Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

"Καταξίωση"

Κάθε ηλικία έχει τα δικά της status symbols και το δικό της επίπεδο καταξίωσης.

Το παιδί προσχολικής ηλικίας, το ξέρει ο μπακάλης της γωνίας ή ο περιπτεράς και το κερνάει καραμέλες και κανένα παγωτό το καλοκαίρι.

Μεγάλωσες και πήγες στο σχολείο. Μπράβο! Είναι σημαντικό να σε ξέρει η δασκάλα ή η καθηγήτρια του διπλανού τμήματος, ακόμα και να δεν είσαι μαθητής της. Κάπως ξεχωρίζεις βρε αδελφέ. Αν σε ξέρει και ο Λυκειάρχης (όχι επειδή σε απέβαλε) ακόμα καλύτερα.

Στον στρατό η γνωριμία με τον επιλοχία που βγάζει τις υπηρεσίες και με τον λοχαγό που δίνει τις άδειες και ρίχνει τις φυλακές, είναι επιβεβλημένη και χρήσιμη.

Έρχεται ο καιρός που πιάνεις δουλειά. Άλλο να σε ξέρει ο Γενικός και άλλο ο κλητήρας στην είσοδο. Έχει διαπιστωθεί βέβαια ότι, κατά περίπτωση, μπορεί και οι δύο να σου φανούν χρήσιμοι για διαφορετικούς λόγους και σε διαφορετικά επίπεδα.

Έπιασες δύο ευρώ στην τσέπη σου και άρχισες να ζεις την καλή ζωή. Η καταξίωση έρχεται με τον υπεύθυνο του νυχτερινού μαγαζιού, που θα σε πάει πρώτο τραπέζι πίστα παρακάμπτοντας ουρές και κρατήσεις, την τραγουδιάρα που θα σου αφιερώσει το τραγουδάκι με ένα κλείσιμο του ματιού και την λουλουδού που σε κερνάει πανεράκια. Δεν είναι αυτό το γούστο σου; Ούτε και μένα. Γι αυτό σου έχω και άλλο.  Ο μετρ του high restaurant που θα σου βρει τραπέζι ακόμα και αν το μαγαζί είναι γεμάτο και θα σου εξασφαλίσει το κρασί που θέλεις, από την, και καλά, ιδιωτική συλλογή του ιδιοκτήτη. Αν το μαγαζί δεν είναι χάι, βγαίνει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης με τον οποίο γνωρίζεστε με το μικρό όνομα και σου λέει «κάνω λογαριασμό σε εκείνη την παρέα στη γωνία και θα σου το ενώσω με το άλλο τραπεζάκι και θα σε βολέψω. Έχω φοβερή σπαλομπριζόλα σήμερα».

Μεγάλωσες και άλλο και απέκτησες τον απεχθή τίτλο του μεσήλικα;  Το χαϊλίκι μεταφέρεται από τη νύχτα στη μέρα. Σε φροντίζει ο φούρναρης και σου κρατάει το ψωμί, που παίρνεις, πριν να τελειώσει. Στον πάγκο της λαϊκής σε αποκαλούν με το μικρό σου όνομα και το πρόθεμα «κύριε» (καμπανάκι ότι δεν είσαι νέος πια) και σου βάζουν από το καφάσι που είναι από την πίσω μεριά και όχι από το ίδιο με τον υπόλοιπο λαό… Ο χασάπης σου λέει να περιμένεις λίγο και σου «περιποιείται» προσωπικά το κρέας, παραμερίζοντας τα τσιράκια. Με τα ψάρια του ψαρά κλείνεις ραντεβού από την προηγούμενη μέρα και τραγουδούν «είμαστε αλάνια»!

Περνάει και αυτή η ηλικία και αρχίζεις τα κολλητιλίκια με τους γιατρούς και την κοπέλα που σου παίρνει αίμα για τις εξετάσεις στο μικροβιολογικό εργαστήριο. Στην τράπεζα δεν χρησιμοποιείς ΑΤΜ ή Θεός φυλάει e banking, αλλά σέρνεις τα πόδια σου και πας σε κάποια από τα γραφεία ή σε αυτό του διευθυντή ακόμα και για να σου ενημερώσουν το βιβλιάριο, να δεις αν μπήκε η σύνταξη και το ενοίκιο από εκείνη την γκαρσονιέρα στο κέντρο. Ποτέ στην ουρά με τους άλλους. Σε επίπεδο καταξίωσης σκέφτεσαι ότι το μόνο που σου μένει είναι να στενοχωρηθεί ο νεκροθάφτης που θα σε θάψει. Ξέρω. Κούφια η ώρα που το ακούει, χτύπα ξύλο, κουνήσου από τη θέση σου… Ωραία, τα έκανα όλα και έτσι δεν κινδυνεύετε.


Καλημέρα και καλή Κυριακή.

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Όνειρο ήταν.

Γύρισα από τη δουλειά πολύ κουρασμένος, σωματικά και ψυχικά. Κάθισα στην πολυθρόνα και πριν καλά καλά το καταλάβω με πήγε ο ύπνος. Ένας ύπνος βαθύς, λυτρωτικός για το σώμα και την ψυχή. Ένας ύπνος γεμάτος όνειρα.

Ονειρεύτηκα, λοιπόν, ότι γιορτάζαμε την επέτειο του Πολυτεχνείου, τιμώντας τους αγωνιστές και τις ιδέες που εξέφραζαν. Χωρίς να χρειάζεται η πόλη να γίνει «αστακός». Με την αστυνομία παρούσα για να διευκολύνει όσους θέλουν να κινηθούν στο κέντρο και να διαδηλώσουν και όχι για να «παίξει» κλεφτοπόλεμο με τριάντα αλήτες. Πολίτες που, με την ευκαιρία της επετείου, συζητούν και θα προβληματίζονται για την γενιά του Πολυτεχνείου που αλλιώς ξεκίνησε και αλλιώς κατέληξε. Για τους λόγους που προκάλεσαν την εξέγερση. Που έκαναν επιτέλους μια ανοιχτή συζήτηση για την χούντα και όλους αυτούς που την αποδέχτηκαν, συνέπλευσαν μαζί της και πιθανώς τώρα την αναπολούν. Πολίτες που δεν θα έκρυβαν το παρελθόν σε ανήλιαγα υπόγεια προσποιούμενοι ότι η Ελένη τους από το Κωσταλέξη της ιστορίας τους απλώς δεν υπάρχει.

Ονειρεύτηκα μια κοινωνία που δεν αποδέχεται, ως κάτι φυσιολογικό, τον αλήτη που σπάει το πανεπιστήμιο κριμένος πίσω από τον βιασμό της έννοιας του ασύλου. Αναγνωρίζει τον φασίστα-λύκο που φοράει την προβιά του δημοκράτη. Μια κοινωνία με νόμους και θερμούς που λειτουργούν και γίνονται σεβαστοί από τους πολίτες της.

Ονειρεύτηκα παιδιά που τιμούν την προσπάθεια που έκαναν τα ίδια και η οικογένεια τους  το καλοκαίρι, για να έχουν ένα ποιοτικό σχολικό περιβάλλον και δεν επιτρέπουν σε κανέναν αλήτη να πάει να βανδαλίσει το δεύτερο σπίτι τους. Παιδιά ενεργούς πολίτες της κοινωνίας τους, που αντιλαμβάνονται ότι το σπίτι τους δεν σταματάει στην πόρτα του διαμερίσματος τους.

Ονειρεύτηκα πολιτικούς  που λογοδοτούν για τις πράξεις τους, απέναντι σε αυστηρούς πολίτες. Σε πολίτες που είναι το ίδιο αυστηροί προς τους πολιτικούς αλλά και προς τους εαυτούς τους. Πολίτες που απαιτούν την εφαρμογή των νόμων και την λειτουργία του πολιτεύματος. Που δεν αποδέχονται να πνίγεται ο διπλανός του και αυτός που απέτυχε να του εξασφαλίσει την ασφάλεια, να του πετάει λάσπη από επάνω.

Ονειρεύτηκα μια πολιτική ηγεσία που να παρουσιάζει ένα ενιαίο σοβαρό πρόσωπο προς το εξωτερικό της χώρας. Ανθρώπους σοβαρούς που να ακολουθούν μια εξωτερική πολιτική μακρόπνοη και με στόχους, απαλλαγμένη από τα μικροσυμφέροντα του κάθε πολιτικάντη.

Ονειρεύτηκα ανθρώπους που δουλεύουν με σύστημα και πρόγραμμα και όχι τσαρλατάνους που όταν το πλοίο βυθίζεται μετά και από δικούς τους κακούς χειρισμούς, να αμολούν μια φωτοβολίδα και να περιμένουν να θαυμάσουμε την φωτοβολίδα.

Ονειρεύτηκα ένα κράτος πολιτών με αλληλοσεβασμό. Ένα κράτος που ο πολίτης θεωρεί αδιανόητο να παραβεί τους νόμους και που όμως γνωρίζει ότι οι νόμοι είναι εκεί για να καθορίσουν τους κανόνες της κοινής ζωής των πολιτών.

Ύστερα ονειρεύτηκα ότι όλα αυτά γινόταν στην Ελλάδα, την πατρίδα μου που αγαπώ και τιμώ. Την Ελλάδα που έφτασα να σκέφτομαι ότι δεν είναι το καλύτερο μέρος για να ζω με την οικογένεια μου. Την Ελλάδα με το εξαιρετικά βαρύ πια περιβάλλον, που  κάνει έστω και ένα σύντομο ταξίδι σε μια άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, ευκαιρία για μερικές ελεύθερες χαρούμενες ανάσες.

Ξύπνησα και αρνήθηκα να πιώ καφέ ή να πάρω την κρυάδα της επικαιρότητας, πριν να μοιραστώ μαζί σας το όνειρο μου. Να το καταγράψω πριν το χάσω. Καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο.



Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που’χει κάτι απ΄ τις … γιορτές.

Γιορτή στο σχολείο σήμερα για τους μαθητές, κλειστά τα πανεπιστήμια. Όχι για να τιμήσουν την επέτειο, αλλά για λόγους ασφαλείας.  Για εκείνους είναι περίπου όπως ήταν για εμάς η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου. Γεγονότα που έζησαν οι γονείς τους αλλά εκείνους δεν τους λένε τίποτα. Τραγούδια της Βέμπο τραγουδούσαμε εμείς. Θεοδωράκη, Λοΐζο και Σαββόπουλο αυτοί. Χωρίς συγκίνηση, χωρίς να καταλαβαίνουν ακριβώς σε τι αναφέρονται. «Η πλατεία ήταν γεμάτη …». Με 4.000 αστυνομικούς, που κοιτούν και έχουν εντολή να μην αντιδράσουν. Με τους «γνωστούς αγνώστους». Με τους πολιτικούς που ψάχνουν για την καλή φωτογραφία με το στεφάνι. Με λάσπες και πτώματα, φέτος.

Ο φοιτητής ίσως και να κάνει ένα πέρασμα από την πορεία, αν την κάνει κέφι η παρέα. Περπατά και παράλληλα στέλνει μηνύματα και βγάζει και μια selfie. «Μεταδίδει ζωντανά», αν φτάνουν τα μεγκαμπαίτς στο πρόγραμμα του κινητού. Check in σε πορεία προς το Αμερικάνικο προξενείο, των Αμερικάνων που είναι πλέον σαν την παλιά διαφήμιση του ASSOS φίλτρο. Έχουν παντού μόνο φίλους. Αριστεροί προσκυνημένοι ποτέ νικημένοι. Πορεία πάντα με τον φόβο για τους γνωστούς άγνωστους που σπάνε και να ρημάζουν. Check in, με τον φόβο μελλοντικού background check όταν θα πάει να αναζητήσει την τύχη του σε άλλες πολιτείες γιατί στην Ελλάδα δεν…

Παλιοί αριστεροί αγωνιστές και «αγωνιστές»  βρίσκονται με φίλους παλιούς και να είναι η πορεία ένα είδος reunion που θα καταλήξει στο βράδυ για κρασάκι. Έτσι να θυμηθούμε τα παλιά… Πιο καλά τα παλιά γιατί τα νέα καλύτερα να τα ξεχνάμε. Πίκρα, απογοήτευση και γλυκές αναμνήσεις δύσκολων εποχών που έχουν πάρει την γλυκιά πατίνα που τους δίνει ο χρόνος. Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που’χει κάτι απ΄ τις … γιορτές.

Η «17 Νοέμβρη» είναι σίγουρα το πιο λερωμένο brand name στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Από την συμμορία των δολοφόνων μέχρι την περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου, που ρήμαξε και αυτή με πολλούς τρόπους την πατρίδα της όταν της δόθηκε η ευκαιρία να κυβερνήσει. Οι πιο προνοητικοί από αυτούς τώρα πια έχουν αποσυρθεί, εκόντες άκοντες , και ξεκοκαλίζουν τα έτοιμα. Κάποιοι άλλοι δεν σταματούν πουθενά και κάνουν διεθνή καριέρα δίπλα σε βασιλιάδες και πρίγκιπες. Είναι πολλά τα λεφτά Άρη και πολλοί από την γενιά αυτή βρήκαν τρόπο να κεφαλαιοποιήσουν και να εξαργυρώσουν την νεανική επαναστατικότητα τους. Μια φίλη είχε κάποτε παρατηρήσει ότι στη Θεσσαλονίκη, η προέκταση της (οδού) Λαμπράκη, είναι η 17 Νοέμβρη! Με τρόμο αναμένω την ονοματοδοσία πιθανής νέας επέκτασης…

Ευτυχώς έχουμε κυβέρνηση της αριστεράς και έναν πρωθυπουργό που ίσως να πάει σήμερα μια βόλτα από το Πολυτεχνείο να καταθέσει στεφάνι. Στα μουλωχτά στα γρήγορα «με ισχυρή αστυνομική προστασία». Το πολυτεχνείο που τελούσε υπό κατάληψη «καθαρίστηκε» χθες από παρακρατικές ομάδες αριστερών αναρχικών που επέβαλαν την τάξη! Η δουλειά να γίνεται. Το σημαντικό είναι να βγει η είδηση ότι ο πρωθυπουργός πήγε εκεί. Να βγει και μια φωτογραφία με το στεφάνι και ας το πετάξει σαν φρίσμπι από μακριά για να προλάβει να φύγει μακριά από την αυθόρμητη ή διατεταγμένη οργή των παρευρισκόμενων. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και τώρα που πέρασε απέναντι άλλοι έχουν αναλάβει την δουλειά που έκανε αυτός και παρέα του τόσα χρόνια. Είναι και μερικοί τους ευρύτερου χώρου που δεν πρόλαβαν να καταλάβουν θέσεις και να επωφεληθούν από κρατικές αργομισθίες και έτσι αντιδρούν. Τον φτύνουνε και για μια ακόμη φορά, θα προσπαθήσει να μας πείσει ότι έβρεχε. Είναι και η ιστορία με τον τέως φονιά των λαών Αμερικάνο και νυν φίλο, που θέλει να θυμάται στο εξωτερικό και να ξεχνάει στο εσωτερικό. Κατά πώς λέει και ο Νεγρεπόντης στα Μικροαστικά του, «σιγά σιγά πώς γύρισε παλιούς φίλους πώς μίσησε πώς έγινε και απάτησε όσους πολύ αγάπησε…»


Καλημέρα, και του χρόνου καλύτερα, αν και δεν το βλέπω.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος.

Χθες είχαμε μια δύσκολη μέρα στη δουλειά (λες και υπάρχουν και εύκολες) και δεν βρήκα τον χρόνο να επισκεφτώ τα διάφορα ειδησεογραφικά sites. Έχω εγκαταστήσει στο κινητό, μια από αυτές τις εφαρμογές που σου παρουσιάζουν τα “breaking news”. Χθες είχε μετατραπεί σε ένα κοντέρ που μετρούσε νεκρούς…

Πόνος, θλίψη, οργή. Πού είναι το κράτος; ρωτάμε όλοι. Ποιος είναι το κράτος; ρωτάω εγώ.

Το κράτος είναι εκεί που το θέλουμε και είναι όπως το θέλουμε. Δεν είναι δυνατόν να ζητάω το κράτος είναι παρών όταν βρέχει, όταν πιάνει φωτιά και όταν γίνεται σεισμός ενώ θέλω να απουσιάζει όταν χτίζω μέσα στο χείμαρρο, όταν αγοράζω τα καμένα και όταν διαλέγω τον μάστορα που θα μου κάνει το πανωσήκωμα σε μια νύχτα χωρίς βουλή χωρίς Θεό, σαν βασιλιάς σε αρχαίο δράμα.

Πού είναι οι υπεύθυνοι; Πού είναι οι υπουργοί, περιφερειάρχες, οι δήμαρχοι; Είναι ακριβώς εκεί που τους βάλαμε και θα τους ξαναβάλουμε. Αποδεχόμαστε πλήρως τον υπουργό που δέχεται την καταστροφή στον Αργοσαρωνικό, την περιφερειάρχη που φαίνεται ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά της με την αντιπλημμυρική προστασία, τον δήμαρχο που του πάγωσαν οι αλατιέρες. Θα τους ψηφίσουμε με την πρώτη ευκαιρία ξανά. Τους αποδεχόμαστε όπως και εκείνοι αποδέχονται εμάς και το συμφεροντάκια μας, τον δημόσιο υπάλληλο που την κοπανάει ή που «τα ξύνει» στη δουλειά. Τον «βολικό» που «τα παίρνει» και τον «στριφνό» που καταποντίζεται στην υπηρεσία γιατί θέλει να είναι σωστός, τυπικός, ευσυνείδητος.

Ο όρος «ακραία καιρικά φαινόμενα» είναι μια πολύ βολική διατύπωση, που εφευρέθηκε από κάποιον υπουργό σε μια από τις τελευταίες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και από τότε βόλεψε μια χαρά και τους Νεοδημοκράτες και τώρα και τους Συριζαίους. «Ακραία καιρικά φαινόμενα» είναι αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν «αποδιοπομπαίο τράγο». Βρίσκουμε κάποιον ή κάτι και του φορτώνουμε τα πάντα, αποποιούμενοι τις ευθύνες μας.  Ναι χθες φαίνεται ότι έβρεξε πολύ. Όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από το σύνηθες (δεν θα πω φυσιολογικό γιατί στην φύση δεν υπάρχει φυσιολογικό) τότε ο σχεδιασμός μας λέει ότι είναι αποδεκτό να έχουμε ζημίες (κάποιες φορές μεγάλες) αλλά απαράδεκτο να θρηνήσουμε ανθρώπινα θύματα. Εδώ λοιπόν ο στόχος του σχεδιασμού χάθηκε πλήρως. Το σύστημα δεν λειτούργησε και μάλιστα όχι μια φορά αλλά τουλάχιστον σε δεκαπέντε περιπτώσεις. Τι θα γίνει; Τίποτε εκτός από δεκαπέντε κηδείες… Θα κλάψουμε και θα στενοχωρηθούμε για μερικές μέρες. Θα ανεβάσουμε σημαίες μεσίστιες. Θα φωνάξουμε στα καφενεία και στη συνέχεια θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι κάναμε, να ψηφίζουμε αυτούς που ψηφίζαμε για τους λόγους που τους ψηφίζαμε. Για να μας κάνουν τη δουλίτσα μας.

Συγνώμη Κεμάλ αλλά σήμερα θα σε καληνυχτίσω πρωί. Ίσως επειδή δεν ξημέρωσε, ίσως γιατί νιώθω ότι θέλω να βρεθώ μακριά, σε άλλο ημισφαίριο. 

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Μέρα βροχερή

Να χαμε να λέγαμε χειμώνας. Τη μια μέρα λιακάδα, γυαλί ηλίου και ανοιχτό παράθυρο και την επόμενη βροχή και κρύο μπούζι, με υγρασία.

Τα φώτα του δρόμου έχουν σβήσει. Το λιγοστό φως της μέρας, που ξημερώνει, συμπληρώνουν τα φανάρια της τροχαίας και τα κόκκινα στοπ των αυτοκινήτων. Αντανακλώνται στον βρεμένο οδόστρωμα και τη μια δείχνουν τη λακκούβα που έχει γεμίσει νερό και την άλλη την άσφαλτο που ξεπλένεται. Χαράς ευαγγέλια για τις φίλες που θα αρχίσουν να δημοσιεύουν φωτογραφίες μοντέλων με γκέτες, μακριά πουλόβερ και μια κούπα καφέ στο χέρι, μπροστά στο τζάκι. Τις σκέφτομαι με ρόμπα χοντρή, παντόφλα και κοντή κάλτσα, ρολά στο μαλλί και έναν Ελληνικό στο χέρι να ποστάρουν ρομαντικές φωτογραφίες.

Εγώ πάλι ονειρεύομαι ότι είμαι πιτσιρίκι, φοράω γαλότσες και χοντρή καρό μουσαμαδιά για να κατέβω στον δρόμο να χοροπηδήξω μέσα στα νερά. Εκεί που το νερό γεμίζει την λακκούβα και καθρεφτίζει τον συννεφιασμένο ουρανό. Η βροχή συνεχίζει να πέφτει και σπάει την εικόνα γεμίζοντας την ήρεμη «γυάλινη» επιφάνεια με ομόκεντρους κύκλους. Σε λίγο θα έλθουν και άλλα παιδιά. Θα παίξουμε εκείνο το παιχνίδι που πηδούσες μια εσύ και μια ο άλλος, με τα πόδια ανοιχτά, προσπαθώντας να βρέξεις περισσότερο από όσο θα βραχείς.

Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι στο Παρίσι. Σε μια γειτονιά που με φιλοξένησε για λίγες μέρες πριν από ένα χρόνο. Έχουμε ανακαλύψει τυχαία, ότι κάτω από το σπίτι μας στήνεται υπαίθρια αγορά για τρεις μέρες κάθε εβδομάδα. Ο καιρός, σαν τον σημερινό, έτσι βροχερός με κρύο και υγρασία. Φοράω ότι πιο ζεστό είχα προνοήσει να πάρω μαζί μου και το πανωφόρι που το αγόρασα από εκεί πριν από δύο μέρες και να που ήλθε η ώρα να το χρησιμοποιήσω. Είμαι μεγάλος και έχω άσπρα μαλλιά στο κεφάλι, αλλά αυτό είναι το μόνο που με συνδέει με την πιθανή σοφία της ηλικίας. Δεν παίρνω ομπρέλα και ας γίνω παπί. Βγαίνω έξω και περπατώ. Η μεγαλύτερη παραχώρηση που κάνω είναι να βάλω την κουκούλα. Σύντομα την αποχωρίζομαι και αυτή γιατί με κάνει να νιώθω σαν τον λύκο που δε μπορεί να γυρίσει το κεφάλι του. Ας βραχώ. Από ζάχαρη δεν είμαι. Προσπερνάω τους πάγκους με τα κινέζικα μπλιμπλίκια και τους άλλους με τα βρακιά και τις μαϊμού μπλούζες της Παρί. Προχωράω παρακάτω και βγαίνω εκεί που είναι τα μαγαζιά με τα παλιά. Απίστευτη εξειδίκευση! Ο ένας έχει παλιά παιδιά παιχνίδια. Ο άλλος πιάτα και μαχαιροπίρουνα. Παραδίπλα βιβλία και περιοδικά. Μια μεγάλη μάντρα, στη γωνία, με άναρχα στοιβαγμένα μπρούτζινα μεγάλα λιοντάρια και βαριές σκαλιστές πόρτες που παραπέμπουν σε περιφράξεις πύργων στη Γαλλική εξοχή.

Ούτε και εγώ ξέρω πόση ώρα περπατάω. Στο ράδιο του μυαλού μου ακούω τη φωνή του Καλογιάννη να μου τραγουδάει «λαβομάνα στυλ και ανθοστήλες κράνη, πιάτα, ξιφολόγχες και αρβύλες. Πήγα για να βρω καμιάν αντίκα, και τα όνειρά σου να πουλάνε βρήκα». Πας παντού αλλά τα ακούσματα τα παιδικά τα παίρνεις μαζί σου.

Σταματάω σε έναν πάγκο που ψήνει διάφορα. Άραβες αυτοί, Έλληνας εγώ, εξοπλισμένος με τα Γαλλικά του σχολείου, καταφέρνουμε να βγάλουμε άκρη. Βρίσκομαι να τρώω ένα «μπουρί» αραβικής πίτας παραγεμισμένο με διάφορα ψιλοκομμένα κρέατα, πιπεριές και κρεμμύδια, αρωματισμένα με βαριά μπαχάρια. Έχω ένα φόβο για την ποιότητα αλλά δεν μπορώ να μην απολαύσω την πλούσια γεύση. Κάθε βουκιά και μια έκρηξη αρωμάτων στο στόμα μου.


Η βροχή έχει σχεδόν σταματήσει. Είναι και Σάββατο. Έχουμε να κάνουμε τα ψώνια της εβδομάδας. Θα πάω στη λαϊκή της Μακεδονίας, με την υπαίθρια αγορά μιας συνοικίας του Παρισιού στο μυαλό μου. Η βροχή είναι παντού ή ίδια. Ομπρέλα δε θα πάρω. Δεν μπορείς να κάνεις υπαίθριες συναλλαγές κρατώντας ομπρέλα. Ξεκίνησε ένα όμορφο, μελαγχολικό Σαββατοκύριακο και να που τα κατάφερα να μην γράψω για τον φονιά που του δώσαν άδεια να βγει βόλτα και τους αρχηγούς που θέλουν να γίνουν αρχηγοί χωρίς να έχουν κόμμα και ψηφοφόρους. Καλημέρα. 

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Στο αερδρόμιο

Πρωί πρωί της Παρασκευής, ακόμα είναι νύχτα έξω και ας άλλαξε η ώρα, κάθομαι στην αίθουσα αναχωρήσεων του αεροδρομίου και παρατηρώ τους ανθρώπους. Οι ταξιδιώτες του πρώτου, άντε και του δεύτερου δρομολογίου για Αθήνα (που είναι και οι πιο πολυάριθμοι) έχουν το δικό τους στυλ και τους δικούς τους κώδικες.

Βλέπω μια ομάδας περίπου δέκα ατόμων. Οι περισσότεροι είναι άντρες με σκούρα κουστούμια αλλά μαζί και δύο γυναίκες μόνο. Η μια φοράει σκούρο φόρεμα ενώ η άλλη μαύρο κουστούμι και άσπρο πουκάμισο. Σα να θέλει να μην ξεχωρίζει από τους άνδρες συναδέλφους της. Στελέχη εταιρειών με έδρα την Αθήνα. Η ποιότητα των ρούχων ανάλογη με το μέγεθος της εταιρείας.  Κατεβαίνουν για εκπαίδευση ή για meeting. Τώρα το πρωί, οι άντρες είναι φρεσκοξυρισμένοι, μυρίζουν after save. Το βράδυ όταν επιστρέφουν, τους βλέπεις κάτω από το χτικιάρικο φως του αεροπλάνου και τους λυπάσαι. Τσαλακωμένοι, με φάτσες κουρασμένες σα να έχει περάσει από πάνω τους φορτηγό. Οι γυναίκες συνήθως κρατιούνται πιο καλά μέχρι το τέλος. Ένας από αυτούς το έχει δει πενθήμερη εκδρομή με το σχολείο, λέει χοντρά αστεία, μιλάει και γελάει φωναχτά. Από δίπλα και ο πέφτουλας που όλο κάτι λέει στα «κορίτσια» και ελπίζει…  Είναι και ο «μεγάλος» που το παίζει σοβαρός. Συνήθως φοράει το πιο καλό κουστούμι και φαίνεται να νιώθει λίγο άβολα ως επικεφαλής της ομάδας. Κάτι ανάμεσα σε γυμνασιάρχη και λοχία στο στρατό. Κοντά του ο γλείφτης που δεν μπορεί να ησυχάσει και την πέφτει στο «μεγάλο» βομβαρδίζοντας τον με νούμερα, τη στιγμή που αυτός ο φουκαράς, που δεν βρίσκεται πλέον στην πρώτη νεότητα, νοσταλγεί το κρεβατάκι του. Θέλει να τον στείλει στο διάολο πρωινιάτικα αλλά συγκρατείται και τον αντιμετωπίζει με ένα συμβατικό χαμόγελο.

Λίγο παραπέρα, ένας κύριος που σίγουρα έχει καβατζάρει τα εξήντα,  με το στυλ πωλητή σε δευτεροκλασάτη εταιρεία, κάθεται σε μια γωνία. Έχει φορέσει τα γυαλιά της πρεσβυωπίας χαμηλά στη μύτη, έχει ανοίξει βιβλιαράκι ημερολόγιο, από τα παλιά, και σημειώνει επάνω σε αυτό με μανία. Χαρτάκια, χαρτούδια μέσα σε αυτό, του υπενθυμίζουν τις διάφορες υποχρεώσεις του. Κάτι σαν pop up windows. Προφανώς τα smartphones και η νέες τεχνολογίες τον αφήνουν αδιάφορο. Όλα επάνω του φαίνονται λίγο «κουρασμένα». Από το βλέμμα του, ως το παλιό κουστούμι και τα παπούτσια με τα πολλά χιλιόμετρα.

Μια νεαρή κοπέλα, έβαλε τα καλά της για να ταξιδέψει. Φοράει στην πλάτη σακιδιάκι γνωστής μάρκας, κρατάει τσάντα laptop, φοράει ακουστικά και σκρολάρει με μανία στο κινητό με την τεράστια οθόνη. Αποπνέει την σιγουριά και την αυθάδεια της ηλικίας που τα ξέρει όλα. Όλα επάνω της είναι τόσο clean αλλά και τόσο εύθραυστα.

Ένα ζευγάρι με τα δύο μικρά παιδάκια που σέρνονται νυσταγμένα και γκρινιάρικα. Ο όγκος των αποσκευών τους, μαρτυράει ότι θα αλλάξουν πτήση για μέρη πιο μακρινά στην Αθήνα. Η μαμά απευθύνεται στα παιδιά στα αγγλικά. Ο μπαμπάς στα Ελληνικά. Εκείνα σέρνονται κάτω στα μάρμαρα παίζοντας νωχελικά με τα παιχνίδια τους. Η Ελληνίδα μάνα θα τρελαινόταν με αυτή την εικόνα.

Ένας μοναχός συνοδευόμενος από έναν νεαρό λαϊκό στέκονται σε μια άκρη ήσυχα. Δεν έχουν αποσκευές. Ένα κομποσκοίνι κοσμεί το χέρι του νεαρού, με την χαρακτηριστική αμφίεση «θεούσου». Ο μοναχός αποπνέει μια οσμή λιβανιού ανάμεικτη με αυτή του ανθρώπου που παραμελεί την προσωπική του υγιεινή. Μιλάνε χαμηλόφωνα.  

Ένας άνδρας λίγο πριν τα εξήντα και μια νεαρή και όμορφη κοπέλα λίγο μετά τα είκοσι πέντε προχωρούν βιαστικοί. Εκείνος φοράει κουστούμι με γραβάτα, έχει κρεμασμένα από το λαιμό γυαλιά με κορδονάκι και κρατάει ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα. Εκείνη φοράει ταγιέρ που φωνάζει «παρακαλώ πάρτε με στα σοβαρά». Η στενή φούστα την αναγκάζει να κάνει πολλά γρήγορα βήματα ισορροπώντας επάνω σε ψηλοτάκουνες γόβες, για να ακολουθήσει τον ρυθμό του συνοδού της. Η εικόνα μου λέει ότι είναι δικηγόροι που κατεβαίνουν για δικαστήριο στην Αθήνα.

Μοναχικοί λύκοι, σαν και του λόγου μου, κρατάνε μια τσάντα και προγραμματίζουν στο μυαλό τους, όσα θα ακολουθήσουν στην ημέρα. Έχουν αυτοματοποιήσει τις διαδικασίες του αεροδρομίου. Ανοίξτε την τσάντα. Βγάλτε το laptop. Ανοίξτε την οθόνη. Κινήσεις κοφτές που έχουν επαναληφθεί εκατοντάδες φορές. Σε λίγο θα μπουν στο αεροπλάνο. Ο καθένας, για τους δικούς του λόγους, έχει τις προτιμήσεις του για την θέση την οποία επιλέγει.


Doors to arm and cross check…

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Ο γκρινιάρης πάει παρέλαση

Χθες το πρωί, περπάτησα στη Νέα Παραλία από το Ποσειδώνιο μέχρι τη Σχολή Τυφλών όπου και στάθηκα για να παρακολουθήσω την παρέλαση.

Πέρασα από την εκκλησία του Αγίου Φωτίου και άκουσα από μεγάφωνα «ντουντούκες» και αναρωτήθηκα ποιος ο λόγος να γίνεται αυτή η κακόφωνη επιβολή του «θέλω» του ενός προς τον άλλο. Είναι ενδιαφέρον ότι κάποιοι πιστεύουν ότι αυτή η βλακεία βοηθάει την Χριστιανική θρησκεία.

Είδα και φωτογράφισα την θάλασσα υπέροχα μπουρινιασμένη και ανακατεμένη. Τα εμπορικά και πολεμικά πλοία έστεκαν περήφανα χωρίς να νοιάζονται για τον θυμό της σα να ήταν ένα γυναικείο καπρίτσιο, μέχρι που ηρέμησε και εκείνη. Ο αέρας δυνατός, μας υποχρέωνε να περπατούμε σκυμμένοι προς τα εμπρός και να παίζουμε παιχνίδια ισορροπίας που μας έφεραν γέλια.

Βρήκαμε μια θέση να σταθούμε, χωρίς πολλούς ανθρώπους να μας κόβουν τη θέα, λίγο μετά τη Σχολή Τυφλών.

Ο ΠΤΔ κατέβηκε από αυτοκίνητο και προχώρησε προς την εξέδρα μπροστά από ένα μάλλον παγωμένο κοινό. Κάθε τόσο γυρνούσε δεξιά και αριστερά και ευχόταν, σε ανθρώπους που αδιαφορούσαν για αυτό(ν), χρόνια πολλά. Μάλλον δεν του βγήκε το επικοινωνιακό.. Ενδιαφέρουσες οι φιγούρες των ανδρών της secret service.

Απέναντι μας, ένας ένστολος αστυνομικός κάποιας ηλικίας (αυτό σημαίνει, πλέον, μεγαλύτερος από μένα), από αυτούς που ήταν επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης, των έτσι και αλλιώς ήσυχων θεατών, έβγαζε κάθε τόσο φωτογραφίες με το κινητό του. Ανθρώπινη εικόνα που μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Πάντως ο άνθρωπος το ζούσε.

Στο πρώτο κομμάτι, της παρέλασης, μου έκανε εντύπωση το πόσοι «άσχετοι» παρέλασαν. Μέχρι και ασθενοφόρο ιδιωτικής εταιρείας οδικής βοήθειας και σύλλογος συλλεκτών παλαιών στρατιωτικών οχημάτων! Κοινό χαρακτηριστικό όλων, το χύμα το κύμα. Ακόμα και αν το επεδίωκαν δύσκολα θα πήγαιναν τόσο ασύντακτα και ασυντόνιστα.

Ήλθε η ώρα των μηχανοκίνητων. Δεν ξέρω τι τους είχαν πει να κάνουν ή πού είχαν να πάνε μετά, πάντως ουδέποτε στο παρελθόν έχω δει να κινούνται με τόσο μεγάλη ταχύτητα σε παρέλαση. Αυτό φυσικά δεν αποθάρρυνε το κοινό που αρκετές φορές ζητωκραύγασε ενθουσιασμένο.

Λίγο πριν αρχίσουν τα πεζοπόρα αποφασίσαμε να φύγουμε καθώς η βροχή δυνάμωνε. Από το βάθος ακούγαμε να τραγουδούν για την Μακεδονία την ξακουστή και να φωνάζουν για την Ελληνικότητα της. Ο κόσμος ανταποκρινόταν θετικότατα αν και εμένα, που είμαι γνωστός γρουσούζης και ουδέποτε μου πέρασε από το μυαλό η αμφισβήτηση της Ελληνικότητας της, με εκνεύρισαν αυτά τα πιασάδικα κολπάκια. Σαν αυτούς που έρχονται και μιλούν για την ερωτική Θεσσαλονίκη. Τέλος πάντων, οι παρελάσεις γίνονται για να τονώσουν το εθνικό αίσθημα.

Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, κάτω από μια χαλαρή βροχούλα. Εκεί στο ύψος της εξέδρας, είχαν κλείσει το πεζοδρόμιο με σχοινιά και έπρεπε να κάνουμε παράκαμψη. Είδα ένα κτίσμα από το οποίο έβγαιναν κάποιοι αστυνομικοί και υπέθεσα ότι ήταν οι τουαλέτες για τις οποίες είχα διαβάσει αρκετά το τελευταίο διάστημα, αλλά ουδέποτε τις είχα δει. Λογικό, κατά μια έννοια, αφού δεν υπάρχει σχετική σήμανση. Αποφάσισα να κάνω αυτοψία! Ο χώρος καθαρός και χωρίς οσμές. Με υποδέχτηκε μια κυρία η οποία μου είπε ότι τα καζανάκια δεν δουλεύουν αλλά στο τέλος του διαδρόμου υπάρχει βρύση και κουβάς τα οποία έπρεπε να χρησιμοποιήσω! Αναρωτήθηκα γιατί αφού είχε νερό η βρύση με τον κουβά δεν είχε το υπόλοιπο δίκτυο, αλλά ήμουν τόσο χαρούμενος που δεν μου είπε να κάνω τον Άη Γιώργη και να παλέψω με το θηρίο, όπως λέγανε στους νεοσύλλεκτους στο στρατό, που δεν ασχολήθηκα περισσότερο…

Ανακουφισμένος … βγήκα και συνεχίσαμε την βόλτα στην παραλία. Εκεί που είναι τα πευκάκια και τα παγκάκια είδα, προς μεγάλη λύπη μου, ότι το «μέλλον της Ελλάδας» που πριν παρελάσει περήφανα είχε βρει καταφύγιο εκεί, είχε αφήσει ένα απίστευτο σκουπιδαριό με πεταμένα μπουκάλια νερού και χυμών. Αναζήτησα τους κάδους, οι οποίοι ήταν άδειοι…

Σε λίγο εμφανίστηκαν τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα. Σταθήκαμε και θαυμάσαμε τις εντυπωσιακές φιγούρες του πιλότου του σμήνους επιδείξεως και στη συνέχεια επιστρέψαμε στο σπίτι για το εορταστικό γεύμα.

Το καλό με τις παρελάσεις είναι ότι μεσολαβεί ένας χρόνος μεταξύ των επαναλήψεων τους και έτσι προλαβαίνουμε να ξεχάσουμε τα στραβά και να κρατήσουμε τα καλά κατά την προσφιλή συνήθεια του ανθρώπινου μυαλού.


Και του χρόνου.

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Γιορτάζει η πόλη μας

Μεγάλη γιορτή σήμερα για μας τους Θεσσαλονικείς. Νομίζω ότι το μέγεθος της, το αντιλαμβανόμαστε καλύτερα όσοι από μας έχουμε ζήσει ή ζούμε ακόμα εκτός Θεσσαλονίκης. Η μέρα που για μας είναι ξεχωριστή, στις άλλες πόλεις είναι μια απλή καθημερινή, λίγο πριν από την 28η Οκτωβρίου.

Περίεργη ράτσα οι Θεσσαλονικείς και ακόμα πιο περίεργη η σχέση με την πόλη μας. Σήμερα το πρωί, μου ήλθε στο μυαλό μια ιστορία από τον στρατό. Ναι, όλοι οι άντρες πρώην φαντάροι, που λέει και ο Τζιμάκος. Υπηρέτησα στο Μηχανικό όπου, όπως είναι φυσικό, υπηρετούσαμε οι περισσότεροι μηχανικοί. Στη σειρά μας συνυπηρετούσαν πολλοί συμφοιτητές. Το ΚΨΜ κάποιες ώρες έμοιαζε με το κυλικείο του Πολυτεχνείου. Είμαστε στο Λουτράκι και βγαίνει στην αναφορά συνάδελφος για να ζητήσει φοιτητική άδεια για να έλθει στη Θεσσαλονίκη να δώσει ένα μάθημα που χρωστούσε για να πάρει το δίπλωμα του. Η απάντηση του λοχαγού. «Θα σου τη δώσω την άδεια, αλλά μην περιμένεις να πιστέψω ότι έτσι ψωνισμένοι που είσαστε εσείς με την πόλη σας, θα κάτσεις μέσα να διαβάζεις».


Χρόνια πολλά στην πόλη μας, ότι και αν σημαίνει το να εύχεσαι σε μια πόλη να ζήσει πολλά χρόνια. Χρόνια πολλά και στις Δημητρούλες και τους Δημήτρηδες. Στη Μιμή και τον Μήτσο, Στον Τάκη και δεν ξέρω αν πρέπει να ευχηθώ και στον Μητσοτάκη που συνδυάζει και τα δύο. 

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Στην κορυφή του βουνού

Μπήκε με θόρυβο μέσα στο σπίτι. Ο σκύλος, ένας μεγαλόσωμος Γκέκας που είχε περιμαζέψει μωρό πριν τρία χρόνια, έμεινε έξω να χοροπηδάει ζητώντας να μπει μέσα. Αυτό ήταν ένα προνόμιο που του δινόταν σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Όπως στην αρχή του χρόνου με τα πολλά χιόνια και το κρύο.

Έκλεισε την πόρτα αλλά μαζί μπήκαν και μερικά ξερά φύλλα. Από το προηγούμενο βράδυ ο αέρας δεν είχα αφήσει τίποτα όρθιο. Είχε σηκωθεί τη νύχτα και είχε στερεώσει ένα παντζούρι που χτυπούσε. Δεν τα έκλεινε τα παντζούρια, παρά μόνο όταν κατέβαινε στην πόλη για μέρες. Αυτό γινόταν όλο και πιο σπάνια πια.

Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει καφέ. Έβαλε δύο γενναίες κουταλιές από το αρωματικό χαρμάνι μέσα στο φίλτρο, νερό από τη βρύση, πάτησε το κουμπί που έγινε κόκκινο και φωτεινό και σε λίγο το δυνατό χρρρ ακούστηκε και οι πρώτες σταγόνες του αγαπημένου υγρού έπεσαν μέσα στην κανάτα. Η μυρωδιά γέμισε τον χώρο. Είναι εντυπωσιακό πώς η ζεστή μυρωδιά δυναμώνει όταν ο αέρας στο δωμάτιο είναι κρύος. Ήταν σχεδόν σα να την έβλεπε να πλανιέται σαν εσωτερικό σύννεφο.

Πριν να εξαντληθεί όλο το νερό, πήρε την κανάτα και γέμισε την κούπα του. Μια σταγόνα έσταξε στη ζεστή πλάκα και χοροπήδηξε κάνοντας τον χαρακτηριστικό ήχο. Πρόσθεσε φρέσκο γάλα και κάθισε στο παράθυρο. Χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε ότι όλο αυτό θα μπορούσε να είναι και διαφήμιση για καφέ. Τόσο κλισέ! Ήταν τυχερός. Έβλεπε τώρα, από εκεί ψηλά, την κακοτράχαλη πλαγιά και στο βάθος τη θάλασσα. Καλό το βουνό αλλά η θάλασσα είναι πιο ευαίσθητη. Αλλάζει χρώμα και υφή εκατό φορές τη μέρα. Γυναίκες…

Κάθε πρωί, εκτός από τις μέρες που έβρεχε ή χιόνιζε πάρα πολύ, έκανε τη βόλτα του στο βουνό μαζί με τον σκύλο που τον είχε υιοθετήσει πριν από τρία χρόνια. Κουτάβι το είχε βρει έξω από την πόρτα του και είχαν γίνει αχώριστοι. Καμιά φορά συναντούσαν ένα βοσκό που πήγαινε το κοπάδι του εκεί κοντά. Ήταν η κρυφή του διασύνδεση για να παίρνει το καλύτερο τυρί και γιαούρτι. Το κατσικίσιο το γάλα, δεν μπορούσε να το αντέξει. Του έπεφτε πολύ βαριά η μυρωδιά.

Σκέφτηκε να ανάψει το τζάκι. Οι προμήθειες των ξύλων ήταν ατόφιες ακόμα, αλλά όλο και το πήγαινε πιο πίσω. Αν το αποφάσιζε, δεν θα ήταν τόσο για τη ζέστη, όσο γιατί του άρεζε να κάθετε και να κοιτάει τη φωτιά. Δυναμικό φαινόμενο σε εξέλιξη. Κάτι ήξεραν και αυτοί που κάθε καλοκαίρι προσπαθούσαν να τιθασεύσουν την δύναμη και την καταστροφική της διάθεση, μέσα σε δάση που καρβούνιαζαν.

Ώρα για δουλειά. Οι προθεσμίες είναι προθεσμίες ακόμα και αν είσαι επάνω στο βουνό. Η μελέτη πρέπει να παραδοθεί στην ώρα της. Deadline το λένε τώρα. Σα να λέμε ότι αν ξεπεράσεις αυτή τη γραμμή είσαι νεκρός…

Άνοιξε τον υπολογιστή. Το δορυφορικό ίντερνετ και οι υπολογιστές τον συνέδεαν με αόρατα καλώδια με ολόκληρο τον κόσμο. Στην Νέα Υόρκη ακόμα κοιμόντουσαν. Αυτό του έδινε ένα μικρό προβάδισμα. Φυσικά εξαρτάται από το τι είχαν κάνει εκείνοι όσο αυτός κοιμόταν. Μετά το μεσημέρι θα άρχιζαν να έρχονται αγωνιώδη email από αγχωμένους nerds. Το είχε υπό έλεγχο ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να δείχνει. Τους είχε εκπαιδεύσει να δέχονται τη λέξη halara. Τους άρεζε να την χρησιμοποιούν και εκείνος καμάρωνε που τους είχε μάθει αυτή και όχι την άλλη με τα τρία «α».


Η οθόνη φωτίστηκε και το  ψηφιακό γραμματοκιβώτιο γέμισε με 23 ηλεκτρονικά γράμματα. Από εδώ και πέρα η μέρα του θα ήταν ίδια ήταν βρισκόταν την κορυφή ενός βουνού στην Χαλκιδική είτε στο κέντρο του Μανχάταν. Καλημέρα κόσμε.

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Τα Αγγλικά, του κυρίου Τσίπρα

Ασφαλώς το θέμα της εβδομάδα που πέρασε ήταν η επίσκεψη Τσίπρα στις ΗΠΑ. Μια επίσκεψη που έδειξε την απόλυτη ταύτιση της παρούσας Ελληνικής κυβέρνησης με αυτή των Ηνωμένων Πολιτικών και συνοδεύτηκε από την παραγγελία της αναβάθμισης των F16 καθώς και για μια ακόμη φορά από τις Αγγλικούρες του κυρίου Τσίπρα.

Ο κατά συρροή κοτσανολόγος πολιτικός, με την τουλάχιστον ανεπαρκή γνώση της Αγγλικής γλώσσας, έφερε μεγάλη ευφορία και άφθονο γέλιο, στα social media. Διαβάσαμε ευφάνταστες όσο και αστείες μεταφράσεις ελληνικών παροιμιών στα Αγγλικά, σε βαθμό υπερβολής και υπερκορεσμού.

«Καλή η πλάκα για τα Αγγλικά του Τσίπρα αλλά να ξέρετε κάτι, βρε: εμείς δεν τον θέλουμε για καθηγητή Αγγλικών» έγραφε μια φίλη που υποστηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε εμείς τον θέλουμε για καθηγητή αγγλικών, πώς θα μπορούσαμε άλλωστε αφού δεν ξέρει αγγλικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον θέλουμε ούτε για πρωθυπουργό αλλά αυτός ψηφίστηκε και έτσι ας δούμε λίγο τι συμβαίνει.

Προφανώς δεν τον θέλουμε για καθηγητή Αγγλικών. Άλλο, όμως να είναι καθηγητής αγγλικών και άλλο να αποδεικνύεται για πολλοστή φορά ανεπαρκέστατος στο να χειριστεί την Αγγλική γλώσσα, να κατανοήσει τις ερωτήσεις που του γίνονται και να απαντήσει, εκπροσωπώντας ως πρωθυπουργός την χώρα μας. Γιατί ο κύριος Τσίπρας δεν πήγε στις ΗΠΑ, ούτε ως απλός ιδιώτης (οπότε θα μπορούσε να λέει ότι αρλούμπα ήθελε), ούτε καν ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ (που πάλι θα αφορούσε τους ψηφοφόρους του και μόνο). Πήγε ως πρωθυπουργός της Ελλάδας και αυτήν εξέθεσε και σε αυτή πρόσφερε εξαιρετικά κακές υπηρεσίες.

Ας μην ξεχνάμε ότι πολιτικοί σε ολόκληρο τον κόσμο χρησιμοποιούν διερμηνείς αποφεύγοντας τις κακοτοπιές. Προκάτοχοι του κυρίου Τσίπρα, σαφώς καλύτεροι γνώστες της Αγγλικής ή της Γαλλικής γλώσσας, χρησιμοποιούσαν διερμηνείς για να τους δίνεται ο απαραίτητος χρόνος να σκεφτούν και να προετοιμάσουν την απάντηση τους (αφού είχαν ήδη καταλάβει την ερώτηση).

Αν αυτά συμβαίνουν στις δημόσιες τοποθετήσεις και συνεντεύξεις νιώθω τρόμο για τα όσα συμβαίνουν στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Γελάω και κλαίω με το τι είδους συνεννόηση είχε κάνει ο κύριος Τσίπρας στις περίφημες 17 ώρες διαπραγμάτευσης τα αποτελέσματα της οποίας νιώθουμε καθημερινά στο πετσί μας.


Αυτοί που τον αγαπούν και αγαπούν και την πατρίδα μας, ας του πουν με τρόπο ότι θα πρέπει να ξεπεράσει τα κόμπλεξ, που του δημιουργεί η ελλιπής μόρφωση του, και από εδώ και πέρα να χρησιμοποιεί διερμηνέα, ακόμα και για να παραγγείλει σε εστιατόριο, εκτός Ελλάδας. 

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τρίτη και 17

Ωραίος καιρός σήμερα!

Χθες μάθαμε ότι, για τις τροχαίες παραβάσεις, θα πληρώνεις με εισοδηματικά κριτήρια. Κατά συνέπεια αν δηλώνεις πολλά, θα πληρώνεις πολλά (και θα ξανατιμωρείσαι που έβγαλες λεφτά κια τα δήλωσες), αν δηλώνεις λίγα θα πληρώνεις λίγα. Αν είσαι φοροφυγάς για μια φορά ακόμα θα επιβραβεύεσαι. Αν οδηγείς επαγγελματικό και κάνεις παράβαση, τροχονόμοι πτυχιούχοι του Μακεδονίας, θα διαβάζουν τον ισολογισμό της εταιρείας. Αν έχει κέρδη, θα τιμωρηθεί (έτσι και αλλιώς στην Ελλάδα). Αν έχει ζημίες θα σου γεμίζουν το ρεζερβουάρ και θα σε στέλνουν στην ευχή του Θεού, αφού σου χτυπήσουν στοργικά τον ώμο.

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού (πάντα ήθελα να το γράψω μαζί με την «άλλη άκρη της τηλεφωνικής μας γραμμής» για την οποία επιφυλάσσομαι) ένα καλόπαιδο είναι έτοιμο να βροντοφωνάξει «φονιάδες των λαών, επενδυτές μου». Ελπίζουμε να τα πει στα Ελληνικά, αλλά και στα Αγγλικά να τα πει, δεν τον καταλάβει κάποιος.  Φήμες αναφέρουν ότι ο πορτοκαλί άνθρωπος θα προσπαθήσει να επηρεάσει το αποτέλεσμα του εφετείου, του καταδικασμένου από τον μέγιστο Καζάκο, πρώην προέδρου των ΗΠΑ κυρίου Κλίντον. Υπενθυμίζω ότι στο συγκεκριμένο δικαστήριο εισαγγελέας ήταν ο κύριος Κοντονής. Τώρα πια on your knees Kontonis. Πώς το λέτε εσείς εκεί, το «γλείφουν εκεί που φτύνανε» γιατί δεν θυμάμαι πώς το λέμε εμείς εδώ…

Πλησιάζουν οι μέρες που θα γίνουν οι παρελάσεις που αγαπούσαν οι δεξιοί και θα καταργούσαν οι αριστεροί, αν ποτέ ερχόταν στην εξουσία. Καλή η επανάσταση αλλά όταν είσαι έξω από τα κόλπα. Όταν μπεις μέσα, απλώς διαγκωνίζεσαι για μια καλή θέση στην εξέδρα… Παρακαλώ να τελειώνουμε γρήγορα με τους καυγάδες για το με ποια διαδικασία επελέγη αυτός που κράτησε την σημαία, να δούμε μερικά πλάνα από τις μαθήτριες και τις γυμνάστριες με τα «μίνια» για να αρχίσουμε τον καυγά για το πώς και αν θα στολίσουμε την πόλη για τα Χριστούγεννα. Πολλές οι υποχρεώσεις καυγαδίσματος και δεν προλαβαίνω μάνα μου…

Ο καιρός είναι εξαιρετικά καλός ακόμα, δείγμα του ότι ο Θεός προστατεύει τα πιο χαζά από τα παιδιά του. Οι προβλέψεις λένε ότι φέτος λιγότεροι θα ανάψουν θέρμανση και όσοι την ανάψουν θα είναι με την μέθοδο της τυχαίας δειγματοληψίας. Πέντε λεπτά, κάποια στιγμή το πρωί, πέντε το μεσημέρι και δέκα το βράδυ που βγάζει το κρύο. Ουφ, σκάσαμε πάλι!


Καλημέρα σας. 

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Αχ τα νιάτα!

Η εικόνα σε εκκλησία καθώς περιμένουμε να έλθουν η νύφη και ο γαμπρός. Ο περισσότερος κόσμος κάθεται, αλλά υπάρχουν και ελεύθερες θέσεις.

Τον βλέπω να πλησιάζει. Φοράει κουστούμι παλιό, που δεν του στρώνει καλά και το πουκάμισο έχει σχεδόν βγει από το παντελόνι. Οι τσέπες του σακακιού χάσκουν φουσκωμένες γεμάτες με πράγματα. Το περπάτημα του είναι αργό και έχει κάτι το σχεδόν χορευτικό, καθώς συμμετέχει σε αυτό όλο το σώμα. Μεγάλη προσπάθεια, μικρά συρτά βήματα. Θυμίζει έντονα την κίνηση του φρουί ζελέ, όταν ανοίγεις ξαφνικά την πόρτα του ψυγείου. Υποβαστάζεται από την γυναίκα του, η οποία ελευθερώνει επάνω του όλη την αγάπη της, και τον υπερπροστατευτισμό της. Κάποτε δέκτες αυτής της αγάπης ήταν τα παιδιά. Τώρα αυτά μεγάλωσαν, έφυγαν μακριά και έμεινε μόνη, εκείνη με τον άντρα της. Να τον προσέχει και να τον φροντίζει. Τον έφερε στον γάμο «γιατί έπρεπε». Έτσι το είχαν οι παλιοί. «Τι θα πει ο κόσμος;». «Να μην μας παρεξηγήσει η Σοφούλα. Δεν μπορούμε να μην πάμε».

Με δυσκολία φτάνει σε μια καρέκλα. «Χύνεται» άτσαλα, βαριά σε αυτή και το κάθισμα είναι σα να φέρνει τη λύτρωση. Έχει λαχανιάσει. Κάθεται δίπλα του και εκείνη, αφού πρώτα το τακτοποιήσει τα ρούχα και το δεξί πόδι που στεκόταν σε μια περίεργη γωνία σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα. Τώρα δύσκολα τον ξεχωρίζεις από τους άλλους που κάθονται παραδίπλα. Εκείνος φαίνεται να αδιαφορεί, κοιτάει στο κενό, ενώ το σαγόνι του κινείται αφύσικα οριζόντια και το στόμα είναι μισάνοιχτο.

Προσπαθώ να τον φανταστώ νέο και δυνατό. «Εδώ να πατάει και εκεί να βρίσκεται». Παιδί και νέο άντρα. Να ερωτεύεται. Να παντρεύεται και να αποκτάει παιδιά. Να είναι δυναμικός. Να δουλεύει και να γλεντάει. Να θυμώνει και να βρίζει. Να γελάει και να γλεντάει. Άραγε τι να τον έφερε σε αυτή την κατάσταση; Έχει συναίσθηση της εικόνας και της καταστάσεως του; Πάντα αυτό κάνω. Δεν μπορώ να το αποφύγω.

Το ζευγάρι ήλθε. Σσσσς, αρχίζει το Μυστήριο. Άραγε το καταλαβαίνει; Τον νοιάζει;

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Μην ξυπνήσεις Κεμάλ, έχουμε κατάληψη.

Δηλώνω έκπληκτος για όγδοη συνεχή χρονιά. Παραδέχομαι ότι είμαι αφελής. Δεν σταματώ να ξαφνιάζομαι. Τα σχολεία ένα ένα «καταλαμβάνονται» με αστεία, να χαμε να λέγαμε, αιτήματα.

Όπως καταλαμβάνονται οι εθνικές οδοί από τους αγρότες και τους κάθε λογής διαμαρτυρόμενους. Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία. Την ίδια εποχή, που βολεύει τους καταληψίες. «Απελευθερώνονται» το ίδιο ακατανόητα, με τον τρόπο που κατελήφθησαν. Όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου. Χωρίς να ικανοποιηθεί κάποιο αίτημα. Χωρίς να αλλάξει κάτι. «Πάμε τώρα και ραντεβού του χρόνου».

Κανένας πλέον δεν αντιδρά. Τα παιδιά το ξέρουν μέρες πριν ότι θα «κάνουν κατάληψη». Όχι αυτά. Οι άλλοι στο όνομα τους. Ποιοι; Αυτοί που την κάνουν πάντα. Ενδιαφέρον. Οι «φουρνιές» των μαθητών διαδέχονται η μια την άλλη αλλά οι καταλήψεις εκεί. Σκυταλοδρομία. Αν μια φουρνιά βγει λιγότερο «επαναστατική» έρχονται για βοήθεια οι προηγούμενοι. Αστείες μεθοδεύσεις στις ψηφοφορίες, σαν τις παλιές στις φοιτητικές συνελεύσεις.

Σκυταλοδρομία και στις άβουλες πλειοψηφίες οι οποίες άγονται και φέρονται από επιδέξια δασκαλεμένους συμμαθητές. Κάποιους από αυτούς θα τους συναντήσουν μόνο τον καιρό των καταλήψεων, μπορεί και τον Σεπτέμβριο ή όποτε πλέον δίνουν όσοι έμειναν στην ίδια τάξη.

Είναι οι ίδιοι που θα βρουν αύριο μπροστά τους ως καλοταϊσμένους συνδικαλιστές στη δουλειά, να τους προτρέπουν να επαναστατήσουν ενάντια στα αφεντικά, όποτε συμφέρει το κόμμα που εκπροσωπούν. Είναι αυτοί που μεθαύριο θα γίνουν βουλευτές και υπουργοί χωρίς να έχουν ένα ένσημο δουλειάς. Οι ίδιοι που θα παίρνουν τις καλοπληρωμένες κρατικές δουλειές, ανάλογα με το ποιος είναι «στα πράγματα».

Τα ίδια που έκανε η δική μας γενιά, τα ίδια και χειρότερα κάνουν αυτές που ακολούθησαν. Φαίνεται θα ζήλεψαν την δική μας πορεία και είπαν να μην αλλάξουν την συνταγή. Από την άλλη, σκέφτεται το παιδί ότι ο χθεσινός καταληψίας, με μοναδικό προσόν αυτή του την ιδιότητα, σήμερα είναι πρωθυπουργός. Ο «δεν πληρώνω» έγινε υπουργός και βάζει στην φυλακή τα μοσχάρια που τον πίστεψαν, τον ακολούθησαν και δεν πλήρωσαν. Τώρα που γέμισε η τσέπη, τζέντλεμαν είσαι καθώς πρέπει, ανοίξαν πόρτες και σαλόνια λες και σε ξέραν από χρόνια, που έλεγε και το παλιό τραγουδάκι του συρμού.

Αγαπητή νέα γενιά, είσαι η ελπίδα μου, που κάθε χρόνο τέτοια εποχή με αυτά που κάνεις ή που ανέχεσαι να γίνονται στο όνομα σου, θολώνει. Διώξε τα τσιμπούρια που θέλουν να σε κρατάνε κολλημένο στην μετριότητα. Πάλεψε να αποκτήσεις τσαμπουκά για το καλύτερο.

Στη φωτογραφία τα σημερινά «αιτήματα» της κατάληψης του προσφάτως ανακαινισμένου 14ου Γυμνασίου – Λυκείου Θεσσαλονίκης. Δεν είδα ακόμα αίτημα αλλαγής σχήματος της τυρόπιτας στο κυλικείο. Περίεργο!


Δεν ελπίζω τίποτα, φοβάμαι τα πάντα, είμαι Έλληνας. Καληνύχτα Κεμάλ. Μια ακόμα μέρα δεν ξημέρωσε και κατά πώς φαίνεται δεν πρόκειται να ξημερώσει. 


Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

1η Οκτωβρίου

Λατρεύω τις γιαγιάδες που σημαιοστολίζονται το πρωί της Κυριακής, κάνουν τις λίγες τρίχες που τους έχουν απομείνει στο μαλλί, λάχανο, φορούν το μαντό που μυρίζει ναφθαλίνη, πιάνονται χέρι χέρι και κράτα με να σε κρατώ εξορμούν σε εκκλησίες, μνημόσυνα και καφέδες, μαζί με άλλα κορίτσια της ηλικίας τους.

Κάτι δεν πάει καλά. Από χθες το βράδυ σκέφτομαι την κουβέρτα μου, που αναπαύεται  στα ορεινά της ντουλάπας και νιώθω ότι την θέλω κολασμένα κοντά μου… Σαν πολλή ώρα να μου παίρνει πλέον να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Μέχρι να τα ανοίξω και να τα κλείσω, γίνονται πράγματα και θάματα. Πότε ήταν που το μαξιλάρι το στραγγίζαμε από τον ιδρώτα κάθε πρωί, πότε αρχίσαμε να φλερτάρουμε με τις κουβέρτες! Ο καιρός κυλάει σαν γάργαρο νεράκι.

Πότε έκλεισαν τα σχολεία και σχεδιάζαμε τις διακοπές, που τελικά δεν πήγαμε, πότε μπήκε ο Οκτώβριος, δεν το κατάλαβα. Τα άσκοπα ερωτήματα… Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι, η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ' αγγόνια . Άσχετο, αλλά ζυγώνει πλέον και ο καιρός που το άνοιγμα και κλείσιμο των σχολείων δε θα μας αφορά και… δύσκολα τα πράγματα πατριώτη.

Πιάσαμε πλέον την ανηφόρα για τα Χριστούγεννα. Στο έχω πει και άλλη φορά. Ο «ωρολογιακός χάρτης» με τους μήνες του χρόνου που είχαμε κρεμασμένο στον τοίχο, στο δημοτικό, με έχει στοιχειώσει. Τον Αύγουστο παίρνουμε την ανηφόρα. Μετά τον Ιανουάριο την κατηφόρα. Πορεία ωρολογιακή.

Παλιά ξέραμε ότι από την αρχή της σχολικής χρονιάς ο πρώτος μεγάλος σταθμός θα είναι η 28η Οκτωβρίου και επόμενος τα Χριστούγεννα. Μετά μας προέκυψε και η 17η Νοεμβρίου με τις αποχές και τις πορείες, που κάναμε όταν ήμασταν στο σχολείο. Τελικά την έκαναν επίσημη σχολική γιορτή και της πήραν όλη την ζωντάνια και την μαχητικότητα. Πασπάλισαν και τις πορείες με τραμπούκους, βανδάλους, γνωστούς αγνώστους και την έκαναν εντελώς ακίνδυνη.

Μετά μας ήλθε η «επέτειος του Γρηγορόπουλου». Μια ακόμα καλή ευκαιρία για τους γνωστούς αγνώστους να δικαιολογήσουν το μισθό τους. Μια μέρα που τα παιδιά θα κάνουν «κατάληψη» στο σχολείο γιατί … γιατί έτσι.

Στο ενδιάμεσο έχουμε το Halloween το οποίο πλέον γιορτάζεται με περισσή λαμπρότητα στην χώρα μας. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μάλλον δεν μας έφταναν οι δικές μας γιορτές και κάναμε εισαγωγή. Λίγο το ίντερνετ, λίγο ο μιμητισμός και σε λίγο τα παιδιά που θα σου χτυπούν την πόρτα και θα ρωτούν "trick or treat" θα είναι περισσότερα από αυτά που σε ρωτούν «να τα πούμε» για να σου πουν τα κάλαντα τα Χριστούγεννα.

Να σου και το Thanksgiving. Εμείς στο χωριό μας δεν είχαμε τέτοια πράγματα. Δεν είχαμε και αποίκους και προσκυνητές αλλά φαίνεται ότι πολλοί άλλοι είχαν και έτσι το κόβω από φέτος ο Προκόπης να δίνει άφεση αμαρτιών και να χαρίζει τη ζωή σε γαλοπούλα και να γυρίζει στο σπίτι να φάει πιλάφι λαπά, που ταιριάζει πιο πολύ με τον χαρακτήρα του. Ο άλλος ο Αμερικάνος, ο καθ’ ύλην αρμόδιος, με το ωραίο μαλλί προβλέπω όχι μόνο να μη δίνει χάρη φέτος αλλά μπορεί να την στείλει και στην ηλεκτρική καρέκλα για να κάνει πιο μεγάλο ταρατατζούμ.


Μετά θα έλθουν τα Χριστούγεννα που πολύ με αρέσουν και δε σηκώνω κουβέντα. Καλό μήνα από τον γκρινιάρη που γράφει στους τοίχους σας. 

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Φθινόπωρο

Έβρεξε πολύ χθες. Για μας που ήμασταν μέσα στο σπίτι, έμεινε η ωραία αίσθηση των λαμπερών αστραπών και της δυνατής βροχής που έπεσε μετά από καιρό. Έχει κάτι το ψυχοθεραπευτικό η δυνατή βροχή. Αρκεί να κρατάει λίγο, διαφορετικά ψάχνεις εσύ για ψυχοθεραπευτή.

Όσοι ήταν στους δρόμους, ακόμα βρίζουν για τα ποτάμια που δημιούργησε μια μικρή φθινοπωρινή μπόρα. Τι είχες Γιάννη τι είχα πάντα. Από παιδί θυμάμαι να κάνουμε σάλτο μορτάλε για να περάσουμε τους δρόμους χωρίς να μπούμε μέσα στις λίμνες που σχηματίζονταν στην άκρη του δρόμου. Περπατούσαμε στα πεζοδρόμια και ήταν σα να διασχίζαμε ναρκοπέδιο, αποφεύγοντας τα σπασμένα πλακάκια, που έκαναν λούτσα με λασπόνερα, εμάς και τους διπλανούς μας. Όπως τότε έτσι και τώρα. Τα χρόνια περνάνε, οι δήμαρχοι αλλάζουν, αλλά η φροντίδα για τους πολίτες παραμένει η ίδια…

Σήμερα ο δρόμος μας είναι σα να τον σφουγκάρισαν. Η άσφαλτος έχει εκείνο το σκούρο χρώμα που την κάνει να φαίνεται καινούργια. Οι προνοητικοί κρατούν ομπρέλες. Εγώ αγαπάω το περπάτημα κάτω από την βροχή και δεν κρατάω ποτέ ομπρέλα. Είναι και εκείνο το εφηβικό τραύμα που μου έμεινε, καθώς είχα ξεχάσει ομπρέλες σε όλους σχεδόν τους τηλεφωνικούς θαλάμους της πόλης. Τότε δεν είχαμε κινητά. Έφευγα από το σπίτι με ομπρέλα και σπανίως γύριζα με αυτήν…

Αν είσαι ρομαντικός – άνεργος – συνταξιούχος – εισοδηματίας φοράς ζεστά φθινοπωρινά ρούχα, φτιάχνεις μια κούπα αρωματικό καφέ και κάθεσαι στο παράθυρο ρεμβάζοντας. Ποστάρεις και φωτογραφίες με ξερά φύλλα στο δάσος και όμορφα κορίτσια με γκέτες να κοιτούν έξω από το παράθυρο.


Αν εργάζεσαι, δεν πάει να είσαι δέκα καντάρια ρομαντικός – μελαγχολικός και ότι άλλο –κος θέλεις; Θα αρχίσεις να τρέχεις και ας χιονίζει και ας τρέχει το αγριοκούνελο αντέχει. Θεός σχωρέσει και τον μπαρμπα Χιού. Και όλο κλαίνε τα κουνελάκια του Playboy τα κοριτσάκια. Καλημέρα. Τρέχουμε τώρα!

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η φωτιά της Θεσσαλονίκης

Επειδή πολλά άκουσες, θα σου πω εγώ πώς άρχισε η πυρκαγιά της Θεσσαλονίκη για να μην ρωτάς εδώ και εκεί και τζάμπα υποχρεώνεσαι. ‘Ασε που θα σε περάσουν για ντουγάνι αστοιχείωτο.

Την επόμενη μέρα ήταν γιορτή. Ρε γυναίκα, να πιούμε κανένα ουζάκι με τους κουμπάρους, αύριο που είναι γιορτή, της λέει; Φτιάξε και κανένα μεζεδάκι να γουστάρουμε. Γιατί όχι, λέει εκείνη.

Έβαλε λοιπόν να τηγανίσει μελιτζάνες. Μεζέ καλό που τον κάνεις και έτσι και αλλιώς και τραβάει και ούζο. Καλό το τηγανιτό, αλλά το τηγάνι θέλει την ώρα του, άσε που πιτσιλάει όλο τον τόπο και τζάμπα σφουγγάριζα εγώ, δούλα με έχετε εδώ μέσα. Αμάν πια! Όσο τηγάνιζε άνοιξε το facebook. Και να η selfie με το τηγάνι και να κοιτάξτε τι έκανα. Βροχή τα Like. Και είσαι θεά. Και θέλω και εγώ. Ξεχάστηκε η άμυαλη, πολύ δεν ήθελε, πήραν φωτιά τα λάδια.

Εκείνα τα χρόνια τα σπίτια δεν ήταν όπως σήμερα. Έξι όροφοι, υπερπολυτελής αντισεισμική κατασκευή, μπετά, τούβλα και έπιπλα δια χειρός Βαράγκη. Χαμόσπιτα ήταν, Τουρκόσπιτα με ξύλινους σκελετούς. Παφ έκανε το λαδάκι της μελιτζάνας, φωτιά η κουζίνα.

Αρχίζει η άλλη να φωνάζει «καλέ καιγόμαστε, γειτόνοι βοηθάτε». Οι γείτονες δεν άκουσαν. Έβλεπαν Survivor και δεν είχαν μυαλό για την ξεμυαλισμένη την γειτόνισσα. Είχαν και κάτι προηγούμενα με μια μπουγάδα που έσταξε και τους χάλασε τους κατιφέδες και την είχαν γραμμένη στο μαύρο το κατάστιχο. Φωνές αυτή, αδιάφοροι οι άλλοι.

Με αυτά και με εκείνα, η φωτιά έφυγε από το σπίτι της ξεμυαλισμένης και πήγε και στου γείτονα με το Survivor. Βλέπει τις φλόγες ο άλλος, αλλά ήταν πια αργά. Το ένα σπίτι μετά το άλλο έπιανε φωτιά. Εμφανίζεται τότε παλικαράκι και φωνάζει ξαναμμένο «Πήρε φωτιά η αποθήκη και κινδυνεύει η Λώλα». Οι άλλοι που ήταν κανονικοί Σαλονικοί, πιο πολύ για σορολόπ και λιγότερο για δουλειά άρχισαν να τραγουδάνε «Την Λώλα από την φωτιά ποιος θα την βγάλει, ο Τσοκολάτας που έχει δύναμη μεγάλη». Δυστυχώς όμως είμαστε στις αρχές του αιώνα και ο Τσοκολάτας δεν είχε εφευρεθεί. Άδικα τον περίμεναν.

Την ανάγκη φιλοτιμία ποιώντας έκαναν μια ανθρώπινη αλυσίδα και έδινε ο ένας στον άλλο κουβάδες με νερό για ρίξουν στη φωτιά. Δεν είχε γίνει ακόμα το περήφανο δημοψήφισμα για το νερό και έτσι την διαχείριση είχαν ακόμα οι Έλληνες και οι Γάλλοι περίμεναν στο πάγκο να έλθει η σειρά τους.

Δυστυχώς και παρά τις προσπάθειες και τη βοήθεια από τα εναέρια μέσα, που με το πρώτο φως της ημέρας επιχειρούσαν κάνοντας ρίψεις νερού, η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα και έτσι έγινε η πυρίκαυστος που βλέπετε στους χάρτες της πολεοδομίας και ρωτάτε τι είναι τούτο.

Σημαντικό τμήμα της πόλης καταστράφηκε και μετά φωνάξανε κάτι ξένους που την γέμισαν πλατείες για να έχουν χώρο τα καφέ να βγάζουν τραπεζάκια και να κοπροσκυλιάζουν οι περήφανοι πολίτες της Θεσσαλονίκης.

Όλα αυτά τα έβλεπε από ψηλά με ένα ντρον ο Γιώργος ο Τούλας και αποφάσισε να το παραλλάξει λίγο για να μάθουν και τα παιδιά και τα εγγόνια μας πώς έγιναν τα πράγματα.


Να έτσι ακριβώς έγιναν.

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Στις φάμπρικες της Γερμανίας...

Μικρή πόλη στη Γερμανία, δορυφόρος μιας μεγαλύτερης. Πληθυσμός, διακόσιες χιλιάδες ψυχές. Ακολουθούμε τις υποδείξεις του Γερμανού ιδιοκτήτη, του σπιτιού που μας φιλοξενεί και επισκεπτόμαστε Ελληνικό εστιατόριο στο κέντρο. Θα μας το πρότεινε ανεξαρτήτως της καταγωγής μας, όπως μας είπε. Το όνομα αυτού, ας πούμε, «Αριστοτέλης». Είναι αργά το βράδυ (για Γερμανία) αλλά το μαγαζί έχει ακόμα κόσμο. Ο καιρός έξω αγριεμένος με δέκα βαθμούς, φοβερίζει τους Έλληνες που ήλθαν από τους τριανταφεύγα.  Ο γύρος κοντεύει να τελειώσει αλλά συνεχίζει να γυρίζει ακούραστα.

Δεν μιλάμε και καθόμαστε. Έρχεται να πάρει παραγγελία, κυρία γύρω στα πενήντα. Η εμφάνιση της φωνάζει από μακριά «είμαι Ελληνίδα και Πόντια!». Προσπάθεια για συνεννόηση στα Γερμανικά μέχρι να το γυρίσουμε στα Ελληνικά μέσα σε γέλια και πειράγματα. Τι σας φέρνει εδώ; Ήλθατε από Ελλάδα ή από άλλη πόλη της Γερμανίας. Για δουλειά; Θα μείνετε ή είσαστε για λίγες μέρες; Κανονικό registration στην κοινότητα.

Εμείς ικανοποιήσαμε την περιέργειά της και εκείνη την πείνα μας. Ο γύρος άνω του μετρίου. Η μπύρα άφθονη. Οι τιμές λογικές ακόμα και για τους φτωχούς Έλληνες. Μια μεγάλη τηλεόραση παίζει ποδόσφαιρο. Κάθε τόσο έρχεται και κάποιος πελάτης. Μπαίνει στο μαγαζί. Συνήθως μιλάει Ελληνικά. Μα καλά, λες, όλοι γνωρίζονται; Κάποιοι κάθονται μόνοι μπροστά στον πάγκο και πίνουν ήσυχα την μπύρα τους, αλλάζοντας πού και πού από καμιά κουβέντα με τους ιδιοκτήτες.

Εκεί γνωρίσαμε και τον, ας πούμε πάλι, Αριστοτέλη, που έρχεται στο τραπέζι μας. Είναι ο γιος της οικογένειας των ιδιοκτητών. Δεν ξέρω αν το μαγαζί πήρε το όνομα του από αυτόν ή αυτός από το μαγαζί που είχε ονομαστεί έτσι προς τιμήν του αρχαίου μας πρόγονου. Νέο παλικάρι, ευγενέστατο. Πιάνουμε κουβέντα. Τι σας φέρνει εδώ, κλπ. Εκείνος έχει σπουδάσει ψυχολογία για τέσσερα χρόνια στη Θεσσαλονίκη.

Πώς βλέπεις τα πράγματα, τον ρωτάω. Φαίνεται προβληματισμένος. Η Ελλάδα του αρέσει. Φαίνεται η αγάπη του σε κάθε λέξη που λέει. Πάει στην Ελλάδα δύο φορές τον χρόνο. Όταν όμως πήγε για να σπουδάσει, τον πρώτο καιρό όλα του φαινόταν περίεργα. Άμα έχεις συνηθίσει στην Γερμανική οργάνωση, η Ελλάδα σε βγάζει από τα νερά σου. Μετά από λίγο καιρό συνήθισε. Μπορεί να ήταν το αίμα που έτρεχε στις φλέβες και το περιβάλλον που μεγάλωσε, αλλά από την άλλη μπορεί και όλα να συνηθίζονται τελικά. Ακόμα και το να ζεις στην σημερινή Ελλάδα. Άγριο θηρίο ο άνθρωπος, έλεγε ο πατέρας μου, όλα τα μπορεί.

Τελικά ο Αριστοτέλης επέστρεψε στη Γερμανία για να μείνει. Κρατάει τους δεσμούς με την Ελλάδα αλλά φαίνεται ότι η Γερμανία του παρέχει καλύτερες προοπτικές. Δεν μου φαίνεται περίεργο. Βέβαια είναι δύσκολη η ζωή του μετανάστη, ακόμα περισσότερο αυτού της δεύτερης γενιάς. Ξένος στην Ελλάδα, ξένος και στη Γερμανία. Του μένει μόνο η ασφαλιστική δικλίδα της ψυχής. Όταν τον ζορίζουν στη Γερμανία ονειρεύεται την Ελλάδα, των καλοκαιριών, των τρελών ανθρώπων και των ιστοριών της γιαγιάς του.  Όταν η Ελλάδα τον βγάζει από τα ρούχα του, έχει πάντα την δικλίδα διαφυγής της οργανωμένης, ευημερούσας και ίσως λίγο βαρετής Γερμανίας.

Απόλαυσα την κουβέντα με αυτό το καλό παιδί. Ένας όμορφος πρεσβευτής της Ελλάδας, χωρίς καν να το καταλαβαίνει ή να το επιδιώκει ο ίδιος. Προσφέρθηκε να μας βρει και νες καφέ, πηγαίνοντας για λογαριασμό μας σε ένα μαγαζί στην άλλη άκρη της πόλης, για να μην κόψουμε ούτε για λίγο τον ομφάλιο λώρο με το Ελληνικό θεριακλίκι του φραπέ.


Ο Αριστοτέλης θα παραμείνει στη Γερμανία. Εμείς σε λίγο θα γυρίσουμε σε αυτό που ο Σαββόπουλος αποκαλεί «του Ελληνισμού το χειρότερο κομμάτι», στην Ελλάδα.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Μια Κυριακή με μια ωραία γιορτή

Το καλοκαίρι αντιστέκεται και οι παραλίες έχουν αρκετό κόσμο που δροσίζεται. Βούλγαροι και Σέρβοι ξαπλώνουν σε παραλίες ενώ οι Έλληνες ψήνονται μέσα στις πόλεις γιατί πέρασε η σεζόν.

Η ΔΕΘ σήμερα το βράδυ τελειώνει με Sakis και πυροτεχνήματα. Ο αειθαλής, πολύτεκνος, ποπ σταρ αναμένεται να ξεσηκώσει και πάλι τον γυναικείο πληθυσμό της πόλης, ιδίως το κομμάτι του, που διατηρεί την φρεσκάδα και την ομορφιά του παρά την από καιρό έλευση των πρώτων «ήντα».  Sakiiiiis!

Ο Κυριάκος ήλθε στην έκθεση και ευχήθηκε καλή ευρωπαϊκή πορεία στον ΠΑΟΚ, ενώ φήμες αναφέρουν ότι κάτι ψιθύρισε για πρωτάθλημα στην Α’ εθνική στον ΑΡΗ ή στον Ηρακλή. Για τον Απόλλωνα Καλαμαριάς δεν πήρε θέση και ανησυχώ. Στη συνέχεια πήγε στο Βελλίδειο, όπου διάβασε μια ωραία έκθεση ιδεών, ενώ νεολαίοι του κόμματος μοίραζαν δραμαμίνες σε όσους είχαν την έμπνευση να παρακολουθήσουν τα ευφάνταστα πλάνα του σκηνοθέτη από την τηλεόραση.  Με δεδομένη την παρούσα κυβέρνηση στρουμφοχωριό, μάλλον μόνο μπροστά μπορεί να μας πάει και έτσι καλά κάνει και τα λέει έτσι ωραία. Στο κάτω κάτω της γραφής πότε ζητήσαμε τον λόγο από αυτούς που τα είπαν καλά στη ΔΕΘ αλλά δεν έκαναν πράξη κάτι από αυτά. Είμαστε βολικοί πελάτες εμείς.

Στον Μαυροσαρωνικό τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. Ευτυχώς η κυβέρνηση και οι υπουργάρες κάνουν εξαιρετική δουλειά και έτσι ο καθένας μπορεί να κάνει μαυροβούτια στο μαζούτ ενώ τα νερά θα είναι πολύ καλύτερα σε ένα μήνα, από ότι ήταν πριν το ατύχημα. Φυσικά αυτό είναι αλήθεια, όπως και όλα όσα μας έχουν ξεφουρνίσει μέχρι σήμερα και έτσι η μέθοδος «ρίχνω μαζούτ στη θάλασσα για την καθαρίσω» αναμένεται να πατενταριστεί και να πουληθεί σε ολόκληρο τον κόσμο δημιουργώντας ένα νέο success story.

Φυσικά μπορεί να μην χρειαστούν όλα αυτά και ο Κιμ να πατήσει τον κουμπάκι στέλνοντας κανένα πυραυλάκι προς τη μεριά μας και έτσι να λήξει κάπως άδοξα, αλλά σίγουρα φαντασμαγορικά η σεμνή η τελετή.

Το μόνο που με στενοχωρεί είναι μήπως δεν προλάβουμε να δούμε το νέο ηγέτη της κεντροαριστεράς, τον πικραμένων που ψάχνουν αρχηγό χωρίς να έχουν κόμμα και ψηφοφόρους. Η πρωτότυπη αυτή προσέγγιση, είναι η πιο ειλικρινής που έχω συναντήσει αφού μας δείχνει για ποιόν λόγο ιδρύονται τα κόμματα.


Να έχετε μια καλή Κυριακή και να μην ξεχάσετε ότι σήμερα γιορτάζει η Σοφία (ουδέποτε είχαμε), η Πίστη (από αυτό άλλο τίποτα), η Ελπίδα (από χρόνια χαμένη) και η Αγάπη (φυσικά).

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

The media is the message

Κοιτούσα νωρίτερα τη φωτογραφία που δημοσίευσε στο facebook ένας φίλος, που τον έδειχνε με την παρέα του σε κάποιο μπαρ. Οι άνθρωποι προφανώς περνούσαν καλά και αποφάσισαν να μοιραστούν την χαρά της στιγμής μαζί μας.

Αυτόματα μου ήλθε στο μυαλό μια σκηνή από τα παλιά. Είναι τα πρώτα χρόνια της κινητής τηλεφωνίας και γευματίζουμε σε μια ταβέρνα στην Καλαμαριά. Στο διπλανό τραπέζι γνωστός μου από τον ευρύτερο επαγγελματικό χώρο, κάπως μπρουτάλ αρχιτέκτων, γευματίζει και αυτός με μια κυρία. Με το που του σερβίρουν το φαγητό του, πιάνει το ευμέγεθες Motorola, ανοίξει το πορτάκια και συνομιλεί μεγαλοφώνως, ενώ ταυτοχρόνως μασάει. «Έλα ρε μ..., πού είμαι;». «Ναι ρε μ…., δεν θα πιστέψεις τι τρώω… Ναι ρε, γίδα βραστή».

Ήταν ο τρόπος του, να κάνεις share εκείνα τα «αγνά» χρόνια της έκρηξης της τηλεφωνικής επικοινωνίας και του υλικού ευδαιμονισμού. Σήμερα θα έβγαζε μια selfie με το στόμα μπουκωμένο, πάνω από τα μισοάδεια πιάτα, θα έκανε tag την κυρία και θα έβαζε και κανένα σχόλιο, πιθανώς μετά ρεψίματος, «… καλά φάγαμε και σήμερα».

Φαντάζομαι τον ίδιο άνθρωπο, πριν από την τηλεπικοινωνιακή επανάσταση, να υποφέρει. Πώς θα μάθαινε ο μ… πού ήταν και τι έτρωγε. Δεν θα του δινόταν η ευκαιρία ούτε να μαντέψει. Γνωρίζοντας τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής, σας βεβαιώνω ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πάει στο κόκκινο χοντρό τηλέφωνο, που συνήθως φιγουράριζε δίπλα στο ταμείο της ταβέρνας, να ρίξει δίφραγκο, να σηκώσει το ασήκωτο ακουστικό και να απευθύνει τα άσκοπα ερωτήματα, τα οποία είναι γνωστό ότι συναντάμε από τον Όμηρο μέχρι την δημοτική μας ποίηση, στον συνομιλητή του. Μα καλά, πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι!

Δε γνωρίζω και είμαι σίγουρος ότι δεν θα μάθω ποτέ τι απάντησε ο μ… στον φίλο μας. Γνωρίζω όμως πώς θα σχολίαζαν την ανάρτηση αν γινόταν σήμερα στα social media. Κάποιοι θα αρκούνταν σε ένα σεμνό Like. Ένα σημαντικό ποσοστό θα εκδήλωνε, μάλλον, ευαρέσκεια με τριανταφυλλάκια, καρδούλες και ίσως και κανένα σκυλάκι που πέρδεται ελευθερώνοντας καρδούλες στον αέρα.  Δεν θα έλειπαν σχόλια σχετικά με το πόσο όμορφη και «θεά» είναι η κυρία, που συνέτρωγε με τον φίλο μας, καθώς και ερωτήσεις «πού είσαστε; ερχόμαστε».


Έχω χρόνια να συναντήσω τον ήρωα της ιστορίας μου. Δεν γνωρίζω αν ασχολείται με τα social media. Αν όμως ασχολείται έχω πολύ συγκεκριμένες σκέψεις για το τι μοιράζεται με τους φίλους του. Είναι αυτή η άτιμη η αμεσότητα που δεν μας επιτρέπει να κρυφτούμε. Εύχομαι καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο και για να είμαι συνεπής στο πνεύμα του κειμένου και του μέσου σας ανακοινώνω ότι πάω στη θάλασσα για μπάνιο, όσο ακόμα το πρόβλημα της μπορεί να είναι η θερμοκρασία του νερού και κανένα φύκι.