το έψαξε από εκεί και αποφάνθηκε ότι οι Νότιοι την γλεντάμε την ζωούλα μας και γι αυτό δεν θα δούμε ποτέ Θεού πρόσωπο. Πολλοί Νότιοι, πάλι, δεν φάνηκε να ενθουσιάζονται με την διαπίστωση και έτσι άλλοι τον πήραν στο ψιλό και άλλοι θέλουν να του πάρουν το κεφάλι.

Σα να ακούω την φωνή του Κατράκη να προστάζει: «Εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;» - Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο. Βλέπω τους Έλληνες παραδομένους στον Σώρρα και το Survivor.


Μέρα που είναι, φάτε σκορδαλιά. Επιτέλους ας είναι μόνο το σκόρδο που θα μυρίζει άσχημα.  

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ένα καφέ παρακαλώ

Ετοιμάζομαι να πιω τον τρίτο καφέ της ημέρας και θυμάμαι ένα παλιότερο κείμενο που είχα γράψει και σας το παραθέτω. 

Μου αρέσει να ξυπνάω νωρίς και έτσι όλα τα κάνω γρήγορα.

Καφές φίλτρου με άρωμα … καφέ. Δεν αντέχω τις γεύσεις κολόνια. Αν ήθελα να πιώ σοκολάτα, φουντούκι, αμύγδαλο ή Chanel no 5, θα έπινα σοκολάτα, φουντούκι, αμύγδαλο ή Chanel no 5. Δεν θα τα έβαζα μέσα στο καφέ μου…

Ο καφές, για μένα, πρέπει να μυρίζει καφέ. Να είναι δυνατός, πολύ δυνατός και να έχει μέσα φρέσκο άπαχο γάλα. Ξέρω ότι λένε ότι το γάλα μέσα στο καφέ δεν κάνει καλό. Σκασίλα μου. Έτσι μου αρέσει έτσι τον πίνω. Ήμουν κάποτε σε ένα επαγγελματικό γεύμα στην Γαλλία. Όταν ήλθε η ώρα του καφέ και ζήτησα και γάλα, γυρίζει μια Γαλλίδα και μου λέει «ζις ις βερι μπεντ φορ γιορ στομακ». Ναι μωρή, τρώτε ότι ξύγκι και βούτυρο υπάρχει, όλες τις αηδίες του ζωικού βασιλείου και σας έφταιξε το γαλατάκι μέσα στον καφέ. Τέλος πάντων, μου αρέσει να ζω επικίνδυνα. Στην κόψη του ξυραφιού, και έτσι βάζω γάλα στο καφέ μου. Το γάλα δεν πρέπει να είναι ζεστό γιατί έτσι εξασφαλίζω ότι δεν θα καώ με την πρώτη γουλιά. Η ζάχαρη φυσικά απαγορεύεται. Αν θέλω γλυκό υπάρχει πάντα ο μπακλαβάς.

Δεν αγαπάω τους καφέδες υπερπαραγωγές. Πας να πάρει ένα καπουτσίνο και σε αρχίζουν. Με αφρόγαλα ή με σαντιγί. Κανέλα θέλετε; Τρούφα; Να κάνω ένα σχεδιάκι στον αφρό; Λοιπόν κοπελιά, πολύ το κουράσαμε. Έναν καφέ ζήτησα όχι να χτίσουμε σπίτι. Ο καπουτσίνο θέλει αφρόγαλα το ίδιο ποθώ και εγώ. Κανέλα στο ρυζόγαλο, την μπουγάτσα και το σαλέπι. Τρούφα στις πάστες. Σχεδιάκια να κάνεις στο χαρτί όταν περιμένεις να έλθει ο πελάτης, αν έχεις καλλιτεχνικές ανησυχίες. Εγώ δεν θέλω να πίνω τον καφέ μου και να έχω τύψεις ότι κατέστρεψα την Μόνα Λίζα του αφρόγαλου.

Παναγίτσα μου. Τι γκρινιάρης!

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Γραμμή Νο 78

Θεσσαλονίκη πέντε η ώρα το πρωί. Στάση ΟΑΣΘ. Αναμονή λεωφορείου της γραμμής 78. ΚΤΕΛ – Αεροδρόμιο. Το μόνο που κυκλοφορεί μετά τις δώδεκα το βράδυ σε μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων. Αγαπημένη και μοναδική λύση φοιτητών και μαθητών στις νυχτερινές εξόδους, μέχρι κάποιος από την παρέα αποκτήσει δίπλωμα και αυτοκίνητο. Μοναδική λύση για εργαζόμενους που πιάνουν δουλειά ή σχολούν από τη δουλειά νωρίς καθώς και ταξιδιώτες.

Δροσιά ως και κρύο με την υγρασία να διαπερνά το κλειστό πανωφόρι. Στη στάση περιμένουν άλλοι δύο. Ο ένας σίγουρα πάει να πιάσει δουλειά στο αεροδρόμιο και φοράει το παντελόνι της φόρμας εργασίας με τις φωσφοριζέ ρίγες στα μπατζάκια. Ο άλλος, περασμένα πενήντα, καλοβαλμένος κρατάει ένα χάρτινο ποτηράκι καφέ και πίνει κάθε τόσο από μια γουλιά. Έχουμε γίνει πια σαν τους ντετέκτιβ τις Αμερικάνικες ταινίες που κυκλοφορούν μόνιμα με ένα ποτήρι καφέ από τα Starbucks.

Ένας άσσος αρχίζει να αναβοσβήνει γρήγορα στην οθόνη της στάσης και το βαρύ όχημα ξεπροβάλει από την στροφή. Ανεβαίνουμε και με πιάνει μαύρη κατάθλιψη από το φως. Πολλές καμένες λάμπες και όσες μένουν, αναδίνουν μια χτικιάρα λάμψη μέσα από βρώμικα φωτιστικά. Μέσα στο κεφάλι μου αρχίζει να παίζει μια μουσική από το «Ρεμπέτικο». «Το πρακτορείο θολό και κρύο κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές και το ταξίδι σαν άγριο φίδι γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές». Δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχει αλλά μάλλον ο αργόσυρτος κουρασμένος ρυθμός του, το έβαλε εκεί.

Ταΐζω το μηχάνημα. Δίπλα του μια αφίσα, κολλημένη στο τζάμι, με πληροφορεί, ανερυθριάστως, ότι κλέβει τα ρέστα. Στις τρεις προσπάθειες τα καταφέρνω και παίρνω το εισιτήριο. Καταραμένη πρεσβυωπία! Κρατάω μια μικρή βαλιτσούλα και αναζητώ μια θέση για να καθίσω.

Δίπλα μου μια κοπέλα, στέλνει μηνύματα από το κινητό της, πληκτρολογώντας με απίστευτη ταχύτητα. Η ζωηράδα της πληκτρολόγησης δεν συνάδει με την γενική διάθεση που αποπνέει όλο το σκηνικό. Κάθε τόσο βγάζει πνιχτά γελάκια. Αναρωτιέμαι ποιος να είναι από την άλλη μεριά που έχει τέτοια ώρα διάθεση για ανταλλαγή μηνυμάτων.

Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, ξερακιανή με λιγδωμένα ξανθά μαλλιά, λαγοκοιμάται καθισμένη στην θέση που κοιτάει ανάποδα από την φορά κίνησης του λεωφορείου. Αναρωτιέμαι αν πηγαίνει στη δουλειά και συμπληρώνει τον ύπνο που διέκοψε ή αν γυρίζει και παίρνει ένα πρώτο μεζεδάκι από αυτό που θα ακολουθήσει. Σε κάθε περίπτωση δείχνει πολύ ταλαιπωρημένη.

Ο καλοβαλμένος με τον καφέ, κάθεται στητός στη θέση του και κατεβάζει κάθε τόσο μικρές γουλιές με μια ευχαρίστηση μεταδοτική που σε κάνει να θέλεις να πας και να τον πλακώσεις στο ξύλο για να του πάρεις το κυπελάκι.

Μια ψηλή κοπέλα με στολή αεροσυνοδού και το χαρακτηριστικό καπελάκι στέκεται δίπλα στο παράθυρο. Ευθυτενής με διακριτικό μακιγιάζ και ανέκφραστο πρόσωπο μοιάζει με κέρινη κούκλα. Ποιος να είναι ο προορισμός της σήμερα;

Το λεωφορείο περνάει τις στάσεις και μια φωνή μας πληροφορεί για το όνομα τους. Κάποια στιγμή κοντά στο ΙΚΕΑ, το μηχάνημα μπερδεύεται και αρχίσει να εκφωνεί ότι να ναι. Δεν του δίνει κανένας σημασία, όπως δεν του έδινε και πιο πριν.


Φτάνουμε στο αεοδρόμιο. Αποβίβαση αμίλητων ανθρώπων. Καλό ταξίδι.

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Δεν θα αλλάξει.

Ας το παραδεχτούμε να τελειώνουμε. Τίποτα δε θα αλλάξει γιατί απλώς δεν θέλουμε να αλλάξει κάτι.
Μας ενοχλεί η διαφθορά αλλά ψάχνουμε να βρούμε αυτόν «που θα μας κάνει τη δουλειά». Δε θέλουμε να σταματήσει η διαφθορά, θέλουμε απλώς να είμαστε τμήμα της. "Μέσα στ κόλπα, βρε αδελφέ. Τα ίδια κάνουν όλοι". 
Καταδικάζουμε την φοροδιαφυγή αλλά δεχόμαστε την διαπραγμάτευση «με ή άνευ αποδείξεως». Προφανώς «δε θα σωθεί από εμάς η Ελλάδα».
Θέλουμε καλύτερη παιδεία αλλά αρνούμαστε να αποδεχτούμε οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτήν.
Αηδιάζουμε με την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού αλλά ψηφίζουμε αυτόν που θα μας χαϊδέψει περισσότερο τα αυτιά, παρέα με κάθε καρναβάλι του οποίου συμβαίνει απλώς να γνωρίζουμε το όνομα ή την φάτσα.
Γκρινιάζουμε για τα χάλια του ποδοσφαίρου αλλά συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με ένα πρωτάθλημα που λυμαίνονται γκάνγκστερ και χούλιγκαν. Αρκεί να κερδίζει η ομαδάρα.
Καθημερινά αδιαφορούμε για τους γύρω μας, σταθμεύοντας όπου μας βολεύει, οδηγώντας επικίνδυνα και αντικοινωνικά, ρυπαίνοντας ασύστολα το περιβάλλον, καταπατώντας όσους νόμους δε μας εξυπηρετούν.
It takes two to tango και στον χορό αυτόν δεν εμφανίζεται ούτε ένας.