Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Η Άννα είναι φοιτήτρια. Συμπληρώνει το χαρτζιλίκι της, κάνοντας baby seating σε παιδάκια. Παραμονή Πρωτοχρονιάς με σχέδια μεγάλα για την «πιο λαμπρή νύχτα του χρόνου». Το ετοιμάζουν από την αρχή του μήνα. Δεν την ξαναπαθαίνουν όπως πέρσι, που βρέθηκαν να γυρνούν από μαγαζί σε μαγαζί σαν τις άδικες κατάρες, χωρίς να βρίσκουν κάπου να τους δεχτούν. Φέτος έχουν κλείσει με την παρέα σε ένα μαγαζί που το να βρεις τραπέζι, ισοδυναμεί με πρώτο λαχνό στο τζόκερ. Ο γνωστός, του γνωστού και τελικά Ναι! Συνεννοήσεις, κόντρα συνεννοήσεις. Και «τι θα βάλεις;» και «πώς θα πάμε;» και «θα έλθει τελικά εκείνος;». Θα έλθει!

Την προπαραμονή δέχεται μήνυμα από την κυρία Γεωργία, μαμά ενός από τα παιδιά που «κρατάει» κάποια βράδια. Έχει χάσει το άντρα της πριν από δύο χρόνια και η κορούλα της, η Φοίβη, είναι τεσσάρων χρόνων. «Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά μήπως θα μπορούσες να έλθεις για λίγες ώρες, το βράδυ της παραμονής, για να κρατήσεις την Φοίβη; Είναι πολύ σημαντικό για μένα. Δεν θα αργήσω και μετά μπορείς να βγεις. Κερνάω εγώ μετά την έξοδο σου». Το μήνυμα την βρήκε με την κολλητή της την ώρα που έκανε το «εορταστικό μανικιούρ». «Θα αστειεύεται βέβαια». Για όλα τα λεφτά του κόσμου, δεν χάνει την έξοδο αυτή. Θα είναι και «εκείνος».

Πιάνει το τηλέφωνο για να πει «ευχαριστώ, αλλά…». Το σηκώνει η κυρία Γεωργία. «Χρόνια Πολλά, πώς περάσατε τα Χριστούγεννα; Ωπ περίμενε, θέλει να σου μιλήσει η Φοίβη. Μου παίρνει το τηλέφωνο από τα χέρια». «Γιάθου. Χλόνια Πολλά. Θα έλθειθ αύλιο παλέα μου; Θ’αγαπώ πολύ πολύ. Θε λατλεύω!». Όλα αυτά ποτάμι. Εκεί που ήταν έτοιμη να αρνηθεί ευγενικά, έχασε τα λόγια της. Το κάστρο κατελήφθη εξ εφόδου. «Θα έλθω, κούκλα μου». Η φίλη της δεν πίστευε στα αυτιά της. «Καλά εί σαι χα ζίιιι;». Απάντησε κοφτά με τρόπο που δεν σήκωνε πολλά πολλά. «Θα πάτε εσείς και θα έλθω», της είπε κοφτά.

Την επόμενη μέρα, από το μεσημέρι και μετά άρχισαν οι προετοιμασίες. Ούτε νύφη! Κανονικό μποτέ… Είπαμε θα είναι και «ποφτός» το βράδυ. Στολίστηκε και ξεκίνησε για το σπίτι της μικρής. Εκείνη μόλις την είδε έκανε σαν τρελή. Σα να είχε δει τη νεράιδα του παραμυθιού. Εκεί που την είχε συνηθίσει με φόρμες, άβαφη, τώρα την έβλεπε μια κούκλα σημαιοστολισμένη. Δεν χόρταινε να την βλέπει.

Η μαμά έφυγε βιαστικά με την υπόσχεση να γυρίσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κούκλα και αυτή! Η μικρή ζούσε ένα όνειρο. Έπαιξαν για λίγο. Έκανε ότι την στόλιζε και την έβαφε και εκείνη. Γρήγορα κουράστηκαν. Κάθισαν αγκαλιά στον καναπέ, έσβησαν τα φώτα και απολάμβαναν τα φωτάκια που αναβόσβηναν στο μεγάλο δέντρο. Έβαλαν να δουν το «πολικό εξπρές». Πριν καλά καλά ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι με το τρένο τα μάτια της μικρής έκλεισαν. Κοιμόταν εκεί στην αγκαλιά της γουργουρίζοντας ευτυχισμένη. Η Άννα ισορροπούσε ανάμεσα στην ευτυχία της στιγμής και στην προοπτική του νυχτερινού ξεσαλώματος. Δεν άργησαν να κλείσουν και τα δικά της μάτια.

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε καθίσει έτσι. Άνοιξε τα μάτια της και είδε την κουρτίνα του σαλονιού να ανεμίζει. Θα έπαιρνε όρκο ότι την είχε βρει κλειστή. Μπροστά στο δέντρο, σκυμμένος, βρισκόταν ένας νέος άντρας. Πήγε να φωνάξει αλλά δεν της έβγαινε η φωνή. Εκείνος την κατάλαβε και γύρισε, την κοίταξε με ένα ήρεμο χαμόγελο, βάζοντας το δάχτυλο μπροστά στο στόμα, σε σήμα «ήσυχα, μην φωνάξεις». Έγνεψε προς την μικρή που κοιμόταν αμέριμνη. Η μορφή του της φαινόταν γνωστή και δεν της γεννούσε κάποια ανησυχία. Γύρισε και κοίταξε την φωτογραφία από την γάμο της κυρίας Γεωργίας. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος! Σάστισε. Εκείνος φαινόταν να διασκεδάζει με την σαστιμάρα της. Άφησε ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο «για δώρο» κάτω από το δέντρο και ένα μικρούτσικο σε ένα από τα κλαδιά. Σηκώθηκε ήρεμα, πλησίασε στον καναπέ, πέρασε το χέρι του πάνω από την Φοίβη που κοιμόταν, σε ένα αόρατο χάδι. Εκείνη σα να ανατρίχιασε μέσα στον ύπνο της.

Ύστερα γύρισε και χαμογέλασε στην Άννα. Της έγνεψε «αντίο» και βγήκε από την πόρτα του μπαλκονιού. Πετάχτηκε όρθια, ξυπνώντας για λίγο την μικρή, που κάτι μουρμούρισε και μετά ξαναβολεύτηκε στον καναπέ συνεχίζοντας τον ύπνο της. Η μπαλκονόπορτα ήταν κλειστή. Έξω ακουγόταν πυροτεχνήματα και κόρνες. Ο χρόνος είχε αλλάξει και ο κόσμος πανηγύριζε γεμάτος ελπίδα.

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μήπως είχε ονειρευτεί; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Κοίταξε το δέντρο. Το μεγάλο κουτί βρισκόταν στη βάση του δέντρου. Το μικρό στα κλαδιά. Ακριβώς εκεί που τα είχε αφήσει ο επισκέπτης. Δεν είχε ονειρευτεί λοιπόν. Αλλά πώς;

Κλειδιά ακούστηκαν στην πόρτα. Η κυρία Γεωργία ήταν συνεπής στην υπόσχεση της. Δεν άργησε. Μίλησαν ψιθυριστά για να μην ξυπνήσουν την μικρή. Η Άννα μιλούσε με πάθος περιγράφοντας όσα είχαν συμβεί. Πλησίασε το δέντρο και πήρε στα χέρια της το μικρό κουτάκι. Το άνοιξε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μέσα σε αυτό βρισκόταν μια βέρα. Ίδια με αυτή που φορούσε στο χέρι της και ένα χαρτί γραμμένο με ένα καλλιγραφικά γράμματα «συνέχισε». Κάθισαν δίπλα δίπλα στον καναπέ, σαν παλιές φίλες, και της είπε για έναν άντρα που είχε γνωρίσει στη δουλειά και που φαινόταν ότι θα ήταν καλός σύντροφος για εκείνη και πατέρας για την κόρη της. Είχε πολλούς ενδοιασμούς, γιατί θεωρούσε ότι ήταν πολύ νωρίς για να κάνει αυτό το βήμα…

«Τώρα ξέρεις…» της είπε με μια σοβαρότητα δυσανάλογη προς την ηλικία της. Σηκώθηκε την φίλησε και της είπε ότι ήταν σίγουρη πως η νέα χρονιά θα ήταν μια καλή χρονιά για εκείνη και την κόρη της. Έδωσε ένα φιλί και στην μικρή, φόρεσε το παλτό της και έφυγε χαμογελαστή για να πάει να βρει την παρέα της και … τον «ποφτό».


Θα είναι μια πραγματικά καλή χρονιά. Το εύχομαι για όλους μας.

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Crash Test δέκα σημείων. Santa Claus VS Άγιος Βασίλης

Τελικά Άγιος Βασίλης ή Santa Claus; Κάναμε crash test δέκα σημείων και σας το παραθέτουμε.

Προσωπικά ψηφίζω τον πρώτο.

1. Ο Άγιος Βασίλης είναι βεντέτα, όπως ταιριάζει σε έναν άγιο του βεληνεκούς του. Έρχεται και δεν μας καταδέχεται. Μην βλέπεις που οι άλλοι έχουν το Hollywood από πίσω και τους κάνει αβάντες.

2. Έρχεται από την Καισαρεία και λογικά φέρνει μαζί του παστουρμάδες και σουτζούκια, που είναι πιο κοντά στη γεύση και την κουλτούρα μας. Όχι από τον Βόρειο Πόλο φέρνοντας που στο τσακίρ κέφι, παράγει … παγάκια.

3. Είναι σεμνά ντυμένος και φυσικά δεν φοράει ερυθρόλευκα που αγριεύουν την ΠΑΟΚτσίδικη ψυχή μας.

4. Μας αγαπάει. Δεν βάζει όρους και προαπαιτούμενα. Δεν είναι σαν το Eurogroup, ας πούμε. Δεν ρωτάει, ας πούμε, να μάθει “who’s been naughty and who’s been nice”. Δώρα σε όλο τον κόσμο. 

5. Δεν έρχεται από την καμινάδα σαν τον κλέφτη. Μπορεί λοιπόν να καλύψει το target group όλων ημών που δεν έχουμε τζάκι και χρησιμοποιούμε φυσικό αέριο για την θέρμανση μας και αδίκως περιμένουμε τόσα χρόνια, τον χοντρό να κατέβει.

6. Σέβεται τον θεσμό της οικογένειας. Δεν είναι κανένας μπερμπάντης. Δεν θα ακούσεις ποτέ ένα παιδί να λέει “I saw mommy kissing Άγιος Βασίλης”. Δεν κάνει τέτοια ο δικός μας.

7. Έρχεται με τα πόδια και γι αυτό είναι στυλάκι. Ούτε έλκηθρα, ούτε Ρούντολφ με κόκκινες μύτες, φωτεινές. Ούτε γάλατα, ούτε μπισκότα, δίπλα στο δέντρο. Santa μου, αν είναι για ένα δωράκι να με πιείς το γάλα και να με φας τα μπισκότα, δεν κάναμε τίποτα…

8. Έχει όνομα σοβαρό. «Άγιος Βασίλειος». Όχι Σάντα. Εμείς την Σάντα την έχουμε έξω από την Θεσσαλονίκη και δεν την προτιμούμε. Δεν είναι τυχαίο το παλαιό φανταρίστικο σύνθημα «καλύτερα κομάντα παρά στη Νέα Σάντα».

9. Ο Άγιος Βασίλης είναι μορφωμένος, «Μέγας», διδάσκαλος. Ο Santa ένα ΧΟ ΧΟ ΧΟ ξέρει να λέει. Ούτε καν Χ.Ο. που θα μας έβρισκε τα τηλέφωνα που ψάχνουμε.


10. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό. Όταν εμείς λέμε ότι «ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει», εννοούμε φυσικά το πόσο υπέροχος είναι και όχι ότι το ότι κυριολεκτικά «δεν υπάρχει». Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Santa. Sorry folks

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Δεύτερα μέρα Χριστουγεννων

Pacta sunt servanda, όσα συμφωνήσαμε τηρήθηκαν. Ήταν μια όμορφη Χριστουγεννιάτικη γιορτή στο σπίτι, παρέα με τους ανθρώπους που αγαπούμε. Το μεσημεριανό εορταστικό τραπέζι τελείωσε κατά τις εννέα το βράδυ!

Κάθομαι στο σαλόνι με μόνο φως τα φωτάκια του δέντρου που αναβοσβήνουν. Από ότι μπορώ να δω, η διακόσμηση έχει αλλάξει. Δύο μεγάλα τραπέζια με λευκά λινά τραπεζομάντηλα, στέκονται στη μέση το σαλονιού. Επάνω τους, υπολείμματα Χριστουγεννιάτικης διακόσμησης και λεκέδες από κρασί. Κάτι σαν το “before” στην διαφήμιση του Essex, την συνδρομή του οποίο σύντομα θα ζητήσουμε.

Όλοι κοιμούνται και εγώ πάω πασπατεύοντας, μέσα στα σκοτάδια, για να βρω το laptop, χωρίς να τους ξυπνήσω. Με χίλια ζόρια το βρίσκω. Ήταν κάτω από κάτι μαξιλάρια με Χριστουγεννιάτικό κέντημα. Πού να είναι άραγε τα γυαλιά μου; Αδύνατο να βρεθούν. Θα την παλέψω μεγαλώνοντας τα γράμματα σε διάσταση που τα κάνει ορατά και από το φεγγάρι.

Πηγαίνω στην κουζίνα και βλέπω το ποτηρόδασος. Βρίσκεται λίγο πριν από την κοιλάδα με τα ταψιά και την γάστρα, δυτικά των υψωμάτων των πιάτων. Στο βάθος του ορίζοντα τα «καλά» μαχαιροπίρουνα, αντανακλούν το φως της λάμπας και βιώνουν την δική τους ανατολή. Ωραία γεωγραφία!

Επιστρέφω στο σαλόνι. Μέσα στο κεφάλι μου ακούγεται Βοσκόπουλος! «Απόψε Χριστούγεννα στην πόλη, παιδιά και ονειροπόλοι». Special note to myself. Το τραγούδι που ακουγόταν την ώρα που σε πήγε ο ύπνος χθες βράδυ, όταν ξεράθηκες στην πολυθρόνα, είναι αυτό το οποίο θα παίζει στο κεφάλι σου, το επόμενο πρωί. Γι αυτό να είσαι προσεχτικός.

Πρέπει να πω ότι η απόφαση του Eurogroup του σπιτιού που έθετε ως προαπαιτούμενο, την βρώση τουλάχιστον μιας μερίδας άνοστου πουλιού για την εκταμίευση της δόσης της γέμισης, τηρήθηκε με αυστηρότητα. Ίσως στο μέλλον να πρέπει να φανούμε πιο ελαστικοί δίνοντας έκτακτο συμπληρωματικό επίδομα γέμισης στους συνδαιτημόνες μας που δοκιμάστηκαν ακόμα σκληρότερα τρώγοντας λευκό στήθος αντί για μπούτι. Είναι κάτι που χρήζει διερεύνησης. Σκέφτομαι επίσης από του χρόνου, να εντάξουμε στα προαπαιτούμενα και τις σαλάτες. Δύο στρέμματα περιβόλι έπλυνα και έκοψα με το χέρι, όπως κάνουν οι Chef στα καλά εστιατόρια και τις τηλεοράσεις. Τα χέρια μου έγιναν σαν της νοικοκυράς πριν εφευρεθεί το AVA special – ένα καλλυντικό στην κουζίνα σας. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας ενημερώσω ότι αυτό το post περιέχει τοποθέτηση προϊόντων. Πολλά τα έξοδα τα εορτών και δεν βγαίνω μάνα μου…

Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα περισσευμάτων. Τρως τα ίδια με την γιορτή, μόνο που το κάνεις φορώντας μπιτζάμες, φόρμες, ρόμπες. Βλέπεις πώς δείχνει η γαλοπούλα (Θεέ μου δεν θα τελειώσει ποτέ;) όταν την τρως στο πιάτο το καθημερινό και τι γεύση έχει το κρασί, όταν το πίνεις στο ταπεινό κολονάτο ποτήρι της κουζίνας.

Φέτος εμπλουτίζω την ημέρα αυτή, με βίντεο στο Youtube από συναυλίες του Ντέμη Ρούσσου. Ο άνθρωπος αυτός έκανε μερικές εξαιρετικές ενδυματολογικές επιλογές, οι οποίες, μετά το πέρας των εορτών, πιστεύω ότι θα μου φανούν πολύ χρήσιμες…

Η ώρα περνάει. Πάω να φτιάξω καφέ, για να έχω κάπου να βουτήξω το panettone μου. Ναι εμείς, από μικροί, δεν νιώθαμε Χριστούγεννα αν δεν τρώγαμε panettone. Μετά θα βάλω να ακούσω τον μεγάλο τενόρο Mario Lanza και θα κατευθυνθώ προς την κουζίνα για τα περαιτέρω.


Και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά και αν γίνεται και καλύτερα.

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Να τα πούμε;

Κάλαντα δεν έλεγα όταν ήμουν πολύ μικρός. Λίγο η γειτονιά που δεν ήταν ακριβώς γειτονιά, ήμουν και ντροπαλός, το project δεν δούλευε. Τα είπα μόνο στην πέμπτη και έκτη του δημοτικού, ξεψαρώνοντας λίγο με την βοήθεια των φίλων μου.

Ήμασταν μια υπέροχη τριάδα. Βρεθήκαμε και πάλι μετά από πάρα πολλά χρόνια μέσα στο fb. Δεν τους tagάρω γιατί έχουν γίνει πια μεγάλοι και τρανοί και μπορεί να μην θέλουν να μαθαίνει ο κόσμος τι έκαναν στα νιάτα τους… Ήμασταν, που λες,  μαζί στο σχολείο, μαζί στο ποδόσφαιρο δίπλα από τα μάρμαρα του Διοικητηρίου, μαζί και στα κάλαντα. Η ομάδα είχε μόνο ένα προβληματάκι. Ο ένας από τους τρεις ήταν καλλίφωνος και ήξερε να παίζει και μουσικό όργανο. Την εποχή εκείνη το μουσικό όργανο στο δημοτικό, ήταν η μελώδικα. Πρόβλημα μεγάλο καθώς αυτός που μπορούσε να τραγουδήσει καλά, έπρεπε να φυσάει και το κακόφωνο όργανο. Ο δεύτερος της παρέας είχε επίσης αρκετά καλή φωνή και έτσι λίγο το έσωζε το πράγμα. Η αφεντιά μου ήταν και είναι ότι πιο φάλτσο έχετε ακούσει στη ζωή σας. Μπορώ να φαλτσάρω ακόμα και στον εθνικό ύμνο. Έψαλα τα κάλαντα όμως με όλη μου την δύναμη και όποιον έπαιρνε ο χάρος.

Παραμονή Χριστουγέννων, καλή ώρα σαν και σήμερα, κάναμε την προσυγκέντρωση στο σπίτι μου. Η μαμά μου μας κερνούσε γλυκά, να πάρουμε δύναμη, κατά πώς έλεγε, και κάναμε όπως όπως μια πρόβα ακούγοντας κάλαντα από ένα σαρανταπεντάρι δισκάκι, στο αρχαίο Philips πικαπ, που γινόταν και βαλιτσάκι! Εξορμούσαμε μετά στο μεγάλο ταξίδι για το χαρτζιλίκι των γιορτών. Πρώτα στην πολυκατοικία. Σιγουράκι. «Αχ, Παναγιωτάκη, τι ωραία που τα λέτε με τους φίλους σου. Συμμαθητές είσαστε;» και να ένα καλό μπαξίσι αφού ήμασταν και γνωστοί και μάλλον ντρέπονταν τους γονείς μου. Μετά βγαίναμε στον δρόμο. Ανεβαίναμε στον τελευταίο όροφο κάθε πολυκατοικίας με το ασανσέρ και κατεβαίναμε με τα πόδια χτυπώντας κουδούνια και λέγοντας κάλαντα. Οι περισσότεροι  μας άνοιγαν. Κάποιες φορές ακούγαμε πίσω από την πόρτα «μην ανοίγεις, μην ανοίγεις». «Να τα πούμε;» «Πείτε τα, πείτε τα» και σπάνια «Μας τα είπαν»…  Απαράβατος κανόνας «να τα λέμε όλα». No short version. Ήμασταν τίμιοι προς τους «πελάτες».

Καμιά φορά διασταυρωνόμασταν με άλλες ομάδες «καλαντάριδων». «Στον πέμπτο να πάτε, είναι μια γιαγιά, δίνει πολλά!». Κάποιοι όντως έδιναν καλό χαρτζιλίκι, κάποιοι άλλοι φραγκοδίφραγκα και καμιά καραμέλα. Θυμάμαι παππούδες και γιαγιάδες ανήμπορους να σέρνονται μέχρι την είσοδο και να βλέπουν συγκινημένοι σε εμάς, τα εγγόνια τους που ήταν μακριά. Νέους γονείς με το μωράκι στην αγκαλιά, να στέκουν όλο καμάρι και να ακούν για τον νοικοκύρη του σπιτιού, που του ευχόμαστε να ζήσει χίλια χρόνια.

Το μεσημέρι κουρασμένοι και παγωμένοι γυρίζαμε στο σπίτι. Σε μια είσοδο πολυκατοικίας κάναμε την μοιρασιά. Οι τσέπες βροντούσαν και ανακοινώναμε όλο καμάρι τον τζίρο του «μαγαζιού».


Καλά Χριστούγεννα με πολλά χαρούμενα κάλαντα στην πόρτα σας.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Η Χριστουγεννιάτικη Συλλογή

Μια συλλογή από Χριστουγεννιάτικες ιστορίες που μοιράστηκα μαζί σας, τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Κάποιες τις αγάπησα περισσότερο και έβαψα τον τίτλο τους κόκκινο.

Αν άρεσαν και σε σας μπορείτε να την μοιραστείτε με τους φίλους σας.

Μην ξεχάσετε να διαβάσετε την τελευταία σελίδα.


View Online and Share



Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Η Ειρήνη καθόταν στο κρεβάτι της, στον όγδοο όροφο του Memorial και έβλεπε από το παράθυρο το χιόνι να πέφτει πυκνό. Όμορφες χοντρές λευκές νιφάδες, που στροβιλίζονταν σαν τρελές μπαλαρίνες καθώς τις πήγαινε από εδώ και από εκεί ο δυνατός αέρας.  Χιόνιζε από το προηγούμενο βράδυ, ασταμάτητα, και τα πρώτα προβλήματα στις συγκοινωνίες είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται. Ήταν νύχτα αλλά στα νοσοκομεία δεν σταματάει ποτέ η κίνηση. Τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ εντελώς και όλο και κάποιος πάει και έρχεται.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η πτέρυγα για την αρρώστια που είχε το όνομα ζωδίου, και έφερνε έναν μορφασμό θλίψης σε όποιον άκουγε το όνομα της, είχε γίνει το δεύτερο σπίτι της. Για την ακρίβεια περνούσε εκεί περισσότερο χρόνο από όσο στο σπίτι της. Ήταν τυχερή, της λέγανε, γιατί εκεί βρισκόταν η καλύτερη ομάδα για την περίπτωση της. Είχαν γνωριστεί από την καλή και από την ανάποδη. Ο μαύρος πενηντάρης γιατρός με τα χρυσά γυαλάκια, το ξυρισμένο κεφάλι και το αγέλαστο πρόσωπο, ανέβαινε καθημερινά θέσης στην κλίμακα των σημαντικών ανθρώπων στη ζωή της. Ήταν οργανωτικός και αυστηρός στην τήρηση του προγράμματος και φαινόταν να ξέρει πολύ καλά τι έκανε. Το πρόγραμμα του λοιπόν την έφερε να βρίσκεται εκεί μέσα για την τελευταία θεραπεία της χρονιάς, παραμονή Χριστουγέννων. Κανονικά το απόγευμα θα έπρεπε να βγει αλλά με τα προβλήματα που δημιούργησε το χιόνι, όλο το πρόγραμμα είχε πάει πίσω και τώρα πια την είχε χάσει την ημέρα. Θα έβγαινε το πρωί των Χριστουγέννων.

Από έξω ακούστηκε φασαρία. Η νοσοκόμα μάλωνε με έναν άντρα. Μαύρη, τεραστίων διαστάσεων, με το πληθωρικό της σώμα να ασφυκτικά μέσα στην άσπρη ρόμπα. Είχε μια χαρακτηριστική νέγρικη φωνή, φτιαγμένη για να τραγουδάει γκόσπελ στην εκκλησία και τον τσαμπουκά αυτού που έχει ζήσει μια ζωή στο Μπρούκλιν. Ήταν ο απόλυτος άρχοντας της πτέρυγας και κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της. Αποτελεσματική στη δουλειά της, κανονικός επιλοχίας. Φόβος και τρόμος υφισταμένων, ασθενών, ακόμα και γιατρών. Μα να τώρα, που εκείνη του μιλούσε στα αγγλικά, και εκείνος της απαντούσε στα Ελληνικά. Δεν την γελούσαν τα αυτιά της, όντως άκουγε ελληνικά εκεί μέσα και δεν ήταν από δικό της επισκέπτη. Οι φωνές δυνάμωσαν και το φως του δωματίου άναψε. “Αυτός μιλάει μόνο την γλώσσα σου. Thats Greek to me», βρυχήθηκε η αδικημένη τραγουδίστρια των γκόσπελ. Εκείνος ήταν ένας τυπάκος κοντούλης, στρογγυλός με ροδαλό πρόσωπο, μύτη μελιτζάνα σαν του Γουόλτερ Ματάου και το μουστάκι βούρτσα του Γκράουτσο Μαρξ από κάτω. Ντύσιμο απλό, ως και φτωχικό. Κρατούσε σφιχτά μια σακούλα με ένα ξύλινο κουτί μέσα. Την κοιτούσε με θυμό και φόβο. Όταν κατάλαβε ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει για να συνεννοηθεί, λίγο σα να ηρέμησε. Ήταν Αρμένιος στην καταγωγή. Ζούσε στην Ελλάδα πολλά χρόνια και τώρα είχε βρεθεί εκεί για τον λόγο που βρισκόταν και όλοι οι άλλοι. Μόνο που με το πρόβλημα της γλώσσας είχε μπερδέψει το ραντεβού και είχε έλθει βράδυ αντί για πρωί και είχε χάσει την σειρά του. Η Ελληνική κουλτούρα, του έλεγε πώς «έλα βρε αδελφέ, όλα γίνονται». Η Αμερικάνα νοσοκόμα όμως δεν χαμπάριαζε από τέτοια. Αφού δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις είπε ότι θα προσπαθούσε να βρει νέο ραντεβού. Ίσως να υπήρχε κάποια ακύρωση. Ήταν και ο καιρός…

Τώρα που όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί, ηρέμησαν. Έξω χιόνιζε πολύ και ένας Θεός ξέρει πώς είχε καταφέρει αυτός ο τυπάκος να έλθει μέχρι εκεί.  Το σίγουρο ήταν ότι πια δεν θα μπορούσε να φύγει. Τα παπούτσια του ήταν βρεμένα και είχαν αλλάξει χρώμα. Το ίδιο και τα μπατζάκια του μαύρου τζην, βρεμένα και λασπωμένα μέχρι το γόνατο. Ζήτησε αν γίνεται να τον αφήσει να καθίσει για λίγο μαζί της. Να της κάνει παρέα. «After all, today its Christmas». Η αφέντρα της πτέρυγας αμφιταλαντεύτηκε λίγο και τελικά αποφάσισε να τον αφήσει. Δεν χαμπάριαζαν αυτοί οι Έλληνες από κανόνες, αλλά και εκείνη ήθελε να περάσει ήσυχα την βάρδια της αυτή την δύσκολη νύχτα. Κούνησε το χέρι με μια κίνηση παραίτησης «Oh what the hell. Let him stay». Έκλεισε και πάλι το κεντρικό φως και επέστρεψε στον πάγκο της μουρμουρίζοντας.

Τον έλεγαν Κιρκόρ και είχε γυναίκα και δύο παιδιά, που είχαν μείνει στην Ελλάδα. Εκείνος μόνο, είχε καταφέρει να έλθει στις Ηνωμένες πολιτείες για θεραπεία, χάρη στην οικονομική βοήθεια των συναδέλφων του στο εργοστάσιο που δούλευε, κάπου στα Οινόφυτα, και την βουβή φιλανθρωπία του αφεντικού του που είχε βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να συμπληρώσει το ποσό που είχε μαζευτεί με τον συναδελφικό έρανο. Κόντευε να τελειώσει την θεραπεία και το άθλιο ζουζούνι φαινόταν να έχει νικηθεί. Τώρα που είχε πάρει θάρρος και είχε ζεσταθεί λίγο, μιλούσε ασταμάτητα. Όταν τέλειωσαν με τα ιατρικά άρχισε να της λέει για τα νεανικά του χρόνια στην Σιβηρία όπου είχε πάει φαντάρος και είχε συνεχίσει ως κρατικός ξυλοκόπος, στα χρόνια του κομμουνισμού. Τι φοβερή ειδικότητα! Της είπε για την περεστρόικα και την Σοβιετική ένωση που έγινε κομμάτια. Για την χώρα του που έγινε ανεξάρτητο κράτος. Για την φτώχια, που τον έσπρωξε να αναζητήσει την τύχη του στην Ελλάδα. Για την κατάσταση εκεί που ήταν τώρα χάλια. Κοιτούσε το χιόνι έξω από το παράθυρο και διηγούταν ιστορίες με βότκα, σουτζούκια και παστουρμάδες. Φτώχια και καλοπέραση, όπως μόνο ένα άνθρωπος βασανισμένος ξέρει να συνδυάζει.

Μιλούσε αυτός, άκουγε αυτή, χωρίς να μιλάει για αρκετή ώρα. Φωνές και πάλι έξω στον διάδρομο. Αυτή τη φορά, μια δροσερή νεανική φωνή με γνώριμη προφορά. Οι φωνές και πάλι δυνάμωσαν και το φως και πάλι άναψε. Στην πόρτα εμφανίστηκε ξανά η τεράστια νοσοκόμα συνοδευόμενη αυτή τη φορά από μια νεαρή όμορφη ξανθιά κοπέλα με ένα λαμπερό χαμόγελο στο πρόσωπο της. Κρατούσε μια πιατέλα με μελομακάρονα και κουραμπιέδες, που ξεπρόβαλε μέσα από μια ανοιγμένη συσκευασία με διαφανές σελοφάν σε κόκκινο χρώμα, ενώ μια πράσινο κορδέλα ήταν περασμένη στον καρπό της. Έλα Χριστέ και κύριε, πώς βρέθηκαν μελομακάρονα και κουραμπιέδες σε ένα νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη! Η μαυρούλα είχε γλυκάνει, λίγο. Αν την έβλεπαν οι συνάδελφοι της δεν θα την αναγνώριζαν.  «Τα πάθατε οι Έλληνες σήμερα; Δεν βλέπετε τον καιρό; Όλοι εδώ θα μου μαζευτείτε; Αυτή η ομορφούλα, νοσηλεύτηκε το καλοκαίρι εδώ για λίγες μέρες, την κάναμε καλά και ήλθε να μας κεράσει γλυκά από την πατρίδα σας. Επειδή είναι Χριστούγεννα και επειδή ένιωσε ότι έτσι πρέπει να κάνει. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να την φέρω εδώ σε σας. Να είσαστε φρόνιμοι και να μην κάνετε φασαρία. Νοσοκομείο είναι εδώ, not a Greek Tavern. Τα γλυκά είναι πολύ νόστιμα αν και με μπέρδεψε η άσπρη σκόνη. If you see what I mean», είπε και έφυγε γελώντας μόνη της με το αστείο της.

Η κοπελίτσα, τους συστήθηκε, την έλεγαν Μαριάνθη. Ήταν Ελληνίδα και είχε έλθει εδώ και δύο χρόνια με τους γονείς της, νεομετανάστες πολυτελείας, θύματα της κρίσης, που δίδασκαν αμφότεροι στο NYU. Εκεί την είχε βρει η διάγνωση. Κινήθηκαν γρήγορα και κατάφεραν σε λίγο χρόνο να νικήσουν το κακό. Ακούμπησε την πιατέλα με τα γλυκά επάνω στο τραπεζάκι με τις ρόδες που χρησιμοποιούσαν για τα γεύματα στο κρεβάτι και τους προέτρεψε να δοκιμάσουν. Κατέθεσε και αυτή την ιστορία της, στους μπουκωμένους με μέλια, καρύδια και άχνη ζάχαρη, νέους φίλους της. Αν μοιράζεσαι την χαρά είναι διπλή χαρά. Αν μοιράζεσαι την λύπη, είναι μισή η λύπη. Τώρα ήταν πλέον καλά και είχε αποφασίσει να πάει για να κεράσει και να ευχηθεί αυτούς που την είχαν βοηθήσει. Ένιωθε ότι έτσι έβαζε μια τελεία στο κεφάλαιο αυτό της ζωής της και το σφράγιζε ερμητικά με την γλύκα των Χριστουγεννιάτικων γλυκών.

Ο Κιρκόρ παραπονέθηκε που δεν είχαν μια βότκα να πιούν για να ευχηθούν, αν και ήξερε καλά ότι και να είχαν εκείνος δεν θα μπορούσε να πιεί. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει με την ίδια ένταση. Κάθε τόσο μια σειρήνα ακουγόταν και μπλε ή κόκκινοι φάροι αυτοκινήτων φώτιζαν τη νύχτα.  Πρώτη ξεκίνησε να τραγουδάει εκείνη. Ω έλατο, ω έλατο… Μπήκε μετά και η πιτσιρίκα. Εκείνος τους τους άκουγε στη αρχή χωρίς να συμμετέχει. Χάιδευε το μουστάκι του και κοιτούσε στο κενό. Παιδιάστικα πράγματα. Μετά από λίγο άρχισε και εκείνος να σιγοντάρει στο ίδιο ρυθμό αλλά σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαιναν. Και μετά ήλθαν και τα χιόνια στο καμπαναριό… «Κι όλοι παν στην εκκλησιά, των Χριστό να προσκυνήσουν, κι όλοι παν στην εκκλησιά, λάμπει απόψε η Παναγιά».

Η ώρα περνούσε όμορφα. Όταν είχε κάνει την εισαγωγή το πρωί, τίποτα δεν προμήνυε αυτό που συνέβαινε τώρα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η κοπελίτσα που είχε μπει πριν από λίγη ώρα στην συντροφιά, σταμάτησε το τραγούδι. Σοβάρεψε, σηκώθηκε με αποφασιστικότητα και είπε «Πάμε. Είναι ώρα!» και ένα λαμπερό χαμόγελο φώτισε το όμορφο πρόσωπο της. Την κοίταξαν παραξενεμένοι αλλά μέσα τους πια ήξεραν. Γύρισε στο κομοδίνο δίπλα της και το είδε. Το μικρό ξύλινο κουτί πρέπει να ήταν εκεί, όλη την ώρα. Πώς και δεν το είχε προσέξει; Ποιος το είχε βάλει εκεί; Όχι ότι είχε σημασία, πλέον. Σηκώθηκε, το πήρε και το κράτησε με τα δυο της χέρια. Ο Κιρκόρ, χωρίς να πει κουβέντα, έβγαλε και αυτός το δικό του από την παλιά σακούλα. Το κράτησε και αυτός με τα δυο του χέρια. Η Μαριάνθη κρατούσε ήδη το δικό της. Πού το βρήκε; Όταν είχε έλθει κρατούσε μόνο την πιατέλα με τα γλυκά.

Βγήκαν σιωπηλοί από το δωμάτιο. Μπροστά η Μαριάνθη, πίσω ο Κιρκόρ και παραπίσω εκείνη. Πέρασαν μπροστά από την μαυρούλα νοσοκόμα, που καθόταν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή στο γκισέ της υποδοχής. «Second floor”, τους είπε, με ένα αινιγματικό  χαμόγελο, χωρίς να την ρωτήσουν τίποτα. Πήραν το ασανσέρ. Στους διαδρόμους, ψυχή. Πάτησαν το κουμπί και ένα καμπανάκι ακούστηκε όταν έφτασαν στον δεύτερο όροφο. Οι πόρτες άνοιξαν και βρέθηκαν έξω από την αίθουσα των νεογνών. Δεκάδες μωράκια, άσπρα, μαύρα, κίτρινα, τυλιγμένα με φασκιές,στα καλαθάκια τους. Άλλα  κοιμόταν, άλλα κλαίγανε. Στο βάθος του διαδρόμου ήταν οι αίθουσες τοκετού. Πάνω από την πόρτα σε μια από αυτές, υπήρχε ένα μεγάλο ψηφιακό ρολόι με κόκκινα ψηφία. Δύσκολα μπορούσες να πάρεις τα μάτια από πάνω του. Προχώρησαν προς τα εκεί. Στο κέντρο του δωματίου, επάνω σε ένα κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μια μανούλα που κρατούσε το νεογέννητο παιδί στην αγκαλιά της. Φαινόταν κουρασμένη, τα μαλλιά της είχαν βραχεί από τον ιδρώτα, της υπερπροσπάθειας και είχαν κολλήσει στο μέτωπο στους κροτάφους και στα μάγουλα. Φαινόταν πολύ αδύναμη αλλά κυριολεκτικά έλαμπε. Όρθιος δίπλα στο κρεβάτι, ένας ψηλός άντρας. Είχε μακριά μαλλιά και μούσια και ήταν κακοντυμένος. Της κρατούσε το χέρι και κοιτούσε και αυτός το μωράκι με λατρεία, σα να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο γι αυτόν. Εκείνο δεν είχε καλοκαθαριστεί από τα «βούτυρα» αλλά αναπαυόταν με κλειστά τα μάτια και φάτσα ευχαριστημένη στην αγκαλιά της μανούλας του.

Προχώρησαν προς το εσωτερικό του δωματίου χωρίς να μιλήσουν. Πρώτη η Μαριάνθη. Σταμάτησε μπροστά στο κρεβάτι, άνοιξε το κουτί και ένα καθρεφτάκι, έδειξε το πρόσωπο της. Στο καπάκι έγραφε μόνο μια λέξη. «Θάρρος». Το ακούμπησε στα πόδια της μάνας, έκανε μια βαθιά υπόκλιση και απομακρύνθηκε οπισθοχωρώντας δίνοντας την θέση της στον Κιρκόρ. Εκείνος πλησίασε και άνοιξε το δικό του κουτί. Το καθρεφτάκι έδειξε το δικό του πρόσωπο και το καπάκι έγραφε την λέξη «Ελπίδα». Προσπάθησε να κάνει και εκείνος μια υπόκλιση, που είχε κάτι το αστείο στης εκτέλεσή της, και οπισθοχώρησε δίνοντας την θέση τους σε εκείνη. Πλησίασε και άνοιξε και το δικό της κουτί. Το καθρεφτάκι έδειξε το πρόσωπο της και με μια γρήγορη ματιά είδε ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια της. Το δικό της καπάκι έγραφε «Υπομονή». Υποκλίθηκε, με τον τρόπο που είχε μάθει μικρή όταν έκανε μαθήματα μπαλέτου, και βγήκε έξω από το δωμάτιο, οπισθοχωρώντας. Κοίταξε γύρω της αλλά οι άλλοι δύο ήταν άφαντοι. Φώναξε τα ονόματα τους αλλά δεν πήρε απάντηση.

Παράξενο. Απογοητεύτηκε, λίγο, που την είχαν αφήσει έτσι μόνη αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Προχώρησε στους άδειους διαδρόμους και έφτασε στο ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί με το νούμερο οκτώ. Ένα «ντιν» και οι πόρτες άνοιξαν. Η μαυρούλα νοσοκόμα, που θα μπορούσε να τραγουδάει γκόσπελ, καθόταν εκεί που την είχε αφήσει. Έβλεπε την αντανάκλαση της οθόνης στα γυαλιά της. Πέρασε από μπροστά της, αλλά εκείνη δεν σήκωσε το κεφάλι της να την κοιτάξει. Σα να μην την κατάλαβε. Προχώρησε προς το δωμάτιο. Το ελάχιστο φως, της επέτρεπε να βλέπει έξω προς το μεγάλο πάρκινγκ. Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει, αλλά όλα γύρω ήταν άσπρα σα μια μεγάλη τούρτα, που φωτίζονταν από το φως των κίτρινων προβολέων. Τίποτα μέσα στο δωμάτιο δεν μαρτυρούσε όλα όσα είχαν συμβεί εκεί λίγη ώρα πριν. Τι στο καλό; Μήπως τα είχε φανταστεί; Ξαφνικά την κυρίεψε μια απίστευτη κούραση. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και ο ύπνος την πήρε αμέσως. Ένας ύπνος βαθύς, λυτρωτικός με όνειρα γλυκά που μπέρδευαν μελομακάρονα, με χριστουγεννιάτικα τραγούδια και ροδαλά νεογέννητα μωρά.


Όταν ξύπνησε είχε ήδη ξημερώσει. Ένας λαμπερός ήλιος έμπαινε από το παράθυρο. Το χιόνι που κάλυπτε τα πάντα, αντανακλούσε το φως και το έκανε να φαίνεται πιο λαμπρό. Εκείνος καθόταν σε μια καρέκλα στην άκρη του κρεβατιού και την κοιτούσε, που ξυπνούσε. Πόση ώρα να ήταν εκεί άραγε. «Καλημέρα και χρόνια πολλά». «Χρόνια πολλά», απάντησε εκείνη, νυσταγμένα. «Μίλησα με τον γιατρό. Μετά τις τελευταίες εξετάσεις, είναι πλέον πολύ αισιόδοξος. Λίγη υπομονή ακόμα και θα νικήσουμε». Χαμογέλασε γλυκά. «Great. Πού να σου πω τι έγινε εδώ χθες βράδυ»…

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Εσένα σε βρήκε το πνεύμα των Χριστουγέννων;

Είναι πλέον επίσημο. Το είπαν και στις ειδήσεις. Σε 10 μέρες από σήμερα είναι Χριστούγεννα. Αν εσένα δεν σε έχει βρει το πνεύμα των Χριστουγέννων, τράβα και βρες το εσύ. Αν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό τότε πρέπει να πάει το βουνό στον Μωάμεθ. Το ότι ανακατεύω τον Μωάμεθ σε μια καθαρά Χριστιανική γιορτή μπορεί να τρελάνει όλους αυτούς που μιλούν για την αλλοτρίωση που έχουμε υποστεί από την επαφή μας με τους Μουσουλμάνους. Εγώ πάλι το θυμήθηκα γιατί το έλεγε η γιαγιά μου, η οποία μεγάλωσε σε ένα Τούρκικο μαχαλά στην Πάνω πόλη με Τουρκούδια και Ελληνάκια γύρω της που στα μάτια της ήταν όλα παιδάκια.
Τι σου είναι η γλώσσα! Από πού ξεκινήσαμε και πού το πήγαμε. Έλεγα λοιπόν ότι πρέπει να πας να βρεις το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτό μπορείς να το πετύχεις ακολουθώντας μερικά απλά βήματα.
Προσδιόρισε τι είναι για σένα Χριστούγεννα, για να ξέρεις και πού να ψάξεις δηλαδή.
Αν για σένα Χριστούγεννα είναι λαμπερά φωτάκια, χιονισμένα τοπία, έλατα, λαμπερά καλέσματα και κοσμικές έξοδοι, τότε ξέρεις πού θα τα βρεις. Μέτρα τι έχει μέσα το πορτοφόλι σου και βουρ σε εμπορικά κέντρα, κοσμικά εστιατόρια και σαλέ στο βουνό.
Αν για σένα Χριστούγεννα είναι η οικογένεια μαζεμένη γύρω από τραπέζια ή αραγμένη σε καθιστικά και καναπέδες, οι ξενιτεμένοι που έρχονται, οι αναμνήσεις αυτών που λείπουν και που δεν θα τους ξαναδείς, οι φίλοι που αυτές τις μέρες θα βρεις λίγο χρόνο να συναντήσεις, τότε και για αυτό σου έχω λύση. Κοίτα να τα έχεις καλά με την οικογένεια, να κρατάς έστω και μια στοιχειώδη επαφή με τους φίλους και τους ξενιτεμένους και να έχεις φροντίσει να έχεις κλείσει τους λογαριασμούς σου με αυτούς που έφυγαν και δεν θα ξανάρθουν. Μάζεψε τους όλους κοντά σου και άσε την καρδιά σου να αγαλλιάσει.
Αν για σένα Χριστούγεννα είναι να βοηθήσεις τον συνάνθρωπο που υποφέρει, να προστρέξεις σε αυτόν που είναι πιο αδύναμος και σε χρειάζεται, τότε και πάλι υπάρχει λύση. Ανάγκες γύρω μας πάρα πολλές και κάθε μέρα αυξάνονται. Κάνε αυτό που θέλεις και μπορείς. Αν δεν έχεις λεφτά να δώσεις, μπορείς σίγουρα να αναλώσεις λίγο ή πολύ από τον χρόνο σου. Αρκεί να το θέλεις.
Αν για σένα Χριστούγεννα είναι όλα τα παραπάνω, βάλτα σε ένα σέικερ, ανακάτεψε τα και προσπάθησε να φτιάξεις το κοκτέιλ των γιορτών που σου ταιριάζει. Μόνο κάνε γρήγορα γιατί πότε θα περάσουν οι δέκα μέρες και πότε θα βρεθείς στην νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια, ούτε που θα το καταλάβεις.

Καλημέρα και καλά Χριστούγεννα.

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Μένουμε Menu

Ετοιμάζουμε που λες το μενού για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Δόξα να έχει ο Θεός μαζευόμαστε αρκετοί γύρω από αυτό, είναι και τα παιδιά που μεγάλωσαν και δεν είναι τόσο παιδιά και οι απαιτήσεις, που ήταν πάντα υψηλές, ανεβαίνουν περισσότερο.

«Να μην κάνουμε πάλι, τα ίδια», μου λέει η  Έφη.

«Άντε καλά να μην κάνουμε», λέω και εγώ. Βέβαια όλοι θέλουν ανανέωση αλλά αν καθίσουν στο Χριστουγεννιάτικό τραπέζι και δεν φάνε γαλοπούλα, λαχανοντολμάδες, χοιρινό, πότε θα τα φάνε; Το Πάσχα;

«Να δούμε τα εορταστικά μενού των μεγάλων ξενοδοχείων να πάρουμε καμμιά ιδέα». Μου ξαναλέει η Έφη.

Πρώτοι κατάσκοποι. Η τεχνολογία πλέον μας επιτρέπει να έχουμε όποια πληροφορία θέλουμε με το πάτημα ενός κουμπιού. Πατάς ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή, λέγαμε μικροί. Ε τώρα πατάς το κουμπί και η χοντρή γίνεται χοντρή μετά από αυτά που θα φάει στις γιορτές.

Μπαίνουμε σε γνωστό μεγάλο ξενοδοχείο φημισμένο για την κουζίνα του και διαβάζω την πρόταση του για τα ορεκτικά. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται.

Χτένια ceviche με χαβιάρι osiestra, σπαράγγια και ζελέ εσπεριδοειδών “sandwich” με μανιτάρια “Cepe”, καραμελωμένα κάστανα και κρέμα τρούφας Éclair με μαρμελάδα μήλο-τζίντζερ, τερίνα φουά γκρα και ξύδι βαλσάμικο.

Αν εξαιρέσεις τις πολλές άγνωστες, σε μένα, λέξεις καλό ακούγεται. Φυσικά στην υψηλή μαγειρική αυτό που χρειάζεται τρεις σειρές κειμένου για να περιγράψεις, είναι μια βουκιά σε ένα πιάτο ένα στρέμμα. Άντε να χορτάσει η θεία Ελπινίκη και το μάτι της με χαβιάρι osiestra. Χιούστον, έχουμε πρόβλημα.

Δεν πτοούμε. Πάμε παρακάτω.

Μπλε αστακός με μαγιονέζα αχινού, μανταρίνι και κρέμα κουνουπίδι.

Εδώ θα τα χαλάσουμε. Δεν μου αρέσει το κουνουπίδι. Βρωμάει βρε παιδία. Από την άλλη μπλε αστακό με μαγιονέζα αχινού τρώμε στο σπίτι μας κάθε Παρασκευή. Τι το γιορτινό έχει; Αυτό το πιάτο σίγουρα απορρίπτεται.

Χειροποίητο ραβιόλι με ελάφι, κέδρο, σέλινο και σάλτσα λευκής σοκολάτας.

Και εδώ έχουμε πρόβλημα. Αν σκοτώσουμε το ελάφι, ξαδελφάκι του Ρούντολφ, μπορεί να θυμώσει ο Αι Βασίλης και να μη μας φέρει δώρα. Μόνο με το κοινωνικό πουρμπουάρ του Αλέξη θα την βγάλουμε; Την μυρωδιά του σέλινου δεν την αντέχω και μας μένει ο κέδρος που μυρίζει υπέροχα έξω από το μπαλκόνι μου και λέω να τον αφήσουμε εκεί και η λευκή σοκολάτα, που μάλλον θα πάει στο επιδόρπιο.

Αντιλαμβάνομαι ότι η κουζίνα των μεγάλων εστιατορίων δεν έχει σχέση με την κουζίνα του σπιτιού μας.  Αντιλαμβάνομαι ότι αν αυτοί οι ναοί της υψηλής γαστρονομίας φτιάξουν λαχανοντολμάδες δεν θα μπορέσουν να δικαιολογήσουν το σχεδόν πεντακοσάρικο που κοστίζει το γεύμα ανά μασέλα, αλλά ούτε θα ικανοποιήσουν αυτούς που ψάχνουν άλλου είδους γευστικές απολαύσεις.

Γι αυτό σου λέω αγάπη μου, πάμε με αυτά που ξέρουμε και μας ξέρουν, μην περάσουν τα Χριστούγεννα και εμείς ακόμα τα περιμένουμε αφού δεν θα έχουμε φάει λαχανοντολμάδες, χοιρινά και γαλοπούλες.


Καλημέρες αγωνιστικές, μέρα που είναι. 

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Πρώτη Δεκεμβρίου.

Πρώτη Δεκεμβρίου σήμερα. Το Σαββατοκύριακο έχουμε τον Χάρτη των Γεύσεων, στο Βελλίδειο. Στο pop up μαγαζάκι του Eco n Design που στήνουμε εκεί, συναντώ φίλους που βλέπω μια φορά τον χρόνο και είναι σαν την επίσημη έναρξη της εορταστικής σεζόν. Χθες άναψε το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Αριστοτέλους. Νομίζω ότι νομιμοποιούμαστε να πάρουμε βαθιά ανάσα και να βουτήξουμε μέσα στο Χριστουγεννιάτικο κλίμα.

Όταν έχει καβατζάρει τα πενήντα, τέτοιες μέρες ανατρέχει στις γιορτές των παιδικών σου χρόνων. Τότε που όλα σου φαινόταν τόσο σύνθετα αλλά τελικά ήταν μάλλον απλά…

Θυμάμαι λοιπόν ότι τότε στολίζαμε το δέντρο, την ημέρα που έκλειναν τα σχολεία. Δεκαετία του εβδομήντα και το Dixan είχε βγάλει μια κυλινδρική συσκευασία από χοντρό χαρτόνι και αυτήν χρησιμοποιούσε η μητέρα μας για να φυλάει τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια, στο πατάρι. Το δέντρο ήταν τεχνητό και μικρό. Καμία σχέση με τις τρέχουσες υπερπαραγωγές των δύο και δυόμιση μέτρων. Ο «κορμός» του ήταν ξύλινος σαν σκουπόξυλο και τα κλαδιά μάλλον αραιά. Η βάση, μια μικρή πύλινη γλάστρα γεμάτη με άσπρο μπετόν. Το τοποθετούσαμε σε μια γωνία στο σαλόνι, επάνω σε ένα τραπεζάκι γιατί διαφορετικά δεν θα ήταν έλατο, αλλά … θάμνος.

Οι μπάλες ήταν όλες γυάλινες. Φτιαγμένες από εκείνο το εξαιρετικά λεπτό, καθρεφτέ γυαλί. Έφτανε ένας αδέξιος χειρισμός, για να πέσει στο πάτωμα και να γίνει χίλια χρωματιστά κομματάκια. Για τον λόγο αυτό, η τοποθέτηση στολιδιών από εμάς, τα παιδιά της οικογένειας, επετράπη μόνο όταν πια είχαμε «μεγαλώσει» και δώσει διαπιστευτήρια για την σοβαρότητα και την ικανότητα μας.

Τα φωτάκια δεν ήταν μερικές χιλιάδες led ψείρες αλλά 10-20 λαμπάκια σαν μικρές οβιδούλες που το γυαλί της κάθε μιας ήταν βαμμένο με διαφορετικό χρώμα. Τα τοποθετούσε ο μπαμπάς μου στο δέντρο και έκανε τις απαραίτητες συνδέσεις.

Κάθε κλαδί του δέντρου στολιζόταν με βαμβάκι, προσπαθώντας να δώσει την αίσθηση του χιονιού. Θυμάμαι ότι η μητέρα μου έπαιρνε τα βαμβάκια, τα άνοιγε με προσοχή, και τα περνούσε στα τέκνα της που διαγκωνίζονταν για το ποιος θα βάλει τα περισσότερα.

Στην κορυφή τοποθετούσαμε την … «κορυφή», ένα στολίδι που θύμιζε λίγο τον πύργο του ΟΤΕ στην ΔΕΘ.

Ο στολισμός γινόταν συνοδεία μουσικής. Φυσικά χωρίς youtube ή mp3 αλλά με μια «πλάκα» βινυλίου που είχε Χριστουγεννιάτικα τραγούδια και την οποία κυριολεκτικά λιώναμε κάθε χρόνο μέσα στις γιορτές. Είχαμε και ένα 45αρι με τα κάλαντα των Χριστουγέννων από την μια μεριά και της Πρωτοχρονιάς από την άλλη. Το χρησιμοποιούσαμε για προπόνηση πριν να πάμε να πούμε τα κάλαντα, κάτι που ξεκίνησα να κάνω μόνο στις τελευταίες δύο τάξεις του δημοτικού. Θυμάσαι Γρηγόρη;

Τελική πινελιά, στο στολισμένο δέντρο, ένα περίεργο πράγμα που το λέγαμε αράχνη και το περνούσε αυστηρά και μόνο η μητέρα μου φτιάχνοντας ένα λεπτό κουκούλι γύρω από το δέντρο. Το έφτιαχνε με τέχνη περισσή και έτσι ήταν ομοιόμορφα απλωμένο δημιουργώντας όμορφους ιριδισμούς όταν άναβαν τα φωτάκια.

Μπορούσα να κάθομαι με τις ώρες και να κοιτάω το δέντρο με τα φωτάκια που άναβαν και έσβηναν. Αυτό κάνω ακόμα και σήμερα. Τα μέσα αλλάζουν αλλά όχι και οι άνθρωποι.


Καλημέρα και καλά Χριστούγεννα. 

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Μελομακάρονα, μελομακάρωνες, μελομακάρωνε...

Ωχ, αρχίζει η περίοδος που δεν θέλω να γράφω για όσα φοβερά, θλιβερά, εξοργιστικά βλέπω γύρω μου. Γλυκαίνω και σκέφτομαι μέρες γιορτινές.

Μου μυρίζουν μελομακάρονα που ψήνονται σε φούρνους σπιτικούς, σε ζαχαροπλαστεία, σε ψωμάδικα. Κοίτα τώρα ένα περίεργο πράγμα. Το γλυκό αυτό, ο καθένας το κάνει αλλιώς. Όλοι μελομακάρονα λένε πως φτιάχνουν αλλά είναι δύσκολο να βρεις δύο που να μοιάζουν.

Το έχω φάει μαλακό, μουλιασμένο μέσα στο μέλι, να μην μπορείς να το δαγκώσεις και να διαλύεται. Σου μένουν υπολείμματα στα δάχτυλα που πρέπει να καθαρίσεις επιμελώς με τα χειλάκια σου… Το έχω δοκιμάσει σκληρό σαν σιμιγδαλένιο κουλουράκι με το μέλι πηχτό να κάνει «κλωστή» όταν το δαγκώνεις. Πιο πολύ όμως μου αρέσει να είναι σκληρό από έξω και μουλιασμένο μέσα. Πώς το κάνουν δεν ξέρω. Δεν θέλω να το φτιάξω. Να το φάω θέλω.

Είναι και τα μυρωδικά. Κάθε ζαχαροπλάστης, κάθε χρυσοχέρα νοικοκυρά έχουν το δικό τους μείγμα. Εμένα μου αρέσουν όλα, εκτός ίσως από αυτό με την υπερβολή στο γαρύφαλλο που σε κάνει να νιώθεις λες και πήγες στον οδοντίατρο.

Τέλος το καρυδάκι επάνω. Χοντροσπασμένο να αφήνει τα ίχνη του επάνω σε μια πηχτή λιμνούλα μελιού, όταν το μελομακάρονο ταξιδεύει στο οισοφάγο σου.  

Συνταγές άπειρες. Η συνταγή της μαμάς ή της γιαγιάς. Η συνταγή της πολίτισσας θείας, η καταγωγή της οποίας αποτελεί εγγύηση επιτυχίας του γλυκού. Η συνταγή του Παρλιάρου ή του Άκη. Κάθε επίδοξος ζαχαροπλάστης ορκίζεται επάνω σε βιβλία ζαχαροπλαστικής, κιτρινισμένα τετράδια γραμμένα με το χέρι και πλέον σε οθόνες τάμπλετ και κινητών.

Τα τελευταία χρόνια κάποια ζαχαροπλαστεία φτιάχνουν μελομακάρονα με γλάσο σοκολάτας. Δεν είναι μελομακάρονα – μελόμακάρονα βρε παιδί μου, αλλά μου αρέσουν και αυτά. Η πίκρα της σοκολάτας ισορροπεί με την γλύκα του μελομακάρονου. Τα κρατάει δε, ζουμερά για περισσότερο καιρό, αν κάποιος υποθέσει ότι μένουν καιρό στην πιατέλα.

Είναι το μόνο γλυκό που απαντάται και ως ρήμα. Μελομακάρονα, μελομακάρωνες, μελομακάρωνε…


Τα μελομακάρονα είναι ο προπομπός των πλούσιων γλυκών των Χριστουγέννων. Είναι νηστίσιμα και τα χαίρονται όλοι. Μου αρέσει το στόλισμα της πιατέλας. Η καλή νοικοκυρά ρίχνει πρόσθετο τριμμένο καρύδι και μέλι, όταν τελειώσει το στόλισμα και το σαλόνι μυρίζει … Χριστούγεννα. 

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

"Καταξίωση"

Κάθε ηλικία έχει τα δικά της status symbols και το δικό της επίπεδο καταξίωσης.

Το παιδί προσχολικής ηλικίας, το ξέρει ο μπακάλης της γωνίας ή ο περιπτεράς και το κερνάει καραμέλες και κανένα παγωτό το καλοκαίρι.

Μεγάλωσες και πήγες στο σχολείο. Μπράβο! Είναι σημαντικό να σε ξέρει η δασκάλα ή η καθηγήτρια του διπλανού τμήματος, ακόμα και να δεν είσαι μαθητής της. Κάπως ξεχωρίζεις βρε αδελφέ. Αν σε ξέρει και ο Λυκειάρχης (όχι επειδή σε απέβαλε) ακόμα καλύτερα.

Στον στρατό η γνωριμία με τον επιλοχία που βγάζει τις υπηρεσίες και με τον λοχαγό που δίνει τις άδειες και ρίχνει τις φυλακές, είναι επιβεβλημένη και χρήσιμη.

Έρχεται ο καιρός που πιάνεις δουλειά. Άλλο να σε ξέρει ο Γενικός και άλλο ο κλητήρας στην είσοδο. Έχει διαπιστωθεί βέβαια ότι, κατά περίπτωση, μπορεί και οι δύο να σου φανούν χρήσιμοι για διαφορετικούς λόγους και σε διαφορετικά επίπεδα.

Έπιασες δύο ευρώ στην τσέπη σου και άρχισες να ζεις την καλή ζωή. Η καταξίωση έρχεται με τον υπεύθυνο του νυχτερινού μαγαζιού, που θα σε πάει πρώτο τραπέζι πίστα παρακάμπτοντας ουρές και κρατήσεις, την τραγουδιάρα που θα σου αφιερώσει το τραγουδάκι με ένα κλείσιμο του ματιού και την λουλουδού που σε κερνάει πανεράκια. Δεν είναι αυτό το γούστο σου; Ούτε και μένα. Γι αυτό σου έχω και άλλο.  Ο μετρ του high restaurant που θα σου βρει τραπέζι ακόμα και αν το μαγαζί είναι γεμάτο και θα σου εξασφαλίσει το κρασί που θέλεις, από την, και καλά, ιδιωτική συλλογή του ιδιοκτήτη. Αν το μαγαζί δεν είναι χάι, βγαίνει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης με τον οποίο γνωρίζεστε με το μικρό όνομα και σου λέει «κάνω λογαριασμό σε εκείνη την παρέα στη γωνία και θα σου το ενώσω με το άλλο τραπεζάκι και θα σε βολέψω. Έχω φοβερή σπαλομπριζόλα σήμερα».

Μεγάλωσες και άλλο και απέκτησες τον απεχθή τίτλο του μεσήλικα;  Το χαϊλίκι μεταφέρεται από τη νύχτα στη μέρα. Σε φροντίζει ο φούρναρης και σου κρατάει το ψωμί, που παίρνεις, πριν να τελειώσει. Στον πάγκο της λαϊκής σε αποκαλούν με το μικρό σου όνομα και το πρόθεμα «κύριε» (καμπανάκι ότι δεν είσαι νέος πια) και σου βάζουν από το καφάσι που είναι από την πίσω μεριά και όχι από το ίδιο με τον υπόλοιπο λαό… Ο χασάπης σου λέει να περιμένεις λίγο και σου «περιποιείται» προσωπικά το κρέας, παραμερίζοντας τα τσιράκια. Με τα ψάρια του ψαρά κλείνεις ραντεβού από την προηγούμενη μέρα και τραγουδούν «είμαστε αλάνια»!

Περνάει και αυτή η ηλικία και αρχίζεις τα κολλητιλίκια με τους γιατρούς και την κοπέλα που σου παίρνει αίμα για τις εξετάσεις στο μικροβιολογικό εργαστήριο. Στην τράπεζα δεν χρησιμοποιείς ΑΤΜ ή Θεός φυλάει e banking, αλλά σέρνεις τα πόδια σου και πας σε κάποια από τα γραφεία ή σε αυτό του διευθυντή ακόμα και για να σου ενημερώσουν το βιβλιάριο, να δεις αν μπήκε η σύνταξη και το ενοίκιο από εκείνη την γκαρσονιέρα στο κέντρο. Ποτέ στην ουρά με τους άλλους. Σε επίπεδο καταξίωσης σκέφτεσαι ότι το μόνο που σου μένει είναι να στενοχωρηθεί ο νεκροθάφτης που θα σε θάψει. Ξέρω. Κούφια η ώρα που το ακούει, χτύπα ξύλο, κουνήσου από τη θέση σου… Ωραία, τα έκανα όλα και έτσι δεν κινδυνεύετε.


Καλημέρα και καλή Κυριακή.

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Όνειρο ήταν.

Γύρισα από τη δουλειά πολύ κουρασμένος, σωματικά και ψυχικά. Κάθισα στην πολυθρόνα και πριν καλά καλά το καταλάβω με πήγε ο ύπνος. Ένας ύπνος βαθύς, λυτρωτικός για το σώμα και την ψυχή. Ένας ύπνος γεμάτος όνειρα.

Ονειρεύτηκα, λοιπόν, ότι γιορτάζαμε την επέτειο του Πολυτεχνείου, τιμώντας τους αγωνιστές και τις ιδέες που εξέφραζαν. Χωρίς να χρειάζεται η πόλη να γίνει «αστακός». Με την αστυνομία παρούσα για να διευκολύνει όσους θέλουν να κινηθούν στο κέντρο και να διαδηλώσουν και όχι για να «παίξει» κλεφτοπόλεμο με τριάντα αλήτες. Πολίτες που, με την ευκαιρία της επετείου, συζητούν και θα προβληματίζονται για την γενιά του Πολυτεχνείου που αλλιώς ξεκίνησε και αλλιώς κατέληξε. Για τους λόγους που προκάλεσαν την εξέγερση. Που έκαναν επιτέλους μια ανοιχτή συζήτηση για την χούντα και όλους αυτούς που την αποδέχτηκαν, συνέπλευσαν μαζί της και πιθανώς τώρα την αναπολούν. Πολίτες που δεν θα έκρυβαν το παρελθόν σε ανήλιαγα υπόγεια προσποιούμενοι ότι η Ελένη τους από το Κωσταλέξη της ιστορίας τους απλώς δεν υπάρχει.

Ονειρεύτηκα μια κοινωνία που δεν αποδέχεται, ως κάτι φυσιολογικό, τον αλήτη που σπάει το πανεπιστήμιο κριμένος πίσω από τον βιασμό της έννοιας του ασύλου. Αναγνωρίζει τον φασίστα-λύκο που φοράει την προβιά του δημοκράτη. Μια κοινωνία με νόμους και θερμούς που λειτουργούν και γίνονται σεβαστοί από τους πολίτες της.

Ονειρεύτηκα παιδιά που τιμούν την προσπάθεια που έκαναν τα ίδια και η οικογένεια τους  το καλοκαίρι, για να έχουν ένα ποιοτικό σχολικό περιβάλλον και δεν επιτρέπουν σε κανέναν αλήτη να πάει να βανδαλίσει το δεύτερο σπίτι τους. Παιδιά ενεργούς πολίτες της κοινωνίας τους, που αντιλαμβάνονται ότι το σπίτι τους δεν σταματάει στην πόρτα του διαμερίσματος τους.

Ονειρεύτηκα πολιτικούς  που λογοδοτούν για τις πράξεις τους, απέναντι σε αυστηρούς πολίτες. Σε πολίτες που είναι το ίδιο αυστηροί προς τους πολιτικούς αλλά και προς τους εαυτούς τους. Πολίτες που απαιτούν την εφαρμογή των νόμων και την λειτουργία του πολιτεύματος. Που δεν αποδέχονται να πνίγεται ο διπλανός του και αυτός που απέτυχε να του εξασφαλίσει την ασφάλεια, να του πετάει λάσπη από επάνω.

Ονειρεύτηκα μια πολιτική ηγεσία που να παρουσιάζει ένα ενιαίο σοβαρό πρόσωπο προς το εξωτερικό της χώρας. Ανθρώπους σοβαρούς που να ακολουθούν μια εξωτερική πολιτική μακρόπνοη και με στόχους, απαλλαγμένη από τα μικροσυμφέροντα του κάθε πολιτικάντη.

Ονειρεύτηκα ανθρώπους που δουλεύουν με σύστημα και πρόγραμμα και όχι τσαρλατάνους που όταν το πλοίο βυθίζεται μετά και από δικούς τους κακούς χειρισμούς, να αμολούν μια φωτοβολίδα και να περιμένουν να θαυμάσουμε την φωτοβολίδα.

Ονειρεύτηκα ένα κράτος πολιτών με αλληλοσεβασμό. Ένα κράτος που ο πολίτης θεωρεί αδιανόητο να παραβεί τους νόμους και που όμως γνωρίζει ότι οι νόμοι είναι εκεί για να καθορίσουν τους κανόνες της κοινής ζωής των πολιτών.

Ύστερα ονειρεύτηκα ότι όλα αυτά γινόταν στην Ελλάδα, την πατρίδα μου που αγαπώ και τιμώ. Την Ελλάδα που έφτασα να σκέφτομαι ότι δεν είναι το καλύτερο μέρος για να ζω με την οικογένεια μου. Την Ελλάδα με το εξαιρετικά βαρύ πια περιβάλλον, που  κάνει έστω και ένα σύντομο ταξίδι σε μια άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, ευκαιρία για μερικές ελεύθερες χαρούμενες ανάσες.

Ξύπνησα και αρνήθηκα να πιώ καφέ ή να πάρω την κρυάδα της επικαιρότητας, πριν να μοιραστώ μαζί σας το όνειρο μου. Να το καταγράψω πριν το χάσω. Καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο.



Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που’χει κάτι απ΄ τις … γιορτές.

Γιορτή στο σχολείο σήμερα για τους μαθητές, κλειστά τα πανεπιστήμια. Όχι για να τιμήσουν την επέτειο, αλλά για λόγους ασφαλείας.  Για εκείνους είναι περίπου όπως ήταν για εμάς η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου. Γεγονότα που έζησαν οι γονείς τους αλλά εκείνους δεν τους λένε τίποτα. Τραγούδια της Βέμπο τραγουδούσαμε εμείς. Θεοδωράκη, Λοΐζο και Σαββόπουλο αυτοί. Χωρίς συγκίνηση, χωρίς να καταλαβαίνουν ακριβώς σε τι αναφέρονται. «Η πλατεία ήταν γεμάτη …». Με 4.000 αστυνομικούς, που κοιτούν και έχουν εντολή να μην αντιδράσουν. Με τους «γνωστούς αγνώστους». Με τους πολιτικούς που ψάχνουν για την καλή φωτογραφία με το στεφάνι. Με λάσπες και πτώματα, φέτος.

Ο φοιτητής ίσως και να κάνει ένα πέρασμα από την πορεία, αν την κάνει κέφι η παρέα. Περπατά και παράλληλα στέλνει μηνύματα και βγάζει και μια selfie. «Μεταδίδει ζωντανά», αν φτάνουν τα μεγκαμπαίτς στο πρόγραμμα του κινητού. Check in σε πορεία προς το Αμερικάνικο προξενείο, των Αμερικάνων που είναι πλέον σαν την παλιά διαφήμιση του ASSOS φίλτρο. Έχουν παντού μόνο φίλους. Αριστεροί προσκυνημένοι ποτέ νικημένοι. Πορεία πάντα με τον φόβο για τους γνωστούς άγνωστους που σπάνε και να ρημάζουν. Check in, με τον φόβο μελλοντικού background check όταν θα πάει να αναζητήσει την τύχη του σε άλλες πολιτείες γιατί στην Ελλάδα δεν…

Παλιοί αριστεροί αγωνιστές και «αγωνιστές»  βρίσκονται με φίλους παλιούς και να είναι η πορεία ένα είδος reunion που θα καταλήξει στο βράδυ για κρασάκι. Έτσι να θυμηθούμε τα παλιά… Πιο καλά τα παλιά γιατί τα νέα καλύτερα να τα ξεχνάμε. Πίκρα, απογοήτευση και γλυκές αναμνήσεις δύσκολων εποχών που έχουν πάρει την γλυκιά πατίνα που τους δίνει ο χρόνος. Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που’χει κάτι απ΄ τις … γιορτές.

Η «17 Νοέμβρη» είναι σίγουρα το πιο λερωμένο brand name στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Από την συμμορία των δολοφόνων μέχρι την περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου, που ρήμαξε και αυτή με πολλούς τρόπους την πατρίδα της όταν της δόθηκε η ευκαιρία να κυβερνήσει. Οι πιο προνοητικοί από αυτούς τώρα πια έχουν αποσυρθεί, εκόντες άκοντες , και ξεκοκαλίζουν τα έτοιμα. Κάποιοι άλλοι δεν σταματούν πουθενά και κάνουν διεθνή καριέρα δίπλα σε βασιλιάδες και πρίγκιπες. Είναι πολλά τα λεφτά Άρη και πολλοί από την γενιά αυτή βρήκαν τρόπο να κεφαλαιοποιήσουν και να εξαργυρώσουν την νεανική επαναστατικότητα τους. Μια φίλη είχε κάποτε παρατηρήσει ότι στη Θεσσαλονίκη, η προέκταση της (οδού) Λαμπράκη, είναι η 17 Νοέμβρη! Με τρόμο αναμένω την ονοματοδοσία πιθανής νέας επέκτασης…

Ευτυχώς έχουμε κυβέρνηση της αριστεράς και έναν πρωθυπουργό που ίσως να πάει σήμερα μια βόλτα από το Πολυτεχνείο να καταθέσει στεφάνι. Στα μουλωχτά στα γρήγορα «με ισχυρή αστυνομική προστασία». Το πολυτεχνείο που τελούσε υπό κατάληψη «καθαρίστηκε» χθες από παρακρατικές ομάδες αριστερών αναρχικών που επέβαλαν την τάξη! Η δουλειά να γίνεται. Το σημαντικό είναι να βγει η είδηση ότι ο πρωθυπουργός πήγε εκεί. Να βγει και μια φωτογραφία με το στεφάνι και ας το πετάξει σαν φρίσμπι από μακριά για να προλάβει να φύγει μακριά από την αυθόρμητη ή διατεταγμένη οργή των παρευρισκόμενων. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και τώρα που πέρασε απέναντι άλλοι έχουν αναλάβει την δουλειά που έκανε αυτός και παρέα του τόσα χρόνια. Είναι και μερικοί τους ευρύτερου χώρου που δεν πρόλαβαν να καταλάβουν θέσεις και να επωφεληθούν από κρατικές αργομισθίες και έτσι αντιδρούν. Τον φτύνουνε και για μια ακόμη φορά, θα προσπαθήσει να μας πείσει ότι έβρεχε. Είναι και η ιστορία με τον τέως φονιά των λαών Αμερικάνο και νυν φίλο, που θέλει να θυμάται στο εξωτερικό και να ξεχνάει στο εσωτερικό. Κατά πώς λέει και ο Νεγρεπόντης στα Μικροαστικά του, «σιγά σιγά πώς γύρισε παλιούς φίλους πώς μίσησε πώς έγινε και απάτησε όσους πολύ αγάπησε…»


Καλημέρα, και του χρόνου καλύτερα, αν και δεν το βλέπω.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος.

Χθες είχαμε μια δύσκολη μέρα στη δουλειά (λες και υπάρχουν και εύκολες) και δεν βρήκα τον χρόνο να επισκεφτώ τα διάφορα ειδησεογραφικά sites. Έχω εγκαταστήσει στο κινητό, μια από αυτές τις εφαρμογές που σου παρουσιάζουν τα “breaking news”. Χθες είχε μετατραπεί σε ένα κοντέρ που μετρούσε νεκρούς…

Πόνος, θλίψη, οργή. Πού είναι το κράτος; ρωτάμε όλοι. Ποιος είναι το κράτος; ρωτάω εγώ.

Το κράτος είναι εκεί που το θέλουμε και είναι όπως το θέλουμε. Δεν είναι δυνατόν να ζητάω το κράτος είναι παρών όταν βρέχει, όταν πιάνει φωτιά και όταν γίνεται σεισμός ενώ θέλω να απουσιάζει όταν χτίζω μέσα στο χείμαρρο, όταν αγοράζω τα καμένα και όταν διαλέγω τον μάστορα που θα μου κάνει το πανωσήκωμα σε μια νύχτα χωρίς βουλή χωρίς Θεό, σαν βασιλιάς σε αρχαίο δράμα.

Πού είναι οι υπεύθυνοι; Πού είναι οι υπουργοί, περιφερειάρχες, οι δήμαρχοι; Είναι ακριβώς εκεί που τους βάλαμε και θα τους ξαναβάλουμε. Αποδεχόμαστε πλήρως τον υπουργό που δέχεται την καταστροφή στον Αργοσαρωνικό, την περιφερειάρχη που φαίνεται ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά της με την αντιπλημμυρική προστασία, τον δήμαρχο που του πάγωσαν οι αλατιέρες. Θα τους ψηφίσουμε με την πρώτη ευκαιρία ξανά. Τους αποδεχόμαστε όπως και εκείνοι αποδέχονται εμάς και το συμφεροντάκια μας, τον δημόσιο υπάλληλο που την κοπανάει ή που «τα ξύνει» στη δουλειά. Τον «βολικό» που «τα παίρνει» και τον «στριφνό» που καταποντίζεται στην υπηρεσία γιατί θέλει να είναι σωστός, τυπικός, ευσυνείδητος.

Ο όρος «ακραία καιρικά φαινόμενα» είναι μια πολύ βολική διατύπωση, που εφευρέθηκε από κάποιον υπουργό σε μια από τις τελευταίες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και από τότε βόλεψε μια χαρά και τους Νεοδημοκράτες και τώρα και τους Συριζαίους. «Ακραία καιρικά φαινόμενα» είναι αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν «αποδιοπομπαίο τράγο». Βρίσκουμε κάποιον ή κάτι και του φορτώνουμε τα πάντα, αποποιούμενοι τις ευθύνες μας.  Ναι χθες φαίνεται ότι έβρεξε πολύ. Όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από το σύνηθες (δεν θα πω φυσιολογικό γιατί στην φύση δεν υπάρχει φυσιολογικό) τότε ο σχεδιασμός μας λέει ότι είναι αποδεκτό να έχουμε ζημίες (κάποιες φορές μεγάλες) αλλά απαράδεκτο να θρηνήσουμε ανθρώπινα θύματα. Εδώ λοιπόν ο στόχος του σχεδιασμού χάθηκε πλήρως. Το σύστημα δεν λειτούργησε και μάλιστα όχι μια φορά αλλά τουλάχιστον σε δεκαπέντε περιπτώσεις. Τι θα γίνει; Τίποτε εκτός από δεκαπέντε κηδείες… Θα κλάψουμε και θα στενοχωρηθούμε για μερικές μέρες. Θα ανεβάσουμε σημαίες μεσίστιες. Θα φωνάξουμε στα καφενεία και στη συνέχεια θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι κάναμε, να ψηφίζουμε αυτούς που ψηφίζαμε για τους λόγους που τους ψηφίζαμε. Για να μας κάνουν τη δουλίτσα μας.

Συγνώμη Κεμάλ αλλά σήμερα θα σε καληνυχτίσω πρωί. Ίσως επειδή δεν ξημέρωσε, ίσως γιατί νιώθω ότι θέλω να βρεθώ μακριά, σε άλλο ημισφαίριο. 

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Μέρα βροχερή

Να χαμε να λέγαμε χειμώνας. Τη μια μέρα λιακάδα, γυαλί ηλίου και ανοιχτό παράθυρο και την επόμενη βροχή και κρύο μπούζι, με υγρασία.

Τα φώτα του δρόμου έχουν σβήσει. Το λιγοστό φως της μέρας, που ξημερώνει, συμπληρώνουν τα φανάρια της τροχαίας και τα κόκκινα στοπ των αυτοκινήτων. Αντανακλώνται στον βρεμένο οδόστρωμα και τη μια δείχνουν τη λακκούβα που έχει γεμίσει νερό και την άλλη την άσφαλτο που ξεπλένεται. Χαράς ευαγγέλια για τις φίλες που θα αρχίσουν να δημοσιεύουν φωτογραφίες μοντέλων με γκέτες, μακριά πουλόβερ και μια κούπα καφέ στο χέρι, μπροστά στο τζάκι. Τις σκέφτομαι με ρόμπα χοντρή, παντόφλα και κοντή κάλτσα, ρολά στο μαλλί και έναν Ελληνικό στο χέρι να ποστάρουν ρομαντικές φωτογραφίες.

Εγώ πάλι ονειρεύομαι ότι είμαι πιτσιρίκι, φοράω γαλότσες και χοντρή καρό μουσαμαδιά για να κατέβω στον δρόμο να χοροπηδήξω μέσα στα νερά. Εκεί που το νερό γεμίζει την λακκούβα και καθρεφτίζει τον συννεφιασμένο ουρανό. Η βροχή συνεχίζει να πέφτει και σπάει την εικόνα γεμίζοντας την ήρεμη «γυάλινη» επιφάνεια με ομόκεντρους κύκλους. Σε λίγο θα έλθουν και άλλα παιδιά. Θα παίξουμε εκείνο το παιχνίδι που πηδούσες μια εσύ και μια ο άλλος, με τα πόδια ανοιχτά, προσπαθώντας να βρέξεις περισσότερο από όσο θα βραχείς.

Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι στο Παρίσι. Σε μια γειτονιά που με φιλοξένησε για λίγες μέρες πριν από ένα χρόνο. Έχουμε ανακαλύψει τυχαία, ότι κάτω από το σπίτι μας στήνεται υπαίθρια αγορά για τρεις μέρες κάθε εβδομάδα. Ο καιρός, σαν τον σημερινό, έτσι βροχερός με κρύο και υγρασία. Φοράω ότι πιο ζεστό είχα προνοήσει να πάρω μαζί μου και το πανωφόρι που το αγόρασα από εκεί πριν από δύο μέρες και να που ήλθε η ώρα να το χρησιμοποιήσω. Είμαι μεγάλος και έχω άσπρα μαλλιά στο κεφάλι, αλλά αυτό είναι το μόνο που με συνδέει με την πιθανή σοφία της ηλικίας. Δεν παίρνω ομπρέλα και ας γίνω παπί. Βγαίνω έξω και περπατώ. Η μεγαλύτερη παραχώρηση που κάνω είναι να βάλω την κουκούλα. Σύντομα την αποχωρίζομαι και αυτή γιατί με κάνει να νιώθω σαν τον λύκο που δε μπορεί να γυρίσει το κεφάλι του. Ας βραχώ. Από ζάχαρη δεν είμαι. Προσπερνάω τους πάγκους με τα κινέζικα μπλιμπλίκια και τους άλλους με τα βρακιά και τις μαϊμού μπλούζες της Παρί. Προχωράω παρακάτω και βγαίνω εκεί που είναι τα μαγαζιά με τα παλιά. Απίστευτη εξειδίκευση! Ο ένας έχει παλιά παιδιά παιχνίδια. Ο άλλος πιάτα και μαχαιροπίρουνα. Παραδίπλα βιβλία και περιοδικά. Μια μεγάλη μάντρα, στη γωνία, με άναρχα στοιβαγμένα μπρούτζινα μεγάλα λιοντάρια και βαριές σκαλιστές πόρτες που παραπέμπουν σε περιφράξεις πύργων στη Γαλλική εξοχή.

Ούτε και εγώ ξέρω πόση ώρα περπατάω. Στο ράδιο του μυαλού μου ακούω τη φωνή του Καλογιάννη να μου τραγουδάει «λαβομάνα στυλ και ανθοστήλες κράνη, πιάτα, ξιφολόγχες και αρβύλες. Πήγα για να βρω καμιάν αντίκα, και τα όνειρά σου να πουλάνε βρήκα». Πας παντού αλλά τα ακούσματα τα παιδικά τα παίρνεις μαζί σου.

Σταματάω σε έναν πάγκο που ψήνει διάφορα. Άραβες αυτοί, Έλληνας εγώ, εξοπλισμένος με τα Γαλλικά του σχολείου, καταφέρνουμε να βγάλουμε άκρη. Βρίσκομαι να τρώω ένα «μπουρί» αραβικής πίτας παραγεμισμένο με διάφορα ψιλοκομμένα κρέατα, πιπεριές και κρεμμύδια, αρωματισμένα με βαριά μπαχάρια. Έχω ένα φόβο για την ποιότητα αλλά δεν μπορώ να μην απολαύσω την πλούσια γεύση. Κάθε βουκιά και μια έκρηξη αρωμάτων στο στόμα μου.


Η βροχή έχει σχεδόν σταματήσει. Είναι και Σάββατο. Έχουμε να κάνουμε τα ψώνια της εβδομάδας. Θα πάω στη λαϊκή της Μακεδονίας, με την υπαίθρια αγορά μιας συνοικίας του Παρισιού στο μυαλό μου. Η βροχή είναι παντού ή ίδια. Ομπρέλα δε θα πάρω. Δεν μπορείς να κάνεις υπαίθριες συναλλαγές κρατώντας ομπρέλα. Ξεκίνησε ένα όμορφο, μελαγχολικό Σαββατοκύριακο και να που τα κατάφερα να μην γράψω για τον φονιά που του δώσαν άδεια να βγει βόλτα και τους αρχηγούς που θέλουν να γίνουν αρχηγοί χωρίς να έχουν κόμμα και ψηφοφόρους. Καλημέρα.