Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η φωτιά της Θεσσαλονίκης

Επειδή πολλά άκουσες, θα σου πω εγώ πώς άρχισε η πυρκαγιά της Θεσσαλονίκη για να μην ρωτάς εδώ και εκεί και τζάμπα υποχρεώνεσαι. ‘Ασε που θα σε περάσουν για ντουγάνι αστοιχείωτο.

Την επόμενη μέρα ήταν γιορτή. Ρε γυναίκα, να πιούμε κανένα ουζάκι με τους κουμπάρους, αύριο που είναι γιορτή, της λέει; Φτιάξε και κανένα μεζεδάκι να γουστάρουμε. Γιατί όχι, λέει εκείνη.

Έβαλε λοιπόν να τηγανίσει μελιτζάνες. Μεζέ καλό που τον κάνεις και έτσι και αλλιώς και τραβάει και ούζο. Καλό το τηγανιτό, αλλά το τηγάνι θέλει την ώρα του, άσε που πιτσιλάει όλο τον τόπο και τζάμπα σφουγγάριζα εγώ, δούλα με έχετε εδώ μέσα. Αμάν πια! Όσο τηγάνιζε άνοιξε το facebook. Και να η selfie με το τηγάνι και να κοιτάξτε τι έκανα. Βροχή τα Like. Και είσαι θεά. Και θέλω και εγώ. Ξεχάστηκε η άμυαλη, πολύ δεν ήθελε, πήραν φωτιά τα λάδια.

Εκείνα τα χρόνια τα σπίτια δεν ήταν όπως σήμερα. Έξι όροφοι, υπερπολυτελής αντισεισμική κατασκευή, μπετά, τούβλα και έπιπλα δια χειρός Βαράγκη. Χαμόσπιτα ήταν, Τουρκόσπιτα με ξύλινους σκελετούς. Παφ έκανε το λαδάκι της μελιτζάνας, φωτιά η κουζίνα.

Αρχίζει η άλλη να φωνάζει «καλέ καιγόμαστε, γειτόνοι βοηθάτε». Οι γείτονες δεν άκουσαν. Έβλεπαν Survivor και δεν είχαν μυαλό για την ξεμυαλισμένη την γειτόνισσα. Είχαν και κάτι προηγούμενα με μια μπουγάδα που έσταξε και τους χάλασε τους κατιφέδες και την είχαν γραμμένη στο μαύρο το κατάστιχο. Φωνές αυτή, αδιάφοροι οι άλλοι.

Με αυτά και με εκείνα, η φωτιά έφυγε από το σπίτι της ξεμυαλισμένης και πήγε και στου γείτονα με το Survivor. Βλέπει τις φλόγες ο άλλος, αλλά ήταν πια αργά. Το ένα σπίτι μετά το άλλο έπιανε φωτιά. Εμφανίζεται τότε παλικαράκι και φωνάζει ξαναμμένο «Πήρε φωτιά η αποθήκη και κινδυνεύει η Λώλα». Οι άλλοι που ήταν κανονικοί Σαλονικοί, πιο πολύ για σορολόπ και λιγότερο για δουλειά άρχισαν να τραγουδάνε «Την Λώλα από την φωτιά ποιος θα την βγάλει, ο Τσοκολάτας που έχει δύναμη μεγάλη». Δυστυχώς όμως είμαστε στις αρχές του αιώνα και ο Τσοκολάτας δεν είχε εφευρεθεί. Άδικα τον περίμεναν.

Την ανάγκη φιλοτιμία ποιώντας έκαναν μια ανθρώπινη αλυσίδα και έδινε ο ένας στον άλλο κουβάδες με νερό για ρίξουν στη φωτιά. Δεν είχε γίνει ακόμα το περήφανο δημοψήφισμα για το νερό και έτσι την διαχείριση είχαν ακόμα οι Έλληνες και οι Γάλλοι περίμεναν στο πάγκο να έλθει η σειρά τους.

Δυστυχώς και παρά τις προσπάθειες και τη βοήθεια από τα εναέρια μέσα, που με το πρώτο φως της ημέρας επιχειρούσαν κάνοντας ρίψεις νερού, η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα και έτσι έγινε η πυρίκαυστος που βλέπετε στους χάρτες της πολεοδομίας και ρωτάτε τι είναι τούτο.

Σημαντικό τμήμα της πόλης καταστράφηκε και μετά φωνάξανε κάτι ξένους που την γέμισαν πλατείες για να έχουν χώρο τα καφέ να βγάζουν τραπεζάκια και να κοπροσκυλιάζουν οι περήφανοι πολίτες της Θεσσαλονίκης.

Όλα αυτά τα έβλεπε από ψηλά με ένα ντρον ο Γιώργος ο Τούλας και αποφάσισε να το παραλλάξει λίγο για να μάθουν και τα παιδιά και τα εγγόνια μας πώς έγιναν τα πράγματα.


Να έτσι ακριβώς έγιναν.

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Στις φάμπρικες της Γερμανίας...

Μικρή πόλη στη Γερμανία, δορυφόρος μιας μεγαλύτερης. Πληθυσμός, διακόσιες χιλιάδες ψυχές. Ακολουθούμε τις υποδείξεις του Γερμανού ιδιοκτήτη, του σπιτιού που μας φιλοξενεί και επισκεπτόμαστε Ελληνικό εστιατόριο στο κέντρο. Θα μας το πρότεινε ανεξαρτήτως της καταγωγής μας, όπως μας είπε. Το όνομα αυτού, ας πούμε, «Αριστοτέλης». Είναι αργά το βράδυ (για Γερμανία) αλλά το μαγαζί έχει ακόμα κόσμο. Ο καιρός έξω αγριεμένος με δέκα βαθμούς, φοβερίζει τους Έλληνες που ήλθαν από τους τριανταφεύγα.  Ο γύρος κοντεύει να τελειώσει αλλά συνεχίζει να γυρίζει ακούραστα.

Δεν μιλάμε και καθόμαστε. Έρχεται να πάρει παραγγελία, κυρία γύρω στα πενήντα. Η εμφάνιση της φωνάζει από μακριά «είμαι Ελληνίδα και Πόντια!». Προσπάθεια για συνεννόηση στα Γερμανικά μέχρι να το γυρίσουμε στα Ελληνικά μέσα σε γέλια και πειράγματα. Τι σας φέρνει εδώ; Ήλθατε από Ελλάδα ή από άλλη πόλη της Γερμανίας. Για δουλειά; Θα μείνετε ή είσαστε για λίγες μέρες; Κανονικό registration στην κοινότητα.

Εμείς ικανοποιήσαμε την περιέργειά της και εκείνη την πείνα μας. Ο γύρος άνω του μετρίου. Η μπύρα άφθονη. Οι τιμές λογικές ακόμα και για τους φτωχούς Έλληνες. Μια μεγάλη τηλεόραση παίζει ποδόσφαιρο. Κάθε τόσο έρχεται και κάποιος πελάτης. Μπαίνει στο μαγαζί. Συνήθως μιλάει Ελληνικά. Μα καλά, λες, όλοι γνωρίζονται; Κάποιοι κάθονται μόνοι μπροστά στον πάγκο και πίνουν ήσυχα την μπύρα τους, αλλάζοντας πού και πού από καμιά κουβέντα με τους ιδιοκτήτες.

Εκεί γνωρίσαμε και τον, ας πούμε πάλι, Αριστοτέλη, που έρχεται στο τραπέζι μας. Είναι ο γιος της οικογένειας των ιδιοκτητών. Δεν ξέρω αν το μαγαζί πήρε το όνομα του από αυτόν ή αυτός από το μαγαζί που είχε ονομαστεί έτσι προς τιμήν του αρχαίου μας πρόγονου. Νέο παλικάρι, ευγενέστατο. Πιάνουμε κουβέντα. Τι σας φέρνει εδώ, κλπ. Εκείνος έχει σπουδάσει ψυχολογία για τέσσερα χρόνια στη Θεσσαλονίκη.

Πώς βλέπεις τα πράγματα, τον ρωτάω. Φαίνεται προβληματισμένος. Η Ελλάδα του αρέσει. Φαίνεται η αγάπη του σε κάθε λέξη που λέει. Πάει στην Ελλάδα δύο φορές τον χρόνο. Όταν όμως πήγε για να σπουδάσει, τον πρώτο καιρό όλα του φαινόταν περίεργα. Άμα έχεις συνηθίσει στην Γερμανική οργάνωση, η Ελλάδα σε βγάζει από τα νερά σου. Μετά από λίγο καιρό συνήθισε. Μπορεί να ήταν το αίμα που έτρεχε στις φλέβες και το περιβάλλον που μεγάλωσε, αλλά από την άλλη μπορεί και όλα να συνηθίζονται τελικά. Ακόμα και το να ζεις στην σημερινή Ελλάδα. Άγριο θηρίο ο άνθρωπος, έλεγε ο πατέρας μου, όλα τα μπορεί.

Τελικά ο Αριστοτέλης επέστρεψε στη Γερμανία για να μείνει. Κρατάει τους δεσμούς με την Ελλάδα αλλά φαίνεται ότι η Γερμανία του παρέχει καλύτερες προοπτικές. Δεν μου φαίνεται περίεργο. Βέβαια είναι δύσκολη η ζωή του μετανάστη, ακόμα περισσότερο αυτού της δεύτερης γενιάς. Ξένος στην Ελλάδα, ξένος και στη Γερμανία. Του μένει μόνο η ασφαλιστική δικλίδα της ψυχής. Όταν τον ζορίζουν στη Γερμανία ονειρεύεται την Ελλάδα, των καλοκαιριών, των τρελών ανθρώπων και των ιστοριών της γιαγιάς του.  Όταν η Ελλάδα τον βγάζει από τα ρούχα του, έχει πάντα την δικλίδα διαφυγής της οργανωμένης, ευημερούσας και ίσως λίγο βαρετής Γερμανίας.

Απόλαυσα την κουβέντα με αυτό το καλό παιδί. Ένας όμορφος πρεσβευτής της Ελλάδας, χωρίς καν να το καταλαβαίνει ή να το επιδιώκει ο ίδιος. Προσφέρθηκε να μας βρει και νες καφέ, πηγαίνοντας για λογαριασμό μας σε ένα μαγαζί στην άλλη άκρη της πόλης, για να μην κόψουμε ούτε για λίγο τον ομφάλιο λώρο με το Ελληνικό θεριακλίκι του φραπέ.


Ο Αριστοτέλης θα παραμείνει στη Γερμανία. Εμείς σε λίγο θα γυρίσουμε σε αυτό που ο Σαββόπουλος αποκαλεί «του Ελληνισμού το χειρότερο κομμάτι», στην Ελλάδα.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Μια Κυριακή με μια ωραία γιορτή

Το καλοκαίρι αντιστέκεται και οι παραλίες έχουν αρκετό κόσμο που δροσίζεται. Βούλγαροι και Σέρβοι ξαπλώνουν σε παραλίες ενώ οι Έλληνες ψήνονται μέσα στις πόλεις γιατί πέρασε η σεζόν.

Η ΔΕΘ σήμερα το βράδυ τελειώνει με Sakis και πυροτεχνήματα. Ο αειθαλής, πολύτεκνος, ποπ σταρ αναμένεται να ξεσηκώσει και πάλι τον γυναικείο πληθυσμό της πόλης, ιδίως το κομμάτι του, που διατηρεί την φρεσκάδα και την ομορφιά του παρά την από καιρό έλευση των πρώτων «ήντα».  Sakiiiiis!

Ο Κυριάκος ήλθε στην έκθεση και ευχήθηκε καλή ευρωπαϊκή πορεία στον ΠΑΟΚ, ενώ φήμες αναφέρουν ότι κάτι ψιθύρισε για πρωτάθλημα στην Α’ εθνική στον ΑΡΗ ή στον Ηρακλή. Για τον Απόλλωνα Καλαμαριάς δεν πήρε θέση και ανησυχώ. Στη συνέχεια πήγε στο Βελλίδειο, όπου διάβασε μια ωραία έκθεση ιδεών, ενώ νεολαίοι του κόμματος μοίραζαν δραμαμίνες σε όσους είχαν την έμπνευση να παρακολουθήσουν τα ευφάνταστα πλάνα του σκηνοθέτη από την τηλεόραση.  Με δεδομένη την παρούσα κυβέρνηση στρουμφοχωριό, μάλλον μόνο μπροστά μπορεί να μας πάει και έτσι καλά κάνει και τα λέει έτσι ωραία. Στο κάτω κάτω της γραφής πότε ζητήσαμε τον λόγο από αυτούς που τα είπαν καλά στη ΔΕΘ αλλά δεν έκαναν πράξη κάτι από αυτά. Είμαστε βολικοί πελάτες εμείς.

Στον Μαυροσαρωνικό τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. Ευτυχώς η κυβέρνηση και οι υπουργάρες κάνουν εξαιρετική δουλειά και έτσι ο καθένας μπορεί να κάνει μαυροβούτια στο μαζούτ ενώ τα νερά θα είναι πολύ καλύτερα σε ένα μήνα, από ότι ήταν πριν το ατύχημα. Φυσικά αυτό είναι αλήθεια, όπως και όλα όσα μας έχουν ξεφουρνίσει μέχρι σήμερα και έτσι η μέθοδος «ρίχνω μαζούτ στη θάλασσα για την καθαρίσω» αναμένεται να πατενταριστεί και να πουληθεί σε ολόκληρο τον κόσμο δημιουργώντας ένα νέο success story.

Φυσικά μπορεί να μην χρειαστούν όλα αυτά και ο Κιμ να πατήσει τον κουμπάκι στέλνοντας κανένα πυραυλάκι προς τη μεριά μας και έτσι να λήξει κάπως άδοξα, αλλά σίγουρα φαντασμαγορικά η σεμνή η τελετή.

Το μόνο που με στενοχωρεί είναι μήπως δεν προλάβουμε να δούμε το νέο ηγέτη της κεντροαριστεράς, τον πικραμένων που ψάχνουν αρχηγό χωρίς να έχουν κόμμα και ψηφοφόρους. Η πρωτότυπη αυτή προσέγγιση, είναι η πιο ειλικρινής που έχω συναντήσει αφού μας δείχνει για ποιόν λόγο ιδρύονται τα κόμματα.


Να έχετε μια καλή Κυριακή και να μην ξεχάσετε ότι σήμερα γιορτάζει η Σοφία (ουδέποτε είχαμε), η Πίστη (από αυτό άλλο τίποτα), η Ελπίδα (από χρόνια χαμένη) και η Αγάπη (φυσικά).

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

The media is the message

Κοιτούσα νωρίτερα τη φωτογραφία που δημοσίευσε στο facebook ένας φίλος, που τον έδειχνε με την παρέα του σε κάποιο μπαρ. Οι άνθρωποι προφανώς περνούσαν καλά και αποφάσισαν να μοιραστούν την χαρά της στιγμής μαζί μας.

Αυτόματα μου ήλθε στο μυαλό μια σκηνή από τα παλιά. Είναι τα πρώτα χρόνια της κινητής τηλεφωνίας και γευματίζουμε σε μια ταβέρνα στην Καλαμαριά. Στο διπλανό τραπέζι γνωστός μου από τον ευρύτερο επαγγελματικό χώρο, κάπως μπρουτάλ αρχιτέκτων, γευματίζει και αυτός με μια κυρία. Με το που του σερβίρουν το φαγητό του, πιάνει το ευμέγεθες Motorola, ανοίξει το πορτάκια και συνομιλεί μεγαλοφώνως, ενώ ταυτοχρόνως μασάει. «Έλα ρε μ..., πού είμαι;». «Ναι ρε μ…., δεν θα πιστέψεις τι τρώω… Ναι ρε, γίδα βραστή».

Ήταν ο τρόπος του, να κάνεις share εκείνα τα «αγνά» χρόνια της έκρηξης της τηλεφωνικής επικοινωνίας και του υλικού ευδαιμονισμού. Σήμερα θα έβγαζε μια selfie με το στόμα μπουκωμένο, πάνω από τα μισοάδεια πιάτα, θα έκανε tag την κυρία και θα έβαζε και κανένα σχόλιο, πιθανώς μετά ρεψίματος, «… καλά φάγαμε και σήμερα».

Φαντάζομαι τον ίδιο άνθρωπο, πριν από την τηλεπικοινωνιακή επανάσταση, να υποφέρει. Πώς θα μάθαινε ο μ… πού ήταν και τι έτρωγε. Δεν θα του δινόταν η ευκαιρία ούτε να μαντέψει. Γνωρίζοντας τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής, σας βεβαιώνω ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πάει στο κόκκινο χοντρό τηλέφωνο, που συνήθως φιγουράριζε δίπλα στο ταμείο της ταβέρνας, να ρίξει δίφραγκο, να σηκώσει το ασήκωτο ακουστικό και να απευθύνει τα άσκοπα ερωτήματα, τα οποία είναι γνωστό ότι συναντάμε από τον Όμηρο μέχρι την δημοτική μας ποίηση, στον συνομιλητή του. Μα καλά, πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι!

Δε γνωρίζω και είμαι σίγουρος ότι δεν θα μάθω ποτέ τι απάντησε ο μ… στον φίλο μας. Γνωρίζω όμως πώς θα σχολίαζαν την ανάρτηση αν γινόταν σήμερα στα social media. Κάποιοι θα αρκούνταν σε ένα σεμνό Like. Ένα σημαντικό ποσοστό θα εκδήλωνε, μάλλον, ευαρέσκεια με τριανταφυλλάκια, καρδούλες και ίσως και κανένα σκυλάκι που πέρδεται ελευθερώνοντας καρδούλες στον αέρα.  Δεν θα έλειπαν σχόλια σχετικά με το πόσο όμορφη και «θεά» είναι η κυρία, που συνέτρωγε με τον φίλο μας, καθώς και ερωτήσεις «πού είσαστε; ερχόμαστε».


Έχω χρόνια να συναντήσω τον ήρωα της ιστορίας μου. Δεν γνωρίζω αν ασχολείται με τα social media. Αν όμως ασχολείται έχω πολύ συγκεκριμένες σκέψεις για το τι μοιράζεται με τους φίλους του. Είναι αυτή η άτιμη η αμεσότητα που δεν μας επιτρέπει να κρυφτούμε. Εύχομαι καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο και για να είμαι συνεπής στο πνεύμα του κειμένου και του μέσου σας ανακοινώνω ότι πάω στη θάλασσα για μπάνιο, όσο ακόμα το πρόβλημα της μπορεί να είναι η θερμοκρασία του νερού και κανένα φύκι. 

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Περί ΔΕΘ

Σκέφτηκα να σου πω για το μπάχαλο της πόλης, με τους κλειστούς δρόμους. Για το Μακρόν, τον Αλέξη και τον Οδυσσέα. Αλλά είναι Σάββατο, είναι νωρίς και είναι πολύ όμορφα για να χαλάσω τη διάθεση, τη δική σου και τη δική μου. Λέω, λοιπόν, να κάνω μια επετειακή βουτιά στο παρελθόν.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου από την ΔΕΘ, την «Έκθεση» όπως την λέγαμε τότε και συνεχίζουμε να την λέμε και σήμερα, έρχονται από την δεκαετία του 70.

Περιμέναμε την έκθεση, σαν μια μεγάλη γιορτή. Προετοιμασίες πολλές. Εμείς βλέπαμε το «απ’ έξω», με τους δρόμους και τις διαβάσεις που αποκτούσαν φρέσκια διαγράμμιση και τα παρτέρια με τα πολύχρωμα λουλούδια που φυτεύονταν μέχρι και τις τελευταίες ώρες πριν τα εγκαίνια. Λεωφορεία με σημαιάκια και πινακίδα «Έκθεση» στο παρμπρίζ.  Στο παιδικό μυαλό μου όλο αυτό εξισωνόταν με τα καλέσματα στο σπίτι και την μητέρα μου που, μέχρι τελευταία στιγμή, έτρεχε να επιμεληθεί και την τελευταία λεπτομέρεια για να υποδεχτεί, όπως έπρεπε, τους επισκέπτες.

Ο πατέρας μου αγόραζε μασούρια με τις περίφημες «χρυσές» μάρκες εισόδου που για μας είχαν μεγαλύτερη αξία και από λίρες χρυσές. Όταν μεγαλώσαμε λίγο, ζητούσαμε και μας άφηναν, να τις βάλουμε εμείς στην ειδική σχισμή του μηχανήματος που μας επέτρεπε την πρόσβαση στο δικό μας παράδεισο. Φορούσαμε τα καλά μας για να πάμε στην Έκθεση και καθώς πλησιάζαμε νιώθαμε ότι τα πάντα γύρω μας φορούσαν και αυτά, τα καλά τους. Τροχονόμοι με περικεφαλαίες και άσπρες στολές, σημαίες στους δρόμους, πλανόδιοι με πολύχρωμα μπαλόνια, οικογένειες πιασμένες χέρι χέρι.

Όταν περνούσες την πύλη ένιωθες λες και μπήκες σε έναν διαφορετικό κόσμο. Μουσική, διαφημίσεις και ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα με ένα χαρακτηριστικό ζευγάρι φωνών και την απαραίτητη ηχώ που δεν θα ξεχάσω ποτέ. «Επισκεφτείτε στο περίπτερο 2 την εταιρεία Παπαδόπουλος» , «Φάτε όσο παγωτό μπορείτε στο κιόσκι του Γλυκού», «Ο μικρός Γιωργάκης έχασε τους γονείς τους και τους περιμένει κάτω από τον πύργο του ΟΤΕ».

Οι επισκέψεις μας είχαν πρόγραμμα και σύστημα. Παίρναμε τα περίπτερα με την σειρά και βλέπαμε τα πάντα. Μαζεύαμε χαρτιά και δείγματα, γεμίζοντας τεράστιες σακούλες που δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε. Τις επόμενες ημέρες θα γινόταν το ξεσκαρτάρισμα στο σπίτι, κάτω από την πίεση και τις φωνές της μάνας για «όλη αυτή τη σαβούρα» που κουβαλήσαμε.

Διαγκωνιζόμασταν για μια καλή θέση μπροστά από περίπτερα με κάποιο περίεργο έκθεμα, που παρουσιαζόταν για πρώτη φορά. Με την ίδια θέρμη βλέπαμε αυτοκίνητα, τρακτέρ αλλά και μηχανήματα που έφτιαχναν σακούλες. Μέτρο της επιτυχίας της έκθεσης, αλλά και κράχτης πελατών, η χαρτονένια πινακίδα «Επωλήθη, κύρος Τάδε». Όσες πιο πολλές οι πινακίδες τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία.

Στην Έκθεση είδα για πρώτη φορά Κινέζο! Ήταν την χρονιά που είχε πεθάνει ο Μάο και τους θυμάμαι ακόμα, όλους ίδιους και απαράλλαχτους,  με τα μαύρα παντελόνια και τα άσπρα κοντομάνικα πουκάμισα με την μαύρη κορδέλα του πένθους στου χέρι. Σαν βαρυπενθούντα γκαρσόνια ενός μακρινού εστιατορίου. Φέτος έχει γεμίσει ο τόπος Κινέζους, οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο να πενθούν. Το αντίθετο μάλιστα.

Μαγεμένοι κοιτούσαμε ακροβάτες να περπατούν επάνω στο σχοινί κρατώντας τεράστια κοντάρια ισορροπίας και μοτοσυκλέτες να κάνουν ριψοκίνδυνες επιδείξεις. Στο λούνα παρκ δεν πολυπηγαίναμε γιατί μάλλον νιώθαμε ότι ήταν κάτι που μπορούσαμε να επισκεφτούμε τον υπόλοιπο χρόνο, στην Σαλαμίνα που βρισκόταν τότε.

Οι επισκέψεις μας γινόταν πάντα απόγευμα, μόλις έπεφτε λίγο ο ήλιος, και κρατούσαν μέχρι το βράδυ. Όταν τα περίπτερα έκλειναν, χωρίς πολλές κουβέντες, πηγαίναμε στο self service στην ταράτσα ενός περιπτέρου κοντά στην βόρεια πύλη. Οι «άντρες» της οικογένειας στεκόμασταν στην ουρά με δίσκους και οι «γυναίκες» έπιαναν το πολύτιμο τραπέζι. Το μενού αυστηρά προδιαγεγραμμένο. Σάντουιτς με λουκάνικο και μουστάρδα σε αφράτο ψωμάκι για όλους και μαύρη μπύρα για τους μεγάλους. Δε νομίζω ότι τους άρεζε αυτό το μαύρο ζουμί, απλώς το έπιναν σαν ένα κομμάτι της υπόλοιπης τελετουργίας και σαν κάτι που δεν θα έβρισκαν τον υπόλοιπο χρόνο εκτός εκθέσεως. Σα να τρως μαγειρίτσα την Ανάσταση, ακόμα και αν δεν σου αρέσει. Από την ταράτσα αυτή, βλέπαμε και τα πυροτεχνήματα διαγωνιζόμενοι ποιος θα βγάλει την δυνατότερη κραυγή θαυμασμού.

Η επιστροφή στο σπίτι δύσκολη. Το να βρεις ΤΑΧΙ αδύνατο. Ποδαρόδρομος μέχρι τον Άγιο Δημήτριο. Τότε θυμόμασταν τα παπούτσια που μας χτύπησαν, τις σακούλες με τα έντυπα που ήταν βαριές και τη νύστα που έκλεινε τα μάτια και βάραινε τα πόδια. Έφτανε η απειλή ότι δεν θα ξαναπάμε στην Έκθεση για να μας ζωντανέψει για τα καλά.


Η ζωή τα έφερε έτσι και οι εκθέσεις είναι η δουλειά μου. Τις βλέπω να στήνονται και σπάνια τις επισκέπτομαι όταν λειτουργούν. Εξαίρεση η ΔΕΘ, που αν δεν την επισκεφτώ νιώθω σαν κάτι να μου λείπει. Καλή αρχή!

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Άδραξε τη μέρα.

Θα σου ξαναπώ κάτι και μη με παρεξηγήσεις.

Χαμογέλα σήμερα. Άντλησε ευχαρίστηση από τα μικρά πράγματα. Από το χρώμα που πήρε ο ουρανός τώρα που ανατέλλει ο ήλιος. Από το πουλί που κάθεται στο κάγκελο και βγάζει τσιριχτούς ήχους. Κοίτα πιο κοντά. Μια καρδούλα, τόση δα, χτυπάει στο στήθος του.

Χαμογέλα για τα καλά που έχεις και δεν τα καταλαβαίνεις γιατί τα θεωρείς δεδομένα. Σου έχω νέα. Δεν είναι δεδομένα. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα αλλάζουν εκεί που δεν το περιμένεις. Άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που αισθάνθηκε ευγνώμων που ξύπνησες στο κρεβάτι σας αντί στο κρεβάτι ενός νοσοκομείο ή το παγκάκι ενός αστέγου; Πότε ήταν η τελευταία φορά που χάρηκες γιατί περπάτησες και γιατί είχες κάπου να πας;

Άσε τη μεγάλη εικόνα για λίγο και κοίτα τις πολλές μικρές που την συνθέτουν. Μπορείς; Κάνε το ως δώρο στον εαυτό σου. Για ασήμαντη αφορμή.

Σε έχει βάλει από κάτω η ζωή και τρέχεις ξεχνώντας τα βασικά. Κάνε μια στάση και πιες ένα καφέ με τον παλιό σου φίλο που όλο λες θα το κάνεις και ποτέ δεν ταιριάζουν τα προγράμματα σας. Άκου αυτό που έχει να σου πει ο άνθρωπος που είναι δίπλα σου και σου μιλάει. Μην κοιτάς την ώρα. Μην κοιτάς το κινητό.

Ξεκίνα τη μέρα με ένα χαμόγελο. Βάλτα στη ζυγαριά. Αν δεν θεωρήσεις ως δεδομένα, αυτά που θεωρείς δεδομένα, τότε η ζυγαριά σίγουρα θα γύρει προς τη μεριά του χαμόγελου. Έλα τα έχω μετρήσει για σένα και σου το λέω με σιγουριά, έχεις δικαίωμα να χαμογελάσεις. Έχεις υποχρέωση να βοηθήσεις και τους γύρω σου να χαμογελάσουν. Θα αισθανθείς και εσύ καλύτερα.

Και γιατί μόνο χαμόγελο και όχι και γέλια τρανταχτά. Πότε ήταν η τελευταία φορά που γέλασες με την ψυχή σου; Γέλιο, όχι γελάκι. Γέλιο σαν αυτό που σε έπιανε στην τάξη στο σχολείο, όταν δεν έπρεπε να σε δει ο καθηγητής. Γέλιο σαν την πρώτη φορά που είδες τους εντιμότατους φίλους, την περιπέτεια για την περιπέτεια και τον διαβολάκο. Άφησε τον εαυτό σου να γελάσει. Δεν είναι ντροπή. Πλησίαζε τους ανθρώπους που γελάνε με την καρδιά τους. Κάτι θα μείνει και για σένα.

Βγες έξω και ξεκίνα τη μέρα. Έχεις πολλά να κάνεις και δεν προλαβαίνεις. Μέσα στα πολλά βάλε και τα μικρά και η μέρα σου θα γίνει καλύτερη. Βάλε μια νότα από διακοπές μέσα στην τρέλα της δουλειά και των υποχρεώσεων. Βρες εσύ τον τρόπο που σου ταιριάζει. Πες καλημέρα με χαμόγελο σα να το εννοείς. Ξέχνα τη μιζέρια του πλαστικού ποτηριού με τον φραπέ και τον φρέντο. Δεν είναι αυτός ο τρόπος για να ξυπνήσεις. Πρώτα ξυπνάει το μυαλό και μετά το σώμα.


Έλα, όλα εγώ θα σου τα πω; Άδραξε τη μέρα! 

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Καταλαβαίνεις ότι έχεις γίνει 52 όταν ...

Καταλαβαίνεις ότι έχεις γίνει 52 όταν :

Τα εμβληματικά πεντηκοστά γενέθλια μοιάζουν πια τόσο μακρινά στο παρελθόν.

Κάνεις συχνότερα ιατρικές εξετάσεις και οι διάφοροι δείκτες κάνουν limit up … συναγωνίζονται την άνοδο της ηλικίας σου.

Τα παιδάκια που τα ήξερες από τον υπέρηχο στην κοιλιά της μάνας τους, μπαίνουν στο πανεπιστήμιο.

Ο πληθυσμός αυτών που βρίσκονται κάτω από σένα ηλικιακά, είναι σημαντικά μεγαλύτερος από αυτών που βρίσκονται πάνω από εσένα. Πάει και ο χαρακτηρισμός του μεσήλικα… «Περασμένα πενήντα ο τύπος».

Κιλά, πλέον, μόνο βάζεις. Οι μεγαλύτεροι από εσένα τα λένε γεροντόπαχα και γελάνε. Εκεί που είσαι ήμουνα …

Έχεις γυαλάκια της γνωστής «νεανικής» νόσου των οφθαλμών σπαρμένα στο σπίτι, στο γραφείο, στο αυτοκίνητο γιατί τα ξεχνάς και χωρίς αυτά αδύνατο να διαβάσεις.

Διαπιστώνεις, με χαρά, ότι είσαι συνομήλικος με την Μόνικα Μπελούτσι και έτσι σίγουρα θα βρεις κάτι για να σπάσεις τον πάγο όταν με το καλό θα γίνει εκείνο το ραντεβού…

Γράφεις ακόμα στο Facebook ενώ οι πιτσιρικάδες έχουν δραπετεύσει στο Instagram και εσύ δεν καταλαβαίνεις γιατί είναι πιο καλά να επικοινωνείς με εικονίτσες παρά με λογάκια.

Αρχίζεις να μετράς πόσος χρόνος σου μένει για να πάρεις σύνταξη. Μετά ακούς τους υπουργούς και σκέφτεσαι ότι εσύ δεν θα πάρεις όσο ζεις. Μετά βλέπουμε.

Η ευχή «να τα εκατοστίσεις» στα γενέθλια, δεν σου φαίνεται πια και τόσο σπουδαία. Κοντεύεις!

Διαβάζεις για συναυλία του Βοσκόπουλου στο Θέατρο Δάσους και νιώθεις πάλι παιδί. Όλα είναι σχετικά.

Οι προπονητές στις διάφορες ομάδες είναι οι παιχταράδες που θαύμαζες μικρός και οι σημερινοί παιχταράδες, οι γιοί τους.

Διαπιστώνεις, με χαρά, ότι ακόμα η ηλικία σου είναι μικρότερη από μια αποδεκτή έκπτωση στον καιρό της κρίσης.

Φεύγεις για Σαββατοκύριακο και τσεκάρεις. Πορτοφόλι, κινητό… τα χάπια μου.

Όταν θέλει να σε βρίσει πιτσιρικάς δεν χρησιμοποιεί πλέον την λέξη με τα τρία «Α». Προτιμάει το «κωλόγερος».

Κάθεσαι και σκέφτεσαι ότι έχεις προλάβει δεκάρες με τρύπα στη μέση, την Τσιμισκή αμφίδρομο, δραχμή, μαστίχες για ρέστα, χούντα και μεταπολίτευση, βασιλιά στην Ελλάδα, ακόμα και τον ΑΡΗ στην πρώτη εθνική…

Ψάχνεις, σαν τον Κωνσταντάρα στην γνωστή ταινία, να βρεις λεβεντόγερους μεγαλύτερους από εσένα για να πάρεις θάρρος για τη συνέχεια. Ολέ ο ταύρος!

Διαβάζεις τα διάφορα «θα σέβεστε» και σκέφτεσαι, «γατάκια».

Πας σε μια εταιρεία και συνομήλικος σου είναι ο γενικός. Πας σε στρατόπεδο και σειρά σου είναι ο στρατηγός.

Όταν είσαι στις μαύρες σου, πας και περιμένεις σε ουρά στην Εθνική Τράπεζα. Ξαφνικά νιώθεις τζόβενο.

Αποφεύγεις να μπεις στο λεωφορείο μη βρεθεί κανένα καλόπαιδο και σου παραχωρήσει τη θέση του.

Ζεις με τον φόβο ότι, όπου να ναι, θα αρχίσεις να βλέπεις «στην υγειά μας» τα Σαββατόβραδα.


Και του χρόνου να είμαστε καλά. Θα σας ξανάβρω στους μπαξέδες. 

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Ηλίθιων αυτοτραυματισμών το ανάγνωσμα

Χρόνους πολλούς πριν την κρίση την πουν κρίση, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα κληθείς και «Μουγκός», δοκιμάστηκε στον κόντρα ρόλο του αθλητού και αποχώρησε του γηπέδου υποβασταζόμενος, αφού προηγουμένως πάτησε μπάλα ποδοσφαίρου.

Τον διεδέχθει ο πρωθυπουργός Γεώργιος, γνωστός και ως «Γιωργάκης», παιδί του μπαμπά τους και εγγονός του παππού του. Ο άνθρωπος αυτός, με σαφή κλήση προς τα σπορ, υπερέβη εαυτόν προσπαθώντας να επανατοποθετήσει την αλυσίδα ποδηλάτου, εν κινήσει. Αυτό που κατάφερε ήταν μια γενναία βούτα και ένα ατύχημα που χάρισε για μέρες γέλιο στα πικραμένα στόματα των Ελλήνων.

Τον Γεώργιο, γνωστό και ως Γιωργάκη, διαδεχθεί ο Αντώνης ο πιτσαδόρος. Γι αυτόν δεν μάθαμε αν είχε κάποιο ντροπιαστικό ατύχημα. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ότι ήταν προσεχτικός, είτε ότι είχε γύρω του ανθρώπους που τον προφύλασσαν από τις κακοτοπιές και την αρνητική δημοσιότητα.

Ήλθε η σειρά του Αλέξη, του γνωστού και ως «Πινόκιο» να κυβερνήσει. Αυτός κατάφερε να αυτοτραυματιστεί παίζοντας με ένα ψαροντούφεκο. Η μισή Ελλάδα γελά και οι άλλοι φωνάζει «φτου αστόχησες, ξαναπροσπάθησε». Υπάρχουν και αυτοί που υποψιάζονται ότι το ατύχημα συνέπεσε ύποπτα με την ανάρτηση των εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ, που μόνο γέλιο δεν χάρισαν στους Έλληνες.

Του τελευταίου πρωθυπουργικού ατυχήματος είχε προηγηθεί αυτό του υπουργού Κατρούγκαλου, αυτουνού με το μαντηλάκι και τον κατάπτυστο ομώνυμο νόμο, ο οποίος μπέρδεψε το ζεστό με το κρύο στο λουτρό προκαλώντας εγκαύματα στα πόδια του αλλά και έντονα ερωτήματα ως προς την διανοητική ικανότητα του, στους Έλληνες.

Αβίαστο συμπέρασμα όλων αυτών;
Ο κύριος Κατρούγκαλος είναι φτιαγμένος από τα υλικά που φτιάχνουν τους Έλληνες πρωθυπουργούς και κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ο επόμενος που θα αναλάβει τις τύχες των Ελλήνων.  

Φήμες ότι οι ευάριθμοι υποψήφιοι αρχηγοί του κεντροαριστερού σχήματος, παραθέτουν βιογραφικά με ιστορικά ηλίθιων αυτοτραυματισμών, διαψεύδονται ως ανακριβείς.


Καλημέρα.

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Σεπτέμβριος στην πόλη μας

Ακολουθεί έκθεση του μικρού Παναγιωτάκη με θέμα «Σεπτέμβριος στην πόλη μας».

Εγώ με την οικογένεια μου μένουμε στη Θεσσαλονίκη. Είναι μια μεγάλη πόλη, που όλο τον χρόνο είναι συμπρωτεύουσα της Ελλάδας και τον Σεπτέμβριο γίνεται «πρωτεύουσα των Βαλκανίων». Έτσι τουλάχιστον μας λέει ένας κύριος που είναι και πρωθυπουργός. Ο κύριος αυτός κάθε τόσο αλλάζει, αλλά η πόλη μας παραμένει πρωτεύουσα των Βαλκανίων για μια εβδομάδα.

Η πόλη μας έχει άσχημους δρόμους με λακκούβες και όταν περνάμε με το αυτοκίνητο κάνει ντονγκ ντονγκ. Είναι σα να βρισκόμαστε στα παιχνίδια του λούνα παρκ και εμένα πολύ μου αρέσει αλλά η μαμά μου θυμώνει και βρίζει και λέει «άχρηστοι ούτε ένα δρόμο δεν μπορείτε να συντηρήσετε». Και ο μπαμπάς μου της λέει «σώπα, κοίτα που τώρα βάλανε λίγη άσφαλτο»  και εγώ το βλέπω ότι ο μεγάλος ο δρόμος που πάει από το σπίτι μας στο κέντρο έχει μερικά κομμάτια με νέα άσφαλτο και είναι σαν την μικρή μας αγελάδα που έχει μεγάλες βούλες. Φαίνεται ότι δεν έφτανε για να βάλουν παντού, αλλά εμένα μου αρέσει γιατί τώρα κουνάει ακόμα πιο πολύ και όλο λέω στον μπαμπά μου να πάμε από αυτόν τον δρόμο του λούνα παρκ αλλά η μαμά πάλι βρίζει.

Στη Θεσσαλονίκη όταν δεν πάμε κάπου με το αυτοκίνητο, παίρνουμε το λεωφορείο. Τα λεωφορεία είναι παλιά και βγάζουν καπνό. Έχουν και πολύ κόσμο και εμένα με ζουλάνε και επειδή είμαι μικρούλης και κοντούλης όλο βλέπω πωπούς και ο μπαμπάς μου, μου λέει υπομονή φτάνουμε.  Όταν ανεβαίνεις επάνω στο λεωφορείο πρέπει να βγάλεις εισιτήριο. Αν δεν έχεις ακριβώς τα λεφτά σε τιμωρούν και δεν σου δίνουν ρέστα. Η μαμά μου, τα Χριστούγεννα που λέω τα κάλαντα, μου παίρνει τα χρήματα που μαζεύω και μου λέει «έλα να σου τα κάνω χοντρά» και μου δίνει κάτι χάρτινα και έτσι έχει για να δίνει στα λεωφορεία και λέει «να μην κάνουμε μάγκες τους κλεφταράδες». Ο μπαμπάς μου λέει ότι τώρα τα λεωφορεία έγιναν αριστερά και είναι χαρούμενος γιατί ότι είναι αριστερό είναι καλό. Αλλά τον αδελφό μου που έγραφε με το αριστερό φαγώθηκαν να τον μάθουν να γράφει με το δεξί. Περίεργα πράγματα.

Τον Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη έχουμε και μια μεγάλη έκθεση. Έρχεται κόσμος από παντού για να δει διάφορα ωραία πράγματα. Την πρώτη μέρα έρχονται οι πρωθυπουργοί και οι επίσημοι και ο κόσμος μαζεύεται από έξω και φωνάζει και βρίζει, γιατί πού να τους βρεις τους πρωθυπουργούς και του επίσημους τις άλλες μέρες του χρόνου για να τους φωνάξεις και να τους βρίσεις. Πάνε σε ένα μεγάλο σπίτι που το λένε Βελλίδειο και ο κύριος πρωθυπουργός λέει τι ωραία που είναι η ζωή και τι καλά τα κάνει εκείνος και οι φίλοι του και πώς θα πάμε ακόμα πιο καλά. Αυτοί που είναι μέσα χειροκροτάνε και αυτοί που είναι από έξω βρίζουνε. Και η μαμά μου λέει ότι έτσι είναι η ζωή. Αυτοί που είναι στην από μέσα χειροκρατάνε και αυτοί που είναι στην απ’έξω βρίζουνε. Ο μαμά μου λέει και ότι όλοι είναι ψεύτες και μας φλομώνουν στο ψέμα κάθε χρόνο αλλά ο μπαμπάς μου τη μαλώνει και της λέει να μη μιλάει γιατί το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» μας έδωσε τη νίκη.

Φέτος στην έκθεση θα φέρουν και ένα βαγόνι από το μετρό. Και πέρσι μας είχαν φέρει ένα βαγόνι από μετρό και πολύ μου άρεσε. Μπήκαμε μέσα με τον αδελφό μου και παίζαμε «μεγαλούπολη». Από ότι κατάλαβα, η έκθεση είναι ένα μέρος που πας με τα λεωφορεία που βγάζουν καπνό και δεν δίνουν ρέστα, για να δεις τα βαγόνια του μετρό που δεν έχεις. Ο μπαμπάς μου λέει να μην γκρινιάζουμε γιατί το μετρό θα γίνει και μήπως οι άλλοι καλύτερα τα έκαναν. Σιγά σιγά καλό είναι να συνηθίζουμε τα βαγόνια για να μη μας έλθει ξαφνικό και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε.


Η πόλη μας είναι ωραία όλο τον χρόνο αλλά τον Σεπτέμβριο, είναι ακόμα καλύτερη.

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Το τελευταίο μπάνιο

Το λύσαμε το θέμα ποιος σκοτώνει καλά τους αντιφρονούντες ή να το συνεχίσουμε; Έχουμε και κάτι μπάνια να κάνουμε και είναι και τα τελευταία και μετράνε διπλά. Είναι σαν τα μπάνια της αρχής. Έκανα το πρώτο, έκανα το δεύτερο, μετά χάνεις το μέτρημα. Τώρα στο τέλος, αναρωτιέσαι αν θα είναι το σημερινό το τελευταίο ή αν θα αντέξει το σύστημα ένα ΣΚ ακόμα.

Κάπως έτσι είναι και η ζωή μας. Ξεκινάει και μετράμε μέρες και μήνες. Το μωρό μας είναι 10 ημέρων. Έγινε 13 μηνών. Μετά χάνεται η μπάλα. Περνάνε τα χρόνια και ούτε που καταλαβαίνεις πώς βρεθήκαμε από το Πάσχα στα Χριστούγεννα. Μετά με τούτα και με εκείνα, παραμεγαλώνεις και τα χρόνια σου αρχίζουν και μετράνε σκυλίσια.

Ένας παππούς είναι 98 και σε τρεις μήνες γίνεται 99. Το κοινό φωνάζει «εκατό, εκατό, κατοστάρα, εκατό». Ο παππούς, αν είναι σε καλή κατάσταση, περνάει ζωή χαρισάμενη. Γιορτάζει τα γενέθλιά του κάθε μέρα. Εκπλήσσεται που ξύπνησε. Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, το ταίρι του ίσως, έχουν «φύγει». Εκείνος τσιμπιέται και βλέπει ότι είναι ακόμα ζωντανός, στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα. Τι ωραία αίσθηση!

Τους έχει πλέον όλους γραμμένους. Ο γιατρός που του είχε βάλει τη δίαιτα, πέθανε από χρόνια. Θα βγει έξω να πιεί ένα ουζάκι στον ήλιο. Θα φάει και τα παστά που τόσο του αρέσουν και που του φουσκώνουν τα πόδια και τα κάνουν σαν κορίνες του μπόουλινγκ.

Σκέφτεται να αρχίσει και πάλι το τσιγάρο που είχε κόψει στα σαράντα, μετά από το επεισόδιο με την καρδιά. Αλλά γιατί τσιγάρο. Καλύτερα πούρο. Άμα είναι να Τουρκέψω ας γίνω αγάς. Εκπτώσεις στα όνειρα και τα θέλω, ποτέ ξανά. Τελικά ασυμβίβαστος μπορείς να είσαι, στα νιάτα σου που έχεις την άγνοια και στα γεράματα που τα ξέρεις όλα και δεν έχεις να χάσεις τίποτα.

Για άλλες καταχρήσεις δεν το βλέπει να τα καταφέρνει αλλά θα πορευτεί με αυτές που μπορεί να έχει. Τώρα που μεγάλωσε είδε ευτυχώς τα πράγματα καθαρά. Νέος αγωνιζόταν για ιδεολογίες. Για κόμματα. Για παρατάξεις. Μάλωνε με τους φίλους του. Είχε χαλάσει σχέσεις για τον Μεταξά, για τον Γέρο, για τον Αντρέα, για τον Μητσοτάκη. Τώρα η εικόνα μεγάλωσε και ήταν πιο καθαρή. Περιέργως από απόσταση όλα φαινόταν πιο καλά. Λες να βοήθησε εκείνη η εγχείρηση στα μάτια που είχε κάνει όσο ζούσε η γυναίκα του; Μετάνιωσε γιατί έδωσε πίστη σε αδίστακτους τσαρλατάνους που ο μόνος τους νταλκάς ήταν να ικανοποιήσουν την δίψα τους για εξουσία και χρήμα.
Καμιά φορά του έμπαινε στο μυαλό να πάρει την καραμπίνα που είχε παλιά για το κυνήγι, να κατέβει στην Αθήνα και να πάρει όσο περισσότερους μπορούσε μαζί του. Για εκείνον δεν το ένοιαζε πλέον. Τι σήμερα, τι αύριο. Κοντεύουμε. Μετά πάλι σκεφτόταν ότι, τίποτα δεν θα άλλαζε. Έναν θα έπαιρνε μαζί του, δύο θα ξεφύτρωναν. Δεν φταίνε αυτοί που τα λένε, αλλά αυτοί που τους πιστεύουν και τους στηρίζουν. Όσο υπάρχει τράπουλα, θα βγαίνουνε ρηγάδες και όσο υπάρχουν δάσκαλοι θα βγαίνουν μαθητάδες. Και όσο υπάρχουν θύματα θα βγαίνουν αυτοί που θα τους δουλεύουν.

Κοίτα τώρα πού καταλήξαμε από το τελευταίο μπάνιο, που μπορεί και να μην είναι τελευταίο, μπορεί να μην είναι και μπάνιο... Καλημέρα.

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Κιθαρίστας ή ντράμερ

Τώρα πλάκα με κάνεις, ε;

Δηλαδή δεν σε νοιάζει που αν αρρωστήσεις θα πας σαν το σκυλί στ’αμπέλι αν δεν έχουν περισσέψει τίποτα λεφτουδάκια κάτω από το στρώμα.

Δεν σε νοιάζει που στη μέση του μήνα τελειώνουν τα λεφτά και που κάθε μήνα η μέση αυτή μεταφέρεται όλο και περισσότερο προς την αρχή.

Δε σε νοιάζει το παιδί σου που φεύγει στα ξένα για να βρει δουλειά και εσύ το κοιτάς το ζηλεύεις και λες «αχ να ήμουν δέκα χρόνια νεότερος να έφευγα και εγώ».

Δεν σε νοιάζει που κάθε μήνα βγαίνει ένας νέος φόρος, ένα νέο χαράτσι, μια νέα εισφορά. Κάθε μια πιο παράλογη και εξοντωτική από την προηγούμενη.

Δεν σε νοιάζει που πληρώνεις κάθε μέρα περισσότερο για υπηρεσίες που γίνονται χειρότερες στην παιδία, στην υγεία, στην δικαιοσύνη, στη δημόσια διοίκηση.

Δε σε νοιάζει που η σύνταξη του παππού κάθε μήνα μειώνεται και παρ΄όλα αυτά παραμένει μια σοβαρή πηγή εισοδήματος, αν όχι η μόνη, για πάρα πολλές οικογένειες.

Δε σε νοιάζει που μας την πέσαν Τούρκοι, Αλβανοί, Σκοπιανοί, τώρα που είδαν ότι δεν μπορούμε.

Δε σε νοιάζουν οι λαθρομετανάστες που συνεχίζουν να φτάνουν και να στοιβάζονται σε «δομές» ντροπής και ρεμούλας.

Δεν σε νοιάζουν τα παιχνίδια με τους θεσμούς.

Δε σε νοιάζει που δεν βλέπεις φως από πουθενά. Που δεν υπάρχει σχεδιασμός ούτε για την επόμενη μέρα.

Σε έπιασε ο πόνος για την σύγκριση ναζισμού – κομμουνισμού. Γιατί να σε νοιάζουν όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα που δεν έγραψα, αν δεν έχει ξεκαθαριστεί, πέρα από κάθε αμφιβολία, αν του αντιφρονούντα της ΕΣΣΔ του άξιζε, ενώ η δολοφονία του Εβραίου ήταν λάθος και έγκλημα.

Τσίμπα με μανία, σαν τον σπάρο στο σκουλήκι,  στις μπαρούφες που θα πετάξει εσκεμμένα ή γιατί τόσο του κόβει, ο κάθε βλαμμένος «απόλυτο τίποτα», που είδε κάμερα και άρχισε να μιλάει.

Συνέχισε να ξεμαλλιάζεσαι με τον αδελφό, τον φίλο, τον γείτονα, όπως έκανες και πριν από δύο καλοκαίρια. Μην του μιλάς. Είναι με τους «άλλους». Έτσι είναι πιο καλά. Να μην μιλιέστε, να μην λέτε τον πόνο σας, να μην συνεργάζεστε. Έτσι θα μπορεί η βασιλεία της κενότητας να διαιωνίζεται.

Συνέχισε και όταν τελειώσεις σου έχω νέο πεδίο αντιπαράθεσης. Καθαρεύουσα ή δημοτική. ΠΑΟΚ ή ΑΡΗΣ. Κιθαρίστας ή ντράμερ.

Κάποιοι πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους ανενόχλητοι, όσο τα παιδάκια παίζουν μαλώνοντας στην αυλή.


Καλημέρα.

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ξέρεις από slefie;

Θέλει τέχνη η selfie. Δεν μπορεί να την βγάλει επιτυχώς ο καθένας.

Μελέτες έδειξαν ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός που βρίσκεται κάτω από την ηλικία των 25 ετών και μεγάλωσε δίπλα σε  ένα κινητό τηλέφωνο, έχει το ένα του χέρι μεγαλύτερο από το άλλο για να μπορεί να παίρνει την selfie την καλή.  

Αλί σε μας τους φίφτι σάμθινγκ που όταν έρχεται η ώρα της αυτοφωτογράφισης παθαίνουμε πανικό. Δεν είναι μόνο ανατομικό το πρόβλημα, με τα ισομήκη χέρια. Στις ελάχιστες προσπάθειες που έχω κάνει να βγάλω selfie απέτυχα οικτρά. Μου πήρε μια ώρα να μπορέσω να βρω πού είμαι εγώ και πού κοιτάει η κάμερα. Αγωνίστηκα με πάθος να μπω ολόκληρος στο κάδρο και όταν τα κατάφερα είχα το ύφος τους τερματοφύλακα που αγωνιά πριν από το πέναλτι. Φυσικά, για να βάλω και άλλους μαζί μου ούτε συζήτηση. Μου ερχόταν να φωνάξω, παραφράζοντας τον Βέγγο, «ξέρεις από selfie;» μπας και έλθει να με βοηθήσει κανένας Χριστιανός. Όταν επιτέλους πάτησα το κουμπί και γύρισα στην οθόνη να δω τι ψάρια έπιασα, διαπίστωσα ότι η κίνηση του δαχτύλου για να πατήσει το κουμπάκι με είχε αφήσει με ένα μάτι, ένα αυτί ενώ παρουσίαζε ως κύριο θέμα τον σκουπιδοτενεκέ πίσω μου.

Σήμερα το πρωί στη θάλασσα είχα δίπλα μου μια παρέα πιτσιρικάδων. Δεν θα πω «νέων» για ευνόητους λόγους. Εκεί που καθόταν και μιλούσαν σχολιάζοντας την επικαιρότητα κάθε τόσο κάποιος έβγαζε το κινητό του, έδινε μια παράξενη γωνία στον καρπό του και τραβούσε φωτογραφία όλη την παρέα. Η οποία παρέα, προφανώς εκπαιδευμένη, σταματούσε ότι έκανε και έλεγε και έπαιρνε την επίσημη selfoφατσα της. Μετά με κοφτές κινήσεις έκαναν τη φωτογραφία share σε όποιο από τα social media αγαπούσε ο καθένας και μετρούσε αντιδράσεις. Η όλη προσπάθεια έπαιρνε δευτερόλεπτα. Σκεφτόμουν, όχι χωρίς φθόνο, ότι ο δικός μου καρπός δεν μπορεί να πάρει αυτή τη γωνία. Αν έπαιρνε σίγουρα θα καθόμουν γωνιά Τσιμισκή και Αριστοτέλους και θα ζητιάνευα, μυρίζοντας τα τσουρέκια του Τερκενλή «ελεήστε τον παραμορφωμένο». Άσε που δεν έχω selfόφατσα.


Γι αυτό σε λέω. Θέλει αρετή και τόλμη (και εκπαίδευση φυσικά) η καλή η selfie

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Αντίο Ζωίτσα

Πάει και η Ζωίτσα. Κάποτε όταν λέγαμε Ζωή σκεφτόμασταν αυτήν. Μετά ήλθε η άλλη η γκεσταπίτισσα και έτσι, αυτήν που συμπαθούσαμε, την είπαμε Ζωίτσα για να την ξεχωρίζουμε. Η τρίτη του ονόματος, η Ζωζώ, έχει το δικό της trademark και δεν της το παίρνει κανείς.

Τη γνώρισα μέσα από  τις ταινίες της. Πρόσωπο δροσερό, κορμί άλλων προδιαγραφών. Καθαρόαιμο. Δεν τις έβγαζαν έτσι τότε τις γυναίκες στην Ελλάδα.  «Εγχώρια εφάμιλλα των Ευρωπαϊκών» που έλεγαν οι διαφημίσεις της εποχής για ποιοτικά προϊόντα…  

Δεν θα έλεγα ότι είχε κανένα μεγάλο υποκριτικό ταλέντο. Ήταν όμως μια κατηγορία από μόνη της. Στιλάτη με class, που όμως στοίχειωνε τα όνειρα των ανδρών της εποχής της. Και ήταν μια εποχή που ο κινηματογράφος και η μουσική στην Ελλάδα είχε να δείξει πρόσωπα μαγικά. Ήταν τότε που η Ελλάδα ήταν της μόδας, σε όλο τον κόσμο. Οι ξένοι γνώριζαν τις αρχαιότητες, τον γαλάζιο ουρανό και το άσπρο μπλε του Αιγαίου. Θαύμαζαν τη Μελίνα και τον Σεφέρη. Άκουγαν τον Μίκη και τον Μάνο. Χόρευαν με τον Ζορπά και το συρτάκι. Έτρωγαν τζατζίκι και mousakas.

Δεν ήταν το κορίτσι της διπλανής πόρτας, με την τσαχπινιά τη Αλίκης. Δεν είχε το ταλέντο και την μεσογειακή ομορφιά της Τζένης. Ήταν η Ζωίτσα των λαϊκών αναγνωσμάτων, των θυελλωδών ρομάντζων και των έξαλλων πάρτι. Η φωτογραφία της βρισκόταν στο πορτοφόλι του φαντάρου στην δεκαετία του εξήντα και μέσα στις σελίδες ενός από τα πρώτα τεύχη του Ελληνικού Playboy στη δεκαετία του ογδόντα.


Λαμπερή μέχρι το τέλος, κατάφερε να μας εκπλήξει με ένα θάνατο ξαφνικό, που κράτησε την ανάμνηση της συνεπή ως προς την εικόνα που είχαμε γι αυτήν. Ο Θεός ας την αναπαύσει. 

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Old news

-         - Τι έγινε;
-          - Κι άλλο φορτηγό έπεσε επάνω στον κόσμο.
-         - Λονδίνο; Παρίσι; Κάνες;
-         - Στη Βαρκελώνη αυτή τη φορά. Αλλά δεν ήταν μεγάλο φορτηγό. Ήταν πιο μικρό.
-         -  Είχε νεκρούς; Πόσους;
-         - Δώδεκα. Δεκατρείς.

Δεν έχει πλέον σημασία. Δεν θα βάψουμε τα προφίλ μας με τα χρώματα της Ισπανικής σημαίας. Δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν τα χρώματα από την προηγούμενη φορά… Αλήθεια, ποια ήταν η προηγούμενη φορά;  Δεν θα ρωτάμε έντρομοι, όπως μετά το Μπατακλάν, αν τους πιάσανε και πώς είναι τα πράγματα στην πόλη. Διέφυγε ζωντανός ο δράστης; Τον σκότωσαν; Δεν έχει σημασία σου λέω. Συνηθίσαμε.

Θα συγκινηθούμε για λίγο. Θα αγανακτήσουμε. Θα το συζητήσουμε το πρωί στη θάλασσα. Θα δούμε τα έκτακτα δελτία και θα γυρίσουμε στην καθημερινότητα μας. Ηλιοβασιλέματα και ποδαράκια στην παραλία. Χταποδάκια και ουζάκια στις ταβέρνες. Οι φωτιές και ο Αλέξης που απουσίαζε. Οι φωτιές και ο Κυριάκος που ήταν εκεί αλλά δεν είχε σημασία. Βάλε και λίγο την ομαδάρα που πήρε ή δεν πήρε τους παιχταράδες και ξεκινάει την πορεία στης Ευρώπη. Βάλε και τον ΕΝΦΙΑ που πλησιάζει. Θα ανοίξουν και τα σχολεία.

Μάλλον πρέπει να βρουν κάτι νέο για να μας εντυπωσιάσουν οι τρομοκράτες. Old news και το θέ(α)μα δεν πουλάει. Ζούμε στην εποχή της υπερπληροφόρησης. Καταναλώνουμε ειδήσεις σαν τον θεατή του multiplex που κατεβάζει μια παλέτα ποπ κορν στην διάρκεια της ταινίας. Δεν εντυπωσιαζόμαστε πλέον από την είδηση που την έχουμε εξαργυρώσει στο μυαλό μας πριν ακόμα γίνει είδηση. Μετράμε μόνο τα μεγέθη. Πόσοι οι νεκροί; Ήταν πιο πολλοί από την άλλη φορά ή λιγότεροι. Πόσα τα καμένα στρέμματα;  Τίποτα δεν σε εντυπωσιάζει εκτός αν είσαι αυτός που ξεκίνησε για καφέ στο πεζόδρομο της Βαρκελώνης και κατέληξε στο νοσοκομείο ή στο νεκροτομείο. Εκτός αν ανοίξεις την τηλεόραση και δεις τον δικό σου άνθρωπο μέσα στα αίματα, να του σκεπάζουν με ένα σεντόνι το πρόσωπο.

Άραγε ο δράστης νιώθει δικαιωμένος από το αποτέλεσμα της πράξης του ή ξαφνικά ξύπνησε και μεταμεληθείς επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια εις τους πρεσβυτέρους, λέγων ήμαρτον παραδόσας αίμα αθώoν. 


Τι κάθεσαι και με γράφεις τώρα. Έλα αρχίζει το ματς.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Της Παναγίας σήμερα!

Ξημέρωσε η γιορτή της Παναγίας. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η σχέση των Ελλήνων με την Παναγία. Μάνα και φίλη. Στήριγμα στα δύσκολα. «Βοήθα Παναγιά μου». Η πρώτη που θα ευχαριστήσουμε (αν θυμηθούμε να ευχαριστήσουμε) για τα καλά. «Ευχαριστώ Παναγία μου». Έχω και διάφορα άλλα με τα οποία μερικοί συνοδεύουν το όνομα της αλλά δεν είναι της ώρας…

Τη νιώθουμε τόσο δικιά μας που της έχουμε δώσει εκατοντάδες ονόματα να συνοδεύουν το δικό της. Μερικά πολύ ιδιαίτερα και ευφάνταστα. Θυμάμαι το σοκ που είχα πάθει όταν, πριν από χρόνια, είχα επισκεφτεί το μοναστήρι της Παναγιάς της Κουνίστρας στην Σκιάθο.  

Μην ξεχνάμε ότι τα αποτελέσματα της Πάνω Παναγιάς, Κάτω Παναγιάς και Δώθε Παναγιάς κρίνουν τα αποτελέσματα των εκλογών με τον τρόπο ανάλογο με της Ρηνανίας και Κάτω Βεστφαλίας…

Την ημέρα αυτή γιορτάζουν οι Μαρίες. Η Μαρία είναι η θηλυκή βεντέτα των ονομάτων. Κάτι σαν Κώστα + Γιάννη + Γιώργο μαζί σε ένα. Είναι παντού.

Η Μαρία γεννά πάθη και έρωτες. Κάθετε ο Μητσιάς και τραγουδάει ότι μόνος του στην μπυραρία, ονειρεύεται τη νύχτα που την πρωτοφίλησε.

Το όνομα αυτό δεν έχει αρσενικό. Εκτός αν είσαι Ιθπανός και σε λένε αθ πούμε Χοθέ Μαρία (Μαργκάλ;). Ή αν η γιαγιά σου δεν είχε θηλυκό εγγόνι και σε είπαν Μάριο. Τι να πω; Όλα για τους ανθρώπους τα έδωσε ο Θεός…

Στις δεκαπέντε Αυγούστου γιορτάζει και ο Παναγιώτης. Πώς λέμε Μαρία; Καμία σχέση. Οι άνθρωποι που φέρουν το περίεργο αυτό όνομα, που απαντάται μόνο στην Ελλάδα, είναι λίγοι και (ίσως και) καλοί. Καταδικασμένοι στην σιωπή που τους έχει επιβληθεί στην περιοχή του Μπίθουλα “Σιλάνς Παναγιωτάκης». Άνθρωποι γαλαντόμοι που χαρίζουν το όνομα τους και εκεί που δεν ανήκει «Θα πεις τον Δεσπότη Παναγιώτη». Άνθρωποι που γενούν θετικά συναισθήματα. Ο Παναγιώτης αποκαλείται και Πάνος. Ουδέποτε όμως Κάτος.

Σήμερα λοιπόν ημέρα γιορτής. Τα παλιά τα χρόνια ο κόσμος έστελνε στους εορτάζοντες τούρτες και λουλούδια. Οι καιροί είναι πλέον χαλεποί. Ένα tag στα social media σε καμμιά κατοσταριά από τους «τιμώμενους» και έξω από την πόρτα. Κάτι σαν τις παρακλήσεις «υπέρ υγείας» που βάζεις τον παππά να λέει και να λέει και στο τέλος τρώει τα μισά και γιατί δεν τα είπες όλα πάτερ και δεν είναι σωστό και δεν πιάνει έτσι η ευχή και άει στο καλό κολάστηκα με εσάς εδώ μέσα.


Το μυαλό μου σήμερα στις Μαρίες της ζωής μου. Αυτή που δεν είναι πλέον μαζί μας (αλλά είναι πάντα στο μυαλό και την ψυχή μας) και σε αυτή που μεγαλώνει και ανθίζει δίπλα μας. Να τις έχει ο Θεός καλά.

Φωτιές

Για μια ακόμα χρονιά φωτιές καίνε ότι έμεινε άκαυτο τα προηγούμενα χρόνια. Υπέροχα κομμάτια φύσης καταστρέφονται. Ανθρώπινες ζωές κινδυνεύουν. Περιουσίες χάνονται.

Είναι ώρα να ανασκουμπωθούμε και να δούμε τι μπορεί να σωθεί. Αντί για έργα όμως, μόνο λόγια. Λόγια. Λόγια.

Αυτοί στους οποίους έχουμε εμπιστευτεί τις τύχες μας, αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων. Προσπαθούν να διαχειριστούν επικοινωνιακά την ανικανότητα τους, αντί να κάνουν έστω και την τελευταία στιγμή τη δουλειά τους.

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα. Δεν είναι η πρώτη φορά. Ο στρατηγός άνεμος λογικά μετά από τόσα χρόνια θα έπρεπε να είχε αποστρατευτεί. Δυστυχώς φαίνεται να έχει επανέλθει δριμύτερος στην υπηρεσία.

Κυνήγι μαγισσών και κατασκευή εχθρών. Τσομπάνηδες βόσκουν κοπάδια αποδιοπομπαίων τράγων.

Κούνημα δαχτύλου και αλαζονεία από αυτούς που θα έπρεπε να σκύψουν ταπεινά το κεφάλι, να ζητήσουν συγνώμη και να πάνε σπίτια τους ντροπιασμένοι.


Όταν με το καλό φύγουν αυτοί, θα έλθουν οι άλλοι και θα συνεχίσουν να ψάχνουν εχθρούς μέσα στα αποκαΐδια και τρόπους να διώξουν από πάνω τους τις ευθύνες. Η επιτυχία έχει πολλούς πατεράδες, η αποτυχία είναι ορφανή. 

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Παραθεριστικό καλοκαίρι

Λατρεύω τα μέρη τα παραθεριστικά. Όχι τα μέρη των διακοπών των λίγων ημερών αλλά εκείνα που πας και περνάς όλο το καλοκαίρι. Που το κάνεις σπίτι σου για τρεις μήνες. Για όλους εμάς που δεν ευλογηθήκαμε να έχουμε «χωρίο», αυτό είναι το χωριό μας.

Ξυπνάω πρωί και πάω να πάρω ψωμί. Κάθε μέρα διασταυρώνομαι με ένα τύπο που κάνει τζόκινγκ. Είναι διαφορετικός κάθε φορά. Δεν το φανταζόμουν ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί που κάνουν τζόγκινγκ στην Ελληνική ύπαιθρο το έτος 2017. Πολλές φορές μου περνάει από το μυαλό ότι παίζω σε ένα ιδιότυπο Τρούμαν σόου και κάποιος βάζει έναν τέτοιο χαρακτήρα μέσα στο κάδρο για συμπληρώσει το σκηνικό.

Από μακριά ακούγεται ένα μωρό που κλαίει. Από ένα ανοιχτό παράθυρο μια γυναίκα που «ψέλνει» τον άντρα της. Ένας παππούς σέρνει τα πόδια του για να φτάσει στον ίδιο προορισμό με εμένα. Τα σέρνει με τον ίδιο τρόπο που τα σέρναμε μικροί, όταν περπατούσαμε και κλοτσούσαμε ένα άδειο πακέτο σα να τριπλάραμε με μια μπάλα ποδοσφαίρου. Η μπάλα πλέον δεν υπάρχει και ο παίκτης χαίρεται και μόνο που τον βαστάνε τα πόδια του για να πάει στον προορισμό του.

Φτάνω στο μικρό μαγαζάκι που είναι πρατήριο άρτου αλλά έχει και λίγα είδη μπακαλικής.  Ανακούφιση για τους μεγαλύτερους που δεν πρέπει να οργανώνουν σχέδια μεταφοράς στο κέντρο του χωριού, για ψώνια. Μπροστά μου μια γιαγιά με μπουρνουζένιο φόρεμα, ελέγχει την ημερομηνία σε όλα τα γάλατα του ψυγείου πλησιάζοντας τα, ένα ένα, στο δεξί μάτι. Αγαπώ τις γιαγιάδες με τα μπουρνουζένια φορέματα, απομεινάρια κάποια άλλης εποχής, εκτός και αν έφεραν και τέτοια οι Κινέζοι.

Κάθε σπίτι από αυτά τα παλιά τα εξοχικά, είναι γεμάτο με σκελετούς παλαιοτέρων χρόνων. Ένα σαμπουάν αρχαίο, σε συσκευασία νταμιτζάνας που δεν λέει να τελειώσει καθώς χρησιμοποιείται λίγες μέρες κάθε χρόνο. Αγοράστηκε για «λιπαρά μαλλιά» και τώρα πλέον μπορεί να μην υπάρχουν μαλλιά. Η εταιρεία έχει αλλάξει δύο φορές συσκευασία από τότε, αλλά αυτό εκεί σταθερό να δένει με τα πλακάκια του μπάνιου. Φερ φορζέ πολυθρόνες και τραπέζια στα μπαλκόνια και στις βεράντες. Μαξιλαράκια πολύχρωμα και άρωμα από δεκαετία του εβδομήντα. Στυλ πίνουμε βερμούτ και παίζουμε κουμκαν στις κυρίας Λελές…

Το καλοκαίρι θέλει μπάνια και ο καθένας αυτό το μεταφράζει όπως θέλει και μπορεί. Όσο μεγαλώνεις τόσο πιο νωρίς θέλεις να πηγαίνει για μπάνιο. Καμιά φορά θα διασταυρωθούν στον δρόμο, οι νέοι που γυρίζουν από τη νυχτερινή διασκέδαση στην παραλία με τους παππούδες που έχουν βάλει την πετσέτα στον ώμο και κατηφορίζουν για τη θάλασσα. Αργό το βήμα αλλά μέχρι να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα, θα έχουν φτάσει! Διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για το πόσο υπέροχη είναι η θάλασσα την ώρα αυτή. Τα χρόνια τους να φτάσουμε για να το μάθουμε…

Ξεχωριστές είναι οι Κυριακές, στα μέρη αυτά. Κοντοβράκιδες παραθεριστές διασταυρώνονται με κυρίες κάποιας ηλικίας, στολισμένες λατέρνες έτοιμες για την εκκλησία. Περιμένουν να περάσει να τις πάρει η φίλη με τον άντρα της που ακόμα οδηγεί. Κρατούν στο χέρι βεντάλια και φυσιούνται ακατάπαυστα ενώ το πρόσωπο με το μπόλικο φτιασίδι ιδρώνει επικίνδυνα. Ο άντρας την φίλης ανταγωνίζεται σε παλαιότητα την αρχαία Mercedes που οδηγεί, αγκαλιάζει το τιμόνι, κοιτάει στο βάθος και όποιον πάρει ο χάρος.


Αγαπάμε παραθεριστικό καλοκαίρι και αυτό το ΣΚ είναι στην κορύφωση του. Καλημέρα. 

Το ΠΣΚΔΤΤ του καλοκαιριού

Και να που ήλθε το ΠΣΚ και λίγο από Δε και σίγουρα Τρ να μην σου πω και Τε.

Είναι το πιο χύμα διημερο-τριημερο-τετραήμερο άντε βδομάδα του χρόνου. Το αλήτικο, το άντε μωρέ, το νυν απολύεις, το πάμε και βλέπουμε, το ευλαβικό, το απ’ όλα.

Έχεις βγάλει παπούτσια και περπατάς ξυπόλυτος σε πλακάκια, άμμο, χώμα και νιώθεις σα να περπατάς πάνω στο νερό. Φεύγεις από την πόλη και βγάζεις ένα ένα τα ρούχα σαν κρεμμύδι ή σαν το μωράκι καρέτα καρέτα που βγαίνει από το αυγό και βαδίζει προς τη θάλασσα.

Αν δεν χαλαρώσεις και αυτό το πώς το είπαμε, τέλος πάντων, δεν πρόκειται να χαλαρώσεις ποτέ.

Το νου σας γεμάλια. Το φθινόπωρο και ο χειμώνας θα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Γίνεται; Βεβαίως και γίνεται! Γι αυτό πάμε να φύγουμε από δω και μη ρωτάς πού πάμε. Σε θάλασσες και αμμουδιές. Σε μπιτσόμπαρα και ερημικές, αν βρείτε, παραλίες. Σε βουνά και λαγκάδια. Με αεροπλάνα και βαπόρια και αν έχουμε μαζί και τους φίλους τους παλιούς ακόμα καλύτερα. Καθήστε κάτω από τον ίσκιο του γέρικου πλατάνου στο χωριό του παππού. Πιείτε νερό από την βρύση που τρέχει από τότε που ο μπαμπάς σας λέρωνε τα βρακιά του και τον κυνηγούσε η γιαγιάς σας. Χορέψτε στο πανηγύρι του χωριού ή πάνω στην μπάρα του μοδάτου κλαμπ.

Καθήστε σε ταράτσες και μπαλκόνια με φίλους και οικογένεια. Ξενυχτήστε χωρίς λόγο. Ξυπνήστε αργά ή νωρίς, πάλι χωρίς λόγο. Χύμα είπαμε και το εννοούμε.

Όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά, πάντα πάντα θα `ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει.


Άντε και από Τετάρτη, Πέμπτη ή όποτε τέλος πάντων σας 

φωτίσει ο Θεός να γυρίσετε βλέπουμε. Τα προβλήματα εκεί 

θα είναι δεν χάνονται. Ανοίξτε ένα κουτάκι στο μυαλουδάκι

σας, βάλτε τα μέσα κλειδώστε και βάλτε το κλειδί στην … 

Πέμπτη.



Πάμε.

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Καυγάδες

Ο δημόσιος καυγάς της περασμένης εβδομάδας είχε να κάνει με το ποιος θα κρατάει την σημαία στις παρελάσεις των δημοτικών σχολείων.

Αν ήσουν αντιπολιτευόμενος, δεν σε πείραξαν οι αναχρονιστικές, μίζερες, κομματοσκυλικές  διατάξεις που περνάει αυτός ο νόμος, αλλά σε πείραξε το ποιος θα κρατάει την σημαία στο δημοτικό.

Αν ήσουν συμπολιτευόμενος, δεν σε πείραξε το ότι οι παρελάσεις που μισούσες όσο ήσουν στο 4% καλά κρατούν αλλά τρέχεις να υπερασπιστείς την λοταρία των σημαιοφόρων και αν είναι δυνατόν και μια θέση μπροστά μπροστά στην εξέδρα.

Πιάσαμε μετά τον νταλκά με τον Γαβρόγλου που δεν πήγε φαντάρος. Φίλε, ο Γαβρόγλου είναι ένας από εμάς. Αν έχεις τα πολλά φράγκα ή τις διασυνδέσεις ή και τα δύο θα προσπαθήσεις να μην πας στρατό. Όπως έκαναν τόσοι πολιτικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, γόνοι εύπορων οικογενειών, τιμημένα λαμόγια, που καλά θυμάσαι αλλά κάνεις πως ξεχνάς, στο παρελθόν και όσο μπορούν θα κάνουν και στο μέλλον.  Αν δεν φτάνουν τα φράγκα ή τα κονέ για να την κοπανήσεις εντελώς, τότε πιάνεις να βρεις το θείο του μπατζανάκη του ξαδέλφου σου που είναι στο ΓΕΣ και θα σου κανονίσει την μετάθεση ή την λούφα. Αν δεν έχεις τίποτα από αυτά, πας στην Καβύλη και όταν με το καλό τελειώσεις έχεις τον Γαβρόγλου, και τον κάθε Γαβρόγλου, να σου κουνάει το δάχτυλο στην μούρη.

Αν, ας πούμε, ο Γαβρόγλου ήταν πολιτικός στις ΗΠΑ και έσκαγε κάτι τέτοιο δεν θα έβρισκε πέτρα να κρυφτεί από κάτω.  Στην Ελλάδα οι μισοί, ακόμα και αν δεν το λένε, τον σκέφτονται για μάγκα που ίσως κατάφερε αυτό που δεν κατάφεραν αυτοί. Σίγουρα δεν θα χάσει την θέση του για ένα ζήτημα ηθικής τάξης και θα έχει και το θράσος και την αναίδεια να εμφανίζεται ως τιμητής των πάντων.

Και πιάσαμε τον νταλκά με την αριστεία. Η ΝΔ την έκανε σημαία της και την κουνάει όπου βρει. Έχει πάρει τα πνευματικά δικαιώματα και θα την γυρίσει και ταινία, που λένε. Ας ψαχτεί λιγάκι με τα στελέχη της, αυτά που προβάλλονται τουλάχιστον, και αυτά που ας πούμε κατά καιρούς έχουν γίνει υπουργοί και έχουν καταλάβει δημόσια αξιώματα και μετά αν νιώσει τόσο σίγουρη ας σηκώσει όσες σημαίες θέλει.  Οι άλλοι, οι κεφτέδες του ΣΥΡΙΖΑ, ξέρουν τι ψάρια πιάνουν και λουφάζουν πετώντας την μπάλα στις κερκίδες γνωρίζοντας ότι αυτοί, ως κυβέρνηση έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων.


Φτάσαμε και στην Κυριακή με το χρυσό της Στεφανίδη. Μπράβο στην κοπέλα, που αποδεικνύει ότι είναι μια μεγάλη αθλήτρια. Ατυχώς και αυτή φαίνεται να ζητάει την τύχη της έξω από την Ελλάδα και κανένας δεν μπορεί να την αδικήσει για αυτό. Τώρα η σύνδεση της νίκης της με τους σημαιοφόρους του δημοτικού είναι τουλάχιστον ατυχής. Στις μεγάλες στιγμές θα πρέπει να είμαστε και εμείς μεγάλοι. Αν δεν μπορούμε, τουλάχιστον ας προσποιηθούμε. Παγκόσμια ημέρα οργασμού ξημερώνει αύριο… Καλημέρα.

Εικονίτσες χωρίς λογάκια

Τι κατάλαβα από την σύντομη βόλτα μου στα social media του καλοκαιρινού ΣΚ.

Το καλοκαίρι δεν είναι για πολλά λόγια. Φωτογραφίες, φωτογραφίες, φωτογραφίες. Κανένας δεν διαβάζει.

Το φεγγάρι του Αυγούστου είναι μια άσπρη θολή κουτσουλιά σε μαύρο φόντο και πρέπει να την δείξουμε σε όλους γιατί πού να σηκώνουν τα μάτια τους προς τον ουρανό, να το καμαρώσουν μέσ’ την λάμψη του. Είναι γνωστό ότι το φεγγάρι φαίνεται μόνο από εκεί που είμαστε εμείς. Όσο πλησιάζει η πανσέληνος η κατάσταση θα επιδεινωθεί.

Το φαγητό πρώτα το φωτογραφίζουμε και ύστερα το τρώμε. Και άντε να πεις ότι το μαγείρεψες εσύ, να πω κουράστηκες, καμαρώνεις και θέλεις να το μοιραστείς μαζί μας. Να κάνεις κοκο σαν την κότα ή κικιρικου σαν τον κόκορα. Στο εστιατόριο;

Έχουμε φάει τα καλαμαράκια, τα μύδια, το σκουμπρί και την σαρδέλα. Έχουμε πιεί τα ούζα μας. Το τραπέζι θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο. Φωτογραφίζουμε τα άδεια πιάτα με ότι έχει απομείνει, ένα λεπτό πριν ο σερβιτόρος να έλθει και να πει «να τα μαζέψω να φέρω γλυκάκι;».  Σαφές μήνυμα (τρίβοντας την κοιλίτσα) «φάγαμε και σήμερα!» γκρουκ. Μάσαλα!

Αν είσαι νέος – νέα και πέρασες τον χειμώνα να χτυπιέσαι στα γυμναστήρια βγάζεις φωτογραφία ολόσωμη με σαφές μήνυμα «φάτε μάτια ψάρια». Τα σχόλια θαυμασμού, ανάλογα με το θέμα. Περίπου σα να πέρασες από το «εστιατόριο που τρων τα συνεργεία και μπήκε το θέμα σου έτσι στ’ αστεία". Ω ρε μάνα μου!

Αν είσαι λίγο ή πολύ μεγαλύτερος – μεγαλύτερη και η σχέση σου με το σώμα σου περνάει κρίση, για να το θέσω κομψά, τότε βγάζεις νυχάκια, μπουτάκια, φωνογραφημένα από την σωστή γωνία ή σε πιο δύσκολες περιπτώσεις σκέτο τον φρέντο με το καλαμάκι του και το ιδρωμένο ποτήρι της μπύρας. Αν θέλεις να περάσεις και ένα μήνυμα ποιότητας δεν κάνει κακό να έχεις και ένα βιβλίο στο πλάνο, τάχα μου δήθεν «στην παραλία με ένα βιβλίο και τίποτα άλλο».

Χαζομπαμπάδες-μαμάδες-παππούδες-γιαγιάδες βγάζουν φωτογραφίες τα καμάρια τους σε πόζες όλο τσαχπινιά μέσα στην άμμο, με ή χωρίς μαγιό, στα ρηχά με τα μπρατσάκια, με το παγωτό που έχει βάψει όλο το πρόσωπο και σκασίλα του, του πιτσιρικά. Αποφεύγουν την φωτογράφιση όταν το πιτσιρίκι κλαίει και οδύρεται σηκώνοντας την παραλία στον πόδι, ή όταν το φωνάζει η μαμά για να φάει τον κεφτέ ή για να τα μαζέψουν και να φύγουν «γιατί έχει να βάλει και τηγάνι και αν σε ξαναφέρω εδώ να μου τρυπήσεις τη μύτη».

Αν είσαι κυρία που δεν είσαι πλέον στην πρώτη νιότη, αλλά περνάει ακόμα η μπογιά σου, που λέγανε και οι παλιοί, τότε βγάζεις φωτογραφία προσώπου κοντινή με την ανάστροφη της παλάμης τοποθετημένη όλο χάρη, κάτω από το πιγούνι (because progouli never lies). Καλού κακού περνάς και ένα, δύο, τρία, φίλτρα και πέφτει μια θολούρα στην εικόνα ή στα επίμαχα σημεία, που κάνει αυτόν που χαζεύει την φωτογραφία, να καθαρίζει με μανία την οθόνη του κινητού από αυτό που νομίζει για δαχτυλιά.

Ο ψαράς έπιασε ψάρια. Θα τα τοποθετήσει σαν φανταράκια στην παρέλαση, αν είναι λίγα και μικρά, ή θα τα κρατάει με δυσκολία από τα βράγχια στην σπάνια περίπτωση που είναι μεγάλα. Όχι για να μην μας λένε ψεύτες μερικοί μερικοί.

Αυτές τι μέρες κάνει ζέστη. Τις επόμενες ημέρες λένε ότι θα κάνει ακόμα περισσότερη. Τα λέμε αλλά ποιος τα πιστεύει. Βγάλε φωτογραφία το θερμόμετρο στο ταμπλό του αυτοκινήτου για να πειστούν και οι πλέον άπιστοι. Δεν παίζουμε με αυτά. Καλοκαίρι με ζέστη; Έλα Χριστέ και Κύριε!

Τέλος αν δεν έχεις πάει κάπου και βράζεις στο ζουμί σου μέσα στην πόλη, κανένα πρόβλημα. Μην ζηλέυεις αυτούς που κώλο δεν έβαλαν κάτω. Μπες μέσα στον Γούγλη και κατέβασε εικόνες από τον προορισμό που θα ήθελες να επισκεφτείς. Διάλεξε, ας πούμε, τη λίμνη Κόμο που έχει το τσαρδάκι του και ο Τζορτζ ο καφεπότης με την κρυόκωλη και τα δίδυμα. Βάλε εικόνες με την καρδιά σου χωρίς σχόλια. Εσύ δεν θα έχεις πει ψέματα, αλλά όλοι θα σε έχουν συνδέσει με την όμορφη, κυριλάτη περιοχή και τον κομψό γείτονα.  


Όλα αυτά τα γράφω γιατί είμαι γκρινιάρης εκ πεποιθήσεως, με την σιγουριά ότι κανένας δεν θα τα διαβάσει αφού δεν έχουν εικονίτσες και είναι μόνο λογάκια. Καλή Κυριακή.