Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Στο αεροδρόμιο

Είχε κανένα δίωρο να σκοτώσει μέχρι να έλθει η ώρα της πτήσης του. Βολτάριζε βαριεστημένα σπρώχνοντας την μικρή βαλιτσούλα με τα ροδάκια, που κουβαλούσε από πάνω της και την άλλη του υπολογιστή. Θυμήθηκε ότι την μέθοδο αυτή της μεταφοράς την λένε Piggyback γιατί έτσι λέει κουβαλάει η γουρουνίτσα τα γουρουνάκια της. Τι πήγε και θυμήθηκε…

Η ζωή έχει γίνει πλέον σύνθετη. Όταν ταξιδεύεις δεν σε πειράζει αν θα πεινάσεις ή αν θα διψάσεις. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να μην ξεφορτιστούν αυτά τα μαραφέτια, κινητά, λάπτοπ, τάμπλετ και αν ξεφορτιστούν να βρεις τρόπο να τα φορτίσεις γρήγορα. Σε αυτά η επαφή σου με το σπίτι και την δουλειά, σε αυτά η κάρτα επιβίβασης, σε αυτά και ο χάρτης και η πλοήγηση στα μέρη που θα πας. Σβήνουν και χάνεται ο κόσμος. Μεγάλη η ευκολία, με τίμημα την εξάρτηση. Τελικά τίποτα δεν είναι τζάμπα στη ζωή.

Χάζευε τον κόσμο γύρω του. Μπορούσε να περνάει ώρες και να κάνει μόνο αυτό. Τα αεροδρόμια έχουν τόσες ιστορίες να πουν…

Διασταυρώθηκε με μια ξανθιά νεαρή όμορφη κοπέλα. Δεν θα ήταν πάνω από εικοσιπέντε χρονών. Φορούσε ένα μάλλινο φόρεμα που ανεδείκνυε την φουσκωμένη κοιλίτσα των πρώτων μηνών της εγκυμοσύνης. Το πρόσωπο της ήταν γεμάτο δάκρυα και στα χέρια κρατούσε μια όμορφη ανθοδέσμη με ροζ τριαντάφυλλα. Πώς να τα συνδέσεις τώρα αυτά. Δάκρυα λύπης, χαράς, χωρισμού. Πού να ξέρεις;

Άκουσε το ήχο του ηλεκτρικού αμαξιδίου που ερχόταν από πίσω του. Παραμέρισε για να περάσει. Ήταν από αυτά τα άσπρα που βλέπεις στα γήπεδα του γκολφ. Δίπλα στον οδηγό, που φορούσε την στολή του αεροδρομίου, καθόταν ένας παππούς με σωληνάκι οξυγόνου κάτω από την μύτη και βλέμμα απλανές. Από πίσω, με αντίθετη φορά από αυτή την κίνησης καθόταν η γιαγιά. Λίγο πιο νέα και σίγουρα σε … καλύτερη κατάσταση. Κρατούσε επάνω στα πόδια της μια μεγάλη βαλίτσα με καρό επένδυση από εκείνες τις παλιομοδίτικες τις τετραγωνισμένες, που νόμιζες ότι πια βλέπεις μόνο στις Ελληνικές ταινίες του εξήντα να τις κουβαλάει η ψυχοκόρη από το χωριό. Είχε βλέμμα αγχωμένο. Άραγε πήγαιναν ή ερχόταν από την θεραπεία;

Ένα νεαρό ζευγάρι αγκαλιασμένο φαινόταν να δίνει θερμά φιλιά αποχωρισμού. Το παρουσιαστικό εκείνου φωνάζει από μακριά ότι είναι φαντάρος και ας μην φοράει στολή. Εκείνη σαφώς μικρότερη του, τον φιλάει και κλαίει. Τέλειωσε η άδεια και θα κάνει καιρό να το ξαναδεί. Θέλει να πάει να της πει ότι τώρα από την στιγμή που παρουσιάζεσαι μέρα που βγαίνει δεν ξαναμπαίνει. Ότι στα χρόνια του υπηρετούσαν σχεδόν δύο χρόνια. Ξαφνικά αισθάνεται γέρος.

Πάει να περάσει από τον έλεγχο. «Τις ακτίνες» που λένε και οι πιο μεγάλοι. Πέντε σειρές. Όλες έχουν κόσμο εκτός από την δεύτερη. Του κάνουν σινιάλο να περάσει από αυτήν. Τον περιμένει μια κοπέλα με την άθλια στολή των σεκιούριτη του αεροδρομίου. Πριν προλάβει να του πει τι να βγάλει και τι να βάλει, την ρωτάει χαμογελώντας «εσάς γιατί δεν σας παίζουν». «Η ιστορία της ζωής μου», του απαντάει με ένα πικρό χαμόγελο. Το πείραγμα έφερε αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Βγάζει λάπτοπ, κινητό, ζώνη, κέρματα, το νεσεσέρ με τα είδη του λουτρού, μπουφάν και περνάει ανάλαφρος από την πύλη η οποία αδιαφορεί και δεν καταδέχεται να του κάνει «μπιπ». Έτσι κανένας άλλος δεν ασχολείται μαζί του. Ενώ ξανασυναρμολογεί τον εαυτό και την πραμάτεια του, γυρίζει της χαμογελάει και της λέει κάτι που αυτή την φορά ζεσταίνει το πρόσωπο της με ένα λαμπερό χαμόγελο.

Ψάχνει να βρει την πύλη του. Από πίσω ακούει φωνές και κάτι σαν ποδοβολητό. Ένα μπουλούκι τον ακολουθεί και ασυναίσθητα παραμερίζει σαν να φοβάται ότι θα τον ποδοπατήσουν. Μπαμπάς, μαμά γύρω στα σαράντα, τρία παιδιά διαφόρων ηλικιών με το μικρότερο στο καρότσι που το σπρώχνει το αδελφάκι του. Μαζί μια γιαγιά με μαύρο φόρεμα και μαύρο τσεμπέρι σαν βγήκε από αναγνωστικό της δεκαετίας του εβδομήντα. Φωνάζουν, μαλώνουν, γελούν με μια αστεία ελληνοαμερικάνικη προσφορά, μπλέκοντας Ελληνικά και Αγγλικά στην ίδια πρόταση. Βιάζονται να προλάβουν την πτήση τους.

Φτάνει στην πύλη. Είναι νωρίς. Λίγος κόσμος ακόμα. Η κοπέλα με την στολή συνοδού εδάφους κάνει τις προετοιμασίες της στο υπολογιστή κάτω από το γκισέ με ύφος πολυάσχολο. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, με κοντό αγορέ γκρι μαλλί, προφανώς ξένη, κάθεται και διαβάζει μόνη της ένα βιβλίο. Δεν βλέπεις πια ανθρώπους να διαβάζουν βιβλία ή εφημερίδες σε αεροδρόμια και σταθμούς. Όλοι με ένα έξυπνο τηλέφωνο στο χέρι κάνοντας την κίνηση που θυμίζει μαέστρο που διευθύνει ορχήστρα καθώς γυρίζουν τις virtual σελίδες της συσκευής.

Κάθεται και αυτός σε μια γωνία. Φροντίζει να έχει κοντά μια πρίζα. Ανοίγει το λάπτοπ και αρχίζει να γράφει όσα είδε.



Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Αεροφαγία

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ταξιδεύω τακτικά, κυρίως για επαγγελματικούς λόγους. Τις περισσότερες φορές μόνος με αεροπλάνο.

Οι αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους, που είναι ένα σχετικά καινούργιο φρούτο για μένα, έχουν ένα μεγάλο καλό. Δεν σε ταΐζουν δεν σε ποτίζουν. Για την ακρίβεια και που σου δίνουν καρέκλα να κάθεσαι φαίνεται να το θεωρούν πολύ αλλά ακούω ότι όπου να είναι αυτό θα αλλάξει… Μπορεί να σου σπάνε λίγο τα νεύρα με τις  αεροσυνοδούς σε ρόλο πλανόδιου πωλητή,  να προσπαθούν να σου πουλήσουν άνοστους καφέδες , λαστιχένια σάντουιτς, σπόρια, πατατάκια, τσιπς, σάμαλι, μαλλί της γριάς, κολόνιες, ακόμη και ξυστό! Αλλά σε γενικές γραμμές σε αφήνουν στην ησυχία σου.

Στις άλλες, τις κανονικές, ο εφιάλτης λέγεται γεύμα. Ακόμα και αν δεν φας εσύ, θα φάνε όλοι οι άλλοι. Κάθομαι πάντα στον διάδρομο. Από εκεί τουλάχιστον έχω μια διέξοδο προς την ελευθερία του απλωμένου ποδιού. Αυτός που κάθεται στην περίφημη θέση στο παράθυρο, παλεύει από την μια με τα τοιχώματα του αεροπλάνου, που αρνούνται να βγουν πιο έξω, για να του κάνουν λίγο χώρο, ενώ δίνει την μάχη του αγκώνα για μια θέση στο ακουμπιστήρι, με τον διπλανό του. Στον μεσαίο δεν θα αναφερθώ διότι αυτός απλώς έχει χάσει. Η θέση που κάθεσαι αποκτά ιδιαίτερη σημασία την ώρα του φαγητού. Σήμερα σε μια από τις τρεις συνεχόμενες πτήσεις μου, τελικά έπεσα στην ώρα που τρώνε. Κοπιάστε, που λένε και στο χωριό μου. Κόπιασα, τι να έκανα, αλλά η εμπειρία ήταν δραματική. Μετά την απογείωση βλέπω το τρόλεϊ με τα φαγητά να με πλησιάζει και με πιάνει κρύος ιδρώτας.

Τσουπ τσουπ έρχεται η βιαστική αεροσυνοδός και μου μοστράρει τον δίσκο. Ο δίσκος αυτός έχει το μέγεθος αυτουνού που χρησιμοποιεί η θεία μου για να μου σερβίρει γλυκό του κουταλιού αλλά χωρίς το σεμεδάκι. Σε αυτό το δισκάκι λοιπόν κάποιος πρωταθλητής του Jenga με τον οποίο συνεργάζεται η καλή εταιρεία έχει χωρέσει ένα κουπάκι για καφέ, πρώτο πιάτο σερβιρισμένο σε κάτι σαν ποτίστρα για καναρίνια, κυρίως πιάτο σε αλουμινένιο ταψάκι μιας χρήσεως κλειστό από πάνω σε στυλ kinder έκπληξη, ξέμπαρκη συσκευασία με κρακεράκια, ένα la vache qui rit, λες και κάποιος μεγαλύτερος των πέντε χρόνων θέλει να φάει αυτό το πράμα, δεύτερη ποτίστρα για καναρίνια που περιέχει το επιδόρπιο, μια κλειστή συσκευασία με το πιρούνι, το κουτάλι και το  μαχαίρι της Barbie, μαζί με αλάτι, πιπέρι, ζάχαρη, γάλα για τον καφέ, υγρή πετσετούλα, στεγνή πετσετούλα. Μόνο αυτά. Αν ναι και ένα μπαλάκι ψωμάκι, το οποίο μερικές φορές σερβίρεται και ζεστό. Όχι σήμερα…

Ανοίγω το τραπεζάκι. Τι θα πιείτε; Ρωτάει η αεροσυνοδός.  Ωχ και άλλα καλούδια πάνω στο τραπέζι, σκέφτομαι εγώ. Θα πιώ, όμως. Θα πιώ για να ξεχάσω.

Αρχίζω το ξεπακετάρισμα. Κάθε φορά λέω θα το κάνω με πρόγραμμα και τάξη και κάθε φορά ο πρωταθλητής του Jenga με νικάει. Παίρνω το κρακεράκια και προσπαθώ να ανοίξω την «πρακτική συσκευασία». Ανοίγω και το παιδικό τυράκι και φυσικά στην μέση του ανοίγματος μένω με το κομμένο κόκκινο κορδελάκι στο χέρι. Αποχαιρετούμε την πρακτική συσκευασία και μαχαιρώνουμε το αλουμινόχαρτο για να μας παραδώσει το περιεχόμενο του.  Παλεύω με το μαχαιράκι της Barbie να αλείψω το κρεμώδες τυρί στα κρακεράκια που σπάνε και με γεμίζουν ψίχουλα, ενώ το ποτηράκι κλυδωνίζεται επικίνδυνα.

Τελειώνω όπως όπως με αυτά, χωρίς ευτυχώς σοβαρές απώλειες, και περνάω στο πρώτο πιάτο, το σερβιρισμένο στην πρώτη ποτίστρα του καναρινιού. Ντολμαδάκι γιαλαντζί, με μια τουφίτσα ταραμοσαλάτας στο πλάι (!) και μια ελιά. Αυτό αποφάσισε ο σεφ για μας. Κοιτάω αν υπάρχει κανένα κριμένο ουζάκι, λαγάνα, χαρταετός, αλλά τίποτα. Μισές δουλειές κάνετε εκεί στα εστιατόρια των αιθέρων. Παρόλη την γκρίνια φαίνεται σαν κάτι που μπορώ να φάω και δεν το αφήνω να πάει χαμένο. Το φύλλο του ντολμά είναι κάπως σκληρό. Προσπαθώ να κόψω την τροφή μου με το μαχαιροπίρουνο της Barbie. Με τους αγκώνες κολλημένους στο σώμα, για να μην ενοχλήσω την διπλανή Γιαπωνεζούλα, που κάνει ακριβώς το ίδιο, μοιάζω σαν καθιστό χορευτή που χορεύει «τα παπάκια» σε πάρτι ενηλίκων της δεκαετίας του ογδόντα ή ανηλίκων σήμερα. Κάθε τόσο κοιτάζω, με καχυποψία, γύρω μου για να εντοπίσω την κριμένη κάμερα. Δεν μπορεί, κάποιος μου την έχει στημένη!

Με αυτά και με αυτά έρχεται η ώρα να περάσω στο κυρίως. Ανοίγω το ιδρωμένο καπάκι του Kinder έκπληξη αλουμινένιου ταψακίου και με παίρνει μια μυρωδιά (δεν θα πω μπόχα γιατί σε κάποιους μπορεί να αρέσει)  από ψάρι κοκκινιστό στον φούρνο με κριθαράκι, μαγειρεμένο ποιος ξέρει πότε. «Ψά- ρι κοκ-κι-νι-στό στον φού-ρνο με κρι-θα-ρά-κι» Ακούω μέσα μου μια φωνή να ουρλιάζει συλλαβίζοντας. Σκέφτομαι την Έφη να γελάει και να μου φωνάζεις. «Άλλαξες τρία αεροπλάνα αλλά το ψάρι του Σαββάτου δεν τω γλίτωσες». Κλείνω όπως όπως το καπάκι, κρατώντας την μύτη μου. Πείνα προβλέπεται.

Δεν φάγαμε που δεν φάγαμε το φαγητό, ας ευχαριστηθούμε το γλυκό. Το ρεβανί, περιέργως είναι μια χαρά φτιαγμένο και σιροπιασμένο. Το καταβροχθίζω με βουλιμία υπό το έντρομο βλέμμα της Γιαπωνεζούλας που δεν φαίνεται να το θεωρεί του γούστου της. Φέρνω στο μυαλό την μητέρα μου που μας μάλωνε μικρούς όταν «πηγαίναμε να χορτάσουμε με γλυκά». Η ανάγκη μάνα, η ανάγκη…

Ήλθε η ώρα του καφέ. Η ευγενική αεροσυνοδός γυρνάει σαν την πιο καλή γκαρσόνα, που είναι αυτή, με μια κανάτα στο χέρι όλους τους κερνά. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουν στα αεροπλάνα και ο καφές είναι πάντα καμένος. Τον πίνουμε και τον καφέ με εσωτερική γκρίνια για το καμένο μαυροζούμι.

Σκέφτομαι τις διαφημίσεις με τις αεροσυνοδούς μοντέλα, που σερβίρουν υπέροχα γεύματα στον αέρα και γελάω πικρά από μέσα μου.


Γκρινιάρης εγώ; Γιατί το λέτε αυτό;

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Η εβδομάδα που μας πέρασε. Έκθεση του μικρού Παναγιωτάκη

Η δασκάλα είπε στα παιδιά να γράψουν μια έκθεση με θέμα «Η εβδομάδα που μας πέρασε». Να τι έγραψε ο μικρός Παναγιωτάκης ετών 5+1:

Την εβδομάδα που μας πέρασε ήλθε στην πατρίδα μας ένας κύριος Ομπάμας, ψηλός, σοβαρός και μαύρος που είναι πρόεδρος στην Αμερική. Στην Ελλάδα δεν είναι όπως στην Αμερική και έτσι οι πρόεδροι δεν είναι ούτε ψηλοί, ούτε σοβαροί, ούτε μαύροι… Σε λίγο καιρό όμως ούτε στην Αμερική οι πρόεδροι θα είναι ψηλοί, σοβαροί και μαύροι και ίσως και η Αμερική να γίνει όπως η Ελλάδα.

Τώρα που τελειώνει την δουλειά του εκεί, ο κύριος Ομπάμας, ήλθε ταξίδι στην Ελλάδα και κάποια άλλα μέρη. Εμείς εδώ θέλαμε να τον υποδεχτούμε καλά, γιατί οι Έλληνες είναι φιλόξενος λαός και έχουν και τον Ξένιο Δία, αλλά δεν μπορούσαμε γιατί τα χαλιά μας τα κόκκινα μπαίνανε στραβά και ήταν κοντά και δεν φτάνανε. Αλλά τελευταία στιγμή κάτι κουνήσαμε και έτσι ο κύριος Ομπάμας περπάτησε επάνω σε ένα στραβό χαλί και δεν λέρωσε τα παπούτσια του.

Ύστερα τον πήγαν για φαγητό γιατί ήλθε από μακριά και πεινούσε. Είχαν ψάρι που εμένα δεν μου αρέσει και έτσι δεν ζήλεψα. Όλοι φόρεσαν τα καλά τους εκτός από τον κύριο πρωθυπουργό και κάτι υπουργούς, που δεν είχαν. Ο κύριος πρωθυπουργός άκουγε τον κύριο Ομπάμα και κόντευε να κοιμηθεί. Ο θείος μου λέει ότι βαριόταν γιατί δεν ξέρει Εγγλέζικα και δεν καταλάβαινε Χριστό και να ξεστραβωθώ να ανοίξω κανένα βιβλίο να μάθω εγώ τα Εγγλέζικα για να μην γίνω σαν αυτόνανε. Αλλά δεν είχε δίκιο γιατί μετά μίλησε και ο κύριος πρωθυπουργός και μίλησε Ελληνικά σαν τους ξένους και όλοι πολύ γελάσαμε αν και ο θείος μου πάλι έλεγε ότι μάλλον θα έπρεπε να κλαίμε. Έχω την εντύπωση ότι ο θείος μου δεν τον πολυχωνεύει το κύριο πρωθυπουργό.

Την άλλη μέρα ο κύριος Ομπάμας πήγε στην Ακρόπολη και έκανε βόλτα μόνος του αυτός μόνο με μια κυρία που του εξηγούσε τι έβλεπε, γιατί δεν ήξερε αυτός. Έβγαλε και ένα βίντεο ασπρόμαυρο, να περπατάει μόνος του στην Ακρόπολη, που μου θύμισε αυτό της Αμαλίας στο Παρά Πέντε που έκανε βίντεο κλιπ φιλί, φιλί με σκοτώνεις. Άρεσε πολύ σε όλους και είπαν να το έχουμε να το παίζουμε για να το βλέπει ο κόσμος όλος τι καλοί που είμαστε και όχι όπως λέει ο κύριος Σόιμπλες κακοί, ψυχροί και ανάποδοι.

Μετά πήγε και έβγαλε έναν λόγο που έλεγε και κάτι Ελληνικά και όλοι του λέγανε ζήτω και μπράβο γιατί την τελευταία φορά που ακούσαμε κάποιον επίσημο ξένο να μιλάει Ελληνικά ήταν ένας κύριος πριν μερικά χρόνια που μας είχε πει «kalo kouragio».  

Μετά ο κύριος Ομπάμας έφυγε και πήγε στην Γερμανία, όπως είχε πάει και ο γιός της θείας μου της Ελένης και η κόρη της γειτόνισσάς μας την κυρίας Ελπινίκης από τον δεύτερο. Όλοι αυτοί έχουν πάει εκεί γιατί δεν βρίσκανε δουλειά εδώ και ήθελαν να τρώνε και έτσι πήγαν εκεί που έχουν δουλειές. Φαίνεται ότι και ο κύριος Ομπάμας τώρα που τον διώχνουν από πρόεδρο στην Αμερική θα πάει εκεί να δουλέψει.

Όταν μείναμε μόνοι μας αρχίσαμε πάλι τα ίδια. Κλείσαμε τους δρόμους και τα καταστήματα για τιμήσουμε την επέτειο του Πολυτεχνείου. Δεν κάναμε και μάθημα στο σχολείο και κάτι παιδιά από την έκτη τραγούδησαν «πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες» κα έπαιξαν αρμόνιο. Το βράδυ είδαμε ότι κάτι κύριοι που κρύωναν και φορούσαν κασκόλ και κουκούλες στο κεφάλι, έβαλαν φωτιές για να ζεσταθούν. Στην Θεσσαλονίκη έριξαν και πυροτεχνήματα γιατί στις γιορτές έτσι πρέπει να κάνουμε, να ρίχνουμε πυροτεχνήματα.

Έτσι πέρασε η εβδομάδα και ήλθε το Σαββατοκύριακο που μου αρέσει πολύ.


Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Του γνωστού, αγνώστου ανήμερα. Μεγάλη η χάρη του.

Κοίταξε πώς έχουν τα πράγματα.

Το καλοκαίρι είχαμε κάτι αλήτες εισαγωγής που είχαν καταλάβει το ΑΠΘ. Σπάζανε, ρημάζανε, λερώνανε την πόλη. Κανένα πρόβλημα, με τις πλάτες της κυβέρνησης και διάφορους αριστερούς που χαιρόταν που δεν κάνανε και χειρότερα. Φυσικά τον λογαριασμό τον πληρώσαμε όλοι εμείς (άλλοι άμεσα και άλλοι έμμεσα) και όχι οι κυβερνώντες και οι χαρούμενοι αριστεροί.

Σήμερα είναι η γιορτή του Γνωστού – Αγνώστου. Μεγάλη η χάρη του. Αυτοί που σπάνε σήμερα πρέπει να είναι εντόπιοι. Οι ίδιοι που ήταν και πέρσι και πρόπερσι και πριν από δέκα χρόνια. Αλήθεια οι γνωστοί – άγνωστοι, που συνήθως είναι νέοι, τι γίνονται όταν μεγαλώσουν; (Μην πεις υπουργοί, θα σου βάλω πιπέρι) Πού πάνε; Δίνει άραγε καλές συντάξεις το ταμείο των μπαχαλάκηδων;

 Οι τέσσερεις χιλιάδες αστυνομικοί που κάθε χρόνο «κινητοποιούνται», τους κοιτούν «ακινητοποιημένοι» να σπάνε και να ρημάζουν. Κάποιοι λένε ότι μέσα στους μπαχαλάκηδες είναι και αστυνομικοί, βαλτοί. Κάτι σαν φιλικό διπλό στην προπόνηση, που λένε και στο ποδόσφαιρο. Ακριβώς ότι γινόταν όταν κυβερνούσαν οι Νεοδημοκράτες και οι ΠΑΣΟΚοι. Δεν ξέρω ποιος κερδίζει από αυτή την κατάσταση. Ξέρω φυσικά ποιος χάνει.

Αύριο, μεθαύριο, σε δυο τρεις μέρες θα δούμε τους μπαχαλάκηδες να αποχωρούν από το πολυτεχνείο που θα καπνίζει. Οι αστυνομικοί θα τους κοιτούν. Αν, κατά λάθος, συλλάβουν κάποιον, όταν έλθει η ώρα της δίκης σε μερικά χρόνια, θα έχουμε μερικούς συντρόφους του, αλήτες, πουλιά να διαδηλώνουν έξω από τα δικαστήρια για να ελευθερωθεί ο «αγωνιστής».


Και έτσι η ζωή θα κυλάει χαρούμενα στο Στρουμφοχωριό και θα μένουνε κάτι χαζοί, σαν και του λόγου μου, με την πίεση τους να κάνει τιλτ. 

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Ο πατριωτισμός του κυρίου Επαμεινώνδα

Υπάρχει ένα είδος πατριωτισμού που δεν έχει να κάνει με πολέμους, με σημαίες, με κραυγές. Μιλάω για τον πατριωτισμό, του να κάνει ο καθένας από εμάς την δουλειά του σωστά, με ευσυνειδησία. Να φροντίζει το μικρό ή μεγάλο μετερίζι που του έχουν αναθέσει σα να ήταν το σπίτι του και το μαγαζί του. Να το κάνει για τον εαυτό του, για την οικογένεια του, για την χώρα ολόκληρη. Δεν έχει την λάμψη των ανδραγαθημάτων στα πεδία των μαχών αλλά είναι εξίσου σημαντικός με τον λαμπερό αδελφό του.

Δεν έχουμε την πολυτέλεια να αφήνουμε οτιδήποτε στον αυτόματο πιλότο. Το κάρο δεν ξεκολλάει από την λάσπη  αν δεν προσπαθήσουμε και αν δεν βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει.

Αφορμή γι αυτό το κείμενο, έδωσε ένα περιστατικό με πρωταγωνιστές κάποιους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα (κάποιοι από αυτούς ήταν και αυτό που ονομάζουμε «στελέχη») οι οποίοι φαίνεται ότι αδυνατούν να καταλάβουν ότι η σωτηρία του «μαγαζιού» στο οποίο εργάζονται περνάει και από τα δικά τους χέρια. Επιμένουν να έχουν αυτά τα χέρια κατεβασμένα και να περιμένουν το προαναγγελθέν κακό να έλθει να τους βρει. Αρνούνται να δουν την μεγάλη εικόνα και παλεύουν για να συνεχίσουν να καταβάλουν την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, η οποία φυσικά δεν μπορεί να φέρει οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Καμία σκέψη για το πώς να εξυπηρετήσουν τον πελάτη, εντός και εκτός εισαγωγικών.

Βγαίνοντας θυμωμένος από τον χώρο όπου έλαβε χώρα το περιστατικό αυτό, μου ήλθε στο μυαλό μια παλιά ιστορία. Στην αρχή της καριέρας μου είχα γνωρίσει έναν άνθρωπο που εργαζόταν στην σάρωση του δήμου. Ας τον πούμε κύριο Επαμεινώνδα.  Όποτε είχαμε λοιπόν κάποια δουλειά που μπορούσε να βοηθήσει, ερχόταν το απόγευμα μετά την δουλειά και πραγματικά έφερνε εις πέρας την αποστολή του άψογα. Ο κύριος Επαμεινώνδας, δεν ήταν αυτό που συνήθως ονομάζουμε τέρας ευφυΐας αλλά ουδέποτε μου έδωσε το δικαίωμα να σκεφτώ ότι μπορεί να μην έκανε σωστά αυτό που του είχα αναθέσει. Μια μέρα πιάσαμε κουβέντα και μου εξηγούσε τον ορθό τρόπο σάρωσης. Μου μιλούσε για τις ημέρες που μετά από την λαϊκή αγορά, πρέπει να σκουπίζει με μεγάλη προσπάθεια κάτω από τα αυτοκίνητα, που βιάζονται να παρκάρουν, για να μην μένουν σκουπίδια και μυρίζει η γειτονιά.  Μου περιέγραφε το πώς οργανώνεται και πώς ουδέποτε έδωσε δικαίωμα στον επόπτη του, να του κάνει παρατήρηση. Ο άνθρωπος αυτός έπαιρνε τιμή από αυτή την δουλειά, που κάποιοι μπορεί να θεωρούσαν ταπεινή, όση δεν έπαιρναν δέκα μεγαλόσχημα στελέχη. Για μένα ο κύριος Επαμεινώνδας ήταν ένας καλός πατριώτης. Βοηθούσε με την σκούπα του, την πατρίδα και την κοινωνία μέσα στην οποία ζούσε και μεγάλωνε τα παιδιά του. Πολεμούσε με την σκούπα του για το κοινό καλό, με τον ίδιο τρόπο που πολεμάει ένας απλός τυφεκιοφόρος στα χαρακώματα. Κανένας δεν θα μάθει το όνομα του, και μετάλλιο δεν θα πάρει. Την δουλειά του όμως και το καθήκον του, το έχει κάνει με το παραπάνω και αυτό είναι το μεγαλύτερο μετάλλιο.

Μπορεί η ιστορία μου να σας φαίνεται λίγο μελό αλλά η ελπίδες μου πλέον έχουν εναποτεθεί στους κυρίους Επαμεινώνδες της πατρίδας μου. Καλοί οι λαμπεροί σούπερ σταρ, αλλά χωρίς τους καθημερινούς σούπερμαν της διπλανής πόρτας, δεν πιάνουν μια.

Ουφ! Τα είπα χωρίς να χρησιμοποιήσω κανένα «κοσμητικό επίθετο και λίγο ηρέμισα. Τι σας λέω και σας τώρα. Εδώ έχουμε Ομπάμα και Ελληνοαμερικάνο Τσίπρα, με τον κύριο Επαμεινώνδα θα ασχοληθούμε. 

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Η πανσέληνος η πιο λαμπερή!

Ο χοντρούλης άγιος, με τα άσπρα μαλλιά και τα πλούσια μούσια, έτρεχε και δεν προλάβαινε. Μέσα στο εργαστήριο, που βρισκόταν πίσω από το σπίτι του, δεν φορούσε την στολή με την οποία είχαν συνηθίσει να τον βλέπουν μικροί και μεγάλοι. Ολόσωμη φόρμα εργασίας με τιράντες και μεγάλες εξωτερικές τσέπες, φορούσε. Είχε κρατήσει μόνο το σκουφί το κόκκινο με την άσπρη φουντίτσα στην άκρη. Του κρατούσε το κεφάλι ζεστό, τώρα που είχε κρυώσει ο καιρός, και άρεσε και στους βοηθούς του.  

Σήμερα είχαν προγραμματίσει την γενική δοκιμή. Την περασμένη εβδομάδα είχαν παραλάβει την φετινή παραγγελία με τα φωτάκια από ένα εργοστάσιο στην Κίνα. Ε ναι, τι να κάνουμε; Και ο άγιος από εκεί ψωνίζει. Δεν ήταν μυστικό πια. Φέτος ήταν η πρώτη φορά που όλα τα φωτάκια θα ήταν νέας τεχνολογίας, led που είχαν μικρή κατανάλωση και μεγάλη φωτεινότητα. Το ελφ ηλεκτρολόγος, του είχε πει ότι μπορούσε να τα βάλει όλα μαζί στην πρίζα για να τα δοκιμάσει. Μια φορά που το είχαν κάνει στο παρελθόν, είχαν πέσει οι ασφάλειες και το εργαστήριο έμεινε στο σκοτάδι για τρεις μέρες μέχρι να επισκευάσουν την βλάβη.

Κόντευαν να τελειώσουν. Τα ελφ είχαν ανοίξει όλες τι συσκευασίες και είχαν απλώσει τα φωτάκια στο πάτωμα του κήπου. Η νύχτα ήταν γλυκιά. Ο καιρός «κρατούσε» ακόμα και η δοκιμή θα γινόταν έξω από το εργαστήριο. Συνέδεαν και συνέδεαν και τελειωμό δεν είχαν. Όταν φάνηκε ότι είχαν ολοκληρώσει το έργο τους, ο επικεφαλής  πάτησε μια κόρνα. Τα υπόλοιπα ελφ σταμάτησαν ότι έκαναν και άρχισαν να μαζεύονται από κάθε γωνιά του εργαστηρίου. Ήλθε και ο άγιος με την γυναίκα του. Είχε βάλει και την μεγάλη κόκκινη στολή για την περίσταση και καμάρωνε με τα χρυσά γυαλάκια του που σχεδόν χανόταν δίπλα στα τροφαντά κόκκινα μαγουλάκια του. Το ζευγάρι κάθισε δίπλα - δίπλα στις κουνιστές  καρέκλες. Ο άγιος χαμογέλασε πονηρά καθώς είδε ότι του είχαν βάλει ένα ποτήρι με ζεστό γάλα και ένα κουραμπιέ, δίπλα. Πήρε το καμπανάκι του, και έδωσε το σήμα για την έναρξη της δοκιμής. Το ελφ ηλεκτρολόγος ανέβασε τον γενικό και αυτό που αντίκρισαν οι παρευρισκόμενοι δεν είχε προηγούμενο. Φως τόσο έντονο που τους τύφλωσε και έκανε τα μάτια τους να πονέσουν. Ένα δυνατό ΑΑΑΑΑ θαυμασμού και έκπληξης ακούστηκε από όλα τα στόματα!


Κάτω στην γη, οι άνθρωποι καθόταν και θαύμαζαν την πιο λαμπερή πανσέληνο τον τελευταίων ογδόντα χρόνων, κατά πώς λέγανε! 

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Του ανταποκριτή μας στο Παρίσι...

Πριν από ένα χρόνο, σαν σήμερα, ξεκινούσα πρωί πρωί για ένα επαγγελματικό ταξίδι στο Παρίσι. Είχαν προηγηθεί, το προηγούμενο βράδυ, τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Παρίσι.

Ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο και δεν ξέραμε αν θα πετάξουμε και τι θα συναντήσουμε εκεί που θα πάμε, αν μας επέτρεπαν να προσγειωθούμε.  Οι πληροφορίες συγκεχυμένες και αντικρουόμενες. Στον δρόμο δέχτηκα τόσα πολλά τηλεφωνήματα και μηνύματα που άρχισα να νιώθω ότι πήγαινα στον πόλεμο. Ήταν εξαιρετικά συγκινητικό το ενδιαφέρον ακόμα και ανθρώπων που γνώριζα ελάχιστα. Όλοι τέλειωναν με ένα «Πρόσεχε!».

Καθώς περιμέναμε στην πύλη επιβίβασης έγραφα τα ακόλουθα, όπως μου τα θυμίζει σήμερα ο φίλος Μαρκ (ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι έγραψα τόσα πράγματα στο πληκτρολογιάκι του κινητού).
«Όταν μεγαλώνεις όλα κάτι σου θυμίζουν. Κοιμήθηκα χθες βράδυ με την ίδια αίσθηση που είχα το απόγευμα της 11 ης Σεπτεμβρίου. Τότε είχα μιλήσει με έναν αδελφικό φίλο που ζούσε στις ΗΠΑ και τον είχα ακούσει τρομοκρατημένο.
Δεν ξέρω αν αύριο θα έχουμε τηλεπικοινωνίες, δεν ξέρω τι θα έχει μείνει στην χώρα, μου είχε πει. Η απαίσια αίσθηση ότι το κακό μπαίνει μέσα στο σπίτι σου και μάλιστα από την κεντρική πόρτα. Σαν κύριος , σα να είναι ο αφέντης του σπιτιού.
Τώρα σειρά έχει το Παρίσι. Άλλος λαός, άλλη κουλτούρα, ίδια η σαστιμάρα. Το μετρό, το καφέ, το γήπεδο γίνονται πια δυνητικοί στόχοι. Διαβάζω για τα «ανοιχτά σπίτια», μια θετική αντίδραση αλληλεγγύης και πολιτισμού.
Ψυχραιμία για να δούμε τι θα γίνει. Όλα αυτά τα γράφω περιμένοντας να επιβιβαστώ στο αεροπλάνο που θα με πάει στο Παρίσι. Ανταποκρίσεις από εκεί λοιπόν σε λίγες ώρες.»

Αλήθεια είχα αρχίσει να νιώθω σαν ανταποκριτής για λογαριασμών συγγενών, φίλων και γνωστών. Όσο προχωρούσε το ταξίδι διαπίστωνα ότι αυτά που έβλεπα εγώ στην πραγματικότητα απείχαν πολύ από αυτά που μετέδιδαν οι επαγγελματίες της ενημέρωσης. Το απόγευμα εκείνης της μέρας έγραψα την δεύτερη «ανταπόκριση», έχοντας πάρει την πρώτη εικόνα από το Παρίσι.
«Η είσοδος στο Παρίσι από αέρος δεν είχε διαφορά από το παρελθόν.
Πήγαμε σε πολλούς σταθμούς του μετρό και ήταν όλοι ανοιχτοί. Αστυνομία όπου και τον υπόλοιπο καιρό.
Κόσμος στον δρόμο και τα μαγαζιά.
Αν δεν ξέραμε τι έγινε χθες δεν θα καταλαβαίναμε κάτι.
Περισσότερα μετά την βραδινή βόλτα στην Μονμάρτη.
Ο ανταποκριτής σας στο Παρίσι.»

Τις επόμενες ημέρες συνέχισα με φωτογραφίες και περιγραφές, προσπαθώντας να περιγράψω όσα συνέβαιναν στην πόλη και τα έβλεπε ένας απλός επισκέπτης.

Συχνά σε συζητήσεις, έλεγα ότι ελπίζω πως δεν θα υπάρξουν άλλα παρόμοια γεγονότα. Δυστυχώς οι επόμενοι μήνες διέψευσαν τις ελπίδες μου.

Για να δούμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον… Καλημέρα.





Έρχεται ο Ομπάμα

Βροχή τα μηνύματα προς τον πρόεδρο Ομπάμα, που φτιάχνει τις βαλίτσες του για την Ελλάδα.
Αντιγράφω μερικά:

«Μην τολμήσεις να πατήσεις στο χωριό μας, θα σου κόψουμε τα ποδάρια». Ένωση δημοτών Καισαριανής «Ο Ξένιος Δίας».

«Συνάδελφε, σε περιμένουμε την Τετάρτη στην πορεία για να διαμαρτυρηθούμε για την μείωση των επικουρικών συντάξεων. Ομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδας ΙΚΑ & Επικουρικών Ταμείων».

«Σύντροφε Μπάρακ σου έστειλα λίστα με κάτι ψώνια που θέλω να μου φέρεις από ένα super market στην Βενεζουέλα. Δίπλα είσαι και το Air Force One έρχεται σχεδόν άδειο. Nick Pappas».

«Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι. Ενότητα και αγώνα. Δημήτρης»

«Καλή η δικιά σου η Έλεν Ντιτζένερις, πού να δεις όμως την Έλεν Μενεγάκη! Καρανίκας».

«Σε περιμένω με ανυπομονησία. Θα με αναγνωρίσεις αμέσως. Θα είμαι ο ψηλός ο γεματούλης που θα είναι ντυμένος Θείος Σαμ. Yours Panos»

«Καλή η ΑΤ&Τ, δεν λέω, αλλά στα τηλεφωνικά κέντρα την Siemens δεν την φτάνει. Κυριάκος»

«Εξοχότατε γλύφω τα πόδια σας. Πάκης».

«Μπάρακ, είμαι μεγάλος θαυμαστής των διαφημίσεων σου. Stavros Ctrl C – Ctrl V»

«Barack if I have said something against the US President in the past. Water and Salt. Ha ha! Alexis».

«Εξοχότατε θέλω να σας θυμίσω τους δεσμούς του κόμματος μας με τις ΗΠΑ. Ο ιδρυτής μας ήταν Αμερικανός πολίτης. Φώφη».

«Γο Θρύλος και Πειραιάς. I thought you should know. G4 Connecticut»

«Η λύση είναι μόνο η οικουμενική κυβέρνηση με συμμετοχή των Center United. Πείτε τους κάτι. Κύριος Βασίλης».

«Ταίλοιοναι να αίλθι ο δεικώς μας ο καλώς. Σαι παιρημαίνουμαι με αναμάινους πειρσούς και λευκαίς κουκούλαις. Κσαίρις πιεί.»

«ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ και να δεν καταλαβαίνεις τι σου γράφω έλα να αγοράσεις κανένα βιβλίο να ξεστραβωθείς. Χρόνο να το διαβάσεις θα έχεις τώρα πια. Άδωνης».

«Διαλέγω να είμαι με τον Θουκυδίδη και τον Χρυσόστομο και όχι με τον Μαρξ, διότι διαλέγω τη νηφάλιο μέθη της αμφιβολίας και όχι την υπνηλία της βεβαιότητας. Ότι κατάλαβες κατάλαβες. Για τα υπόλοιπα έλα να με ρωτήσεις. Είμαι ο κύριος με το γιλέκο που παίζει πιάνο στο Μαξίμου. Κώcταc Ζουράριc».

«Παρακαλώ πείτε μια καλή κουβέντα και για μένα. Η συμμετοχή μου στην κυβέρνηση πιστεύω ότι είναι σημαντική. Κυρ Φώτης».

«Η παρουσία σου στην Αθήνα στις 15 – 16 Νοέμβρη αποτελεί πρόκληση για τον ελληνικό λαό, την παραμονή της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κατά της αμερικανοκίνητης χούντας. Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδος. Το ψήφισμα μας χαιρετίζει, με τον τρόπο της, και η φοράδα στο αλώνι.»

«Ένα κιλό ελιές Καλαμών, ένα ντενεκέ λάδι, 2 κιλά φέτα. Μισέλ».













Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το πλυντήριο χάλασε. Ζήτω το πλυντήριο!

Γκραπ, γκρουπ, γκάου (και διάφοροι άλλοι ήχοι από κόμικς) και πάρτα κάτω τα φώτα. Σκότος εγένετο επί πάσαν την γην. Καλά ας μην υπερβάλουμε. Σκότος εγένετο στο σπίτι μας και πάρτο κάτω το πλυντηριάκι των ρούχων.

«Και πώς θα πλύνουμε την μαύρη την μπλούζα μου», λέει η Μαρία. Να και μια ντάνα (διεθνής μονάδα μέτρησης της ποσότητας των άπλυτων ρούχων) με τα ρούχα από το ταξίδι μου. Ο ξαφνικός χαμός έφερε την επιτακτική ανάγκη αποκατάστασης της βλάβης.

«Να πάρουμε το service».

Το πήραμε και σε δύο μέρες, μας έστειλε νεαρό «τεχνικό». Ανοίγει τον ασθενή. Να η αντίσταση, να το ελατήριο, να το ένα, να το άλλο. «Πόσο το μαλλί, νεαρέ;». Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι (και ας μην χρησιμοποιήσει κανένα από τα δύο) θα κοστίσει περίπου ένα βασικό μισθό, της κρίσης.

Προβληματισμός! «Εσύ θα το έφτιαχνες ή θα έπαιρνες καινούργιο», ρωτάει η κυρία του σπιτιού. «Να σας πω, μανδάμ. Θα σας μιλήσω, όπως θα μιλούσα στην μητέρα μου στο χωρίο». Basta φιλαράκι. Διπλό φάουλ. ΟΚ, μπορεί να μην εκτυλίχθηκαν οι κλισέ σκηνές, των ροζ ταινιών, ανάμεσα στο όμορφο μάστορα και την εκθαμβωτική κυρία, στο μπάνιο, αλλά δεν λες σε μια γυναίκα που δύο μέρες πριν είχε τα γενέθλια της ότι την βλέπεις σαν την μάνα σου στο χωριό… Δεν ξέρουμε ακριβώς τι είπε ο νεαρός. Ούτε θα μάθουμε ποτέ που τον έχουν θαμμένο. Ίσως κάποτε τον βρει ο κηπουρός μας, αν ποτέ αποφασίσει να ασχοληθεί στα σοβαρά με το πίσω μέρος τους κήπου μας. Το σίγουρο είναι ότι εμείς ψάχνουμε να αγοράσουμε νέο πλυντήριο.

Κάνουμε σοβαρή δουλειά. Δεν είμαστε η μάνα μας και ο πατέρας μας, εκείνα τα χρόνια. Έχουμε και από ένα πολυτεχνείο πίσω μας. Έρευνα στο ίντερνετ. Τεχνικά χαρακτηριστικά. Συγκρίσεις. Και να οι επισκέψεις στα sites των εταιρειών και να ο Skrutz, και να τα τηλέφωνα σε φίλους και γνωστούς για να μάθουμε από την εμπειρία τους. «Αυτό που πήρατε πέρσι, σας βγήκε καλό;».

Στις Ελληνικές ταινίες όλα τελειώνουν με γάμο. Στην έρευνα αγοράς, όλα τελειώνουν με επίσκεψη στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών. Μπήκαμε μέσα στο μεγάλο κατάστημα και με έπιασε ταχυκαρδία. Δεκάδες άσπρα λαμπερά πλυντήρια. Στα απαίδευτα ματάκια μου όλα ίδια έμοιαζαν. Η σύζυγος όμως, κανονικός επαγγελματίας. Είχε κάνει και το φροντιστήριο στο ίντερνετ και έβγαζε καπνούς. Έχεις δει τον πιστολέρο, στην ταινία, που παίρνει μια κάνη από εδώ, ένα μύλο από εκεί, μια σκανδάλη από παραπέρα και φτιάχνει το τέλειο όπλο; Κάπως έτσι.

Η πωλήτρια αμέσως κατάλαβε αμέσως ότι είχε να κάνει με άνθρωπο διαβασμένο. Διαγωνισμός γνώσεων. Και στις πόσες στροφές τα γυρίζει. Και τι ενεργειακή κλάση είναι; Πόσα κιλά είναι η μπουγάδα; Ο κάδος από τι υλικό είναι; Θεούλη μου! Ένιωσα τον κόσμο να χάνεται από τα μάτια μου. Δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι μηχάνημα με το φινιστρίνι στη μέση μπορούσε να κρύβει μέσα του τόση τεχνολογία.  Έλα όμως που, όπως έλεγαν οι παλιοί, στα τεχνικά πράγματα ότι δίνεις παίρνεις. Έτσι λοιπόν και εμείς δώσαμε και πήραμε.

Τώρα περιμένουμε να έλθουν να μας το φέρουν και να μας κάνουν μάθημα για το πώς να το χρησιμοποιούμε. Μετά από όσα άκουσα, το τελευταίο δεν μου φαίνεται καθόλου περίεργο.. Και ΙΕΚ ειδικού χρήστη πλυντηρίου, να μου έλεγες ότι υπάρχει, θα έλεγα χαλάλι, να το πάρουμε και αυτό το πτυχίο.


Περαστικά μας και καλές μπουγάδες. 

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Ένα φθινοπωρινό απόγευμα

Χθες το βράδυ βγήκα μια βόλτα. Ο κέδρος στο πεζοδρόμιο κοντά στο σπίτι μου, ανέδινε την γνωστή πιπεράτη, υπέροχη, μυρωδιά του. Γύρισα στο σπίτι και άνοιξα  το παράθυρο. Το νυχτολούλουδο γέμισε με το πατσουλί άρωμά του, τα ρουθούνια μου. Η νύχτα ήταν γλυκιά.

Το πρωί ξύπνησα με το μοναχικό τραγούδι ενός πουλιού. Τραγουδούσε για ώρα, σα να έστελνε κάποιο μήνυμα, σε έναν αδιάφορο αποδέκτη.

Σας γράφω καθισμένος κάτω από το λαμπερό μεσημεριανό ήλιο που με ζεσταίνει και μου καίει το πρόσωπο, καθώς μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο του γραφείου μου. Δύσκολο να συγκεντρωθώ και να δουλέψω. Έξω έχει περισσότερη ζέστη από ότι μέσα.

Μπερδεμένα συναισθήματα. Δεν είμαι σίγουρος αν έχουμε φθινόπωρο ή άνοιξη. Αν περιμένω, η φύση, να πεθάνει ή να ξαναγεννηθεί. Δεν ξέρω θα πρέπει να ετοιμαζόμαστε για Χριστούγεννα ή για Πάσχα.  Οι έμποροι «εποχιακών ειδών» επιμένουν να στολίζουν Χριστουγεννιάτικα δέντρα και να φτιάχνουν βιτρίνες με ψεύτικο χιόνι. Δυστυχώς δεν είναι οι μόνοι που προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτό που αυτοί πουλούν είναι το πραγματικό και ότι αυτό που εμείς νιώθουμε και ζούμε, το ψεύτικο.


Καλό απόγευμα.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Ανασχηματισμός στην Disneyland

Φυσικά και ο χθεσινός ανασχηματισμός έκανε κάποιους Έλληνες ευτυχισμένους.

Πρώτους από όλους κάτι ξεχασμένους που δεν είχαν στο ήλιο μοίρα και ξαφνικά είδαν τον απαυτό τους να κάθεται σε υπουργική καρέκλα.

Ανθρώπους που δηλώνουν έτοιμοι να γλύψουν εκεί που έφτυναν μέχρι προσφάτως. Έτοιμοι να κάνουν γραργάρα τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα που έφεραν στην εξουσία αυτό το λαϊκίστικό μόρφωμα που κυβερνάει σήμερα την χώρα. 

Μαζί με αυτούς ένας στρατός από εν αναμονή «Καρανίκες», «Σύμβούλους» που θα δουν να λιγδώνεται για λίγο καιρό το εντεράκι τους, καθώς θα αρχίσουν να σιτίζονται στο Πρυτανείο από τον κρατικό κορβανά.

Όλοι μαζί θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να κρατηθούν γαντζωμένοι στην εξουσία για όσο χρόνο γίνεται περισσότερο. Απρόσμενο σύμμαχο έχουν βρει σε μια αντιπολίτευση η οποία μοιάζει αδύναμη και χωρίς προσανατολισμό.

Γραφικά πλέον τα «παπαγαλάκια» των κοινωνικών δικτύων που εκστασιάζονται ομαδικά και με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες πολιτικές, έτοιμα να κατασπαράξουν όποιον έχει αντίθετη άποψη. Αν δεν ήταν τόσο αποκρουστικά και θλιβερά θα προκαλούσαν γέλιο. Αν έχεις δύο τέτοιους «φίλους» μπαίνεις στον πειρασμό του καθηγητή που μονογράφει την κόλλα των μαθητών που αντέγραψαν παρουσιάζοντας δύο πανομοιότυπα γραπτά. 

Η νέα κυβέρνηση έφερε αρκετό γέλιο στους Έλληνες, όπως είχε φέρει και η τελευταία κυβέρνηση Σαμαρά. Το τι ακολούθησε γνωστό. Κάποιες επιλογές, κατά την γνώμη μου, έχουν και την σφραγίδα του φόβου του κυρίου Τσίπρα που κοιτάει συνεχώς πίσω του για να δει ποιος θα του την φέρει. Κανένα ενδιαφέρον για την χώρα και για τους ρόλους τους οποίους τους έχει αναθέσει. Οι επιλογές αυτές έχουν ως μόνο σκοπό να «κάψουν» και να εκθέσουν τα άτομα αυτά, έτσι ώστε να φέρουν την σφραγίδα του συνενόχου για την επόμενη μέρα που θα είναι εξαιρετικά σκληρή για ένα κόμμα που η αποχώρηση του από την εξουσία θα σημάνει και την απώλεια των ευκαιριακών «φίλων» του.

Κατά τα λοιπά έχουμε τον θάνατο Βγενόπουλου και την δυστυχώς, συνήθη τακτική κάποιων να «φτύνουν στους τάφους» αυτών που όσο ήταν ζωντανοί και δυνατοί, έγλυφαν, έτρεμαν ή φθονούσαν.

Ένα διαζύγιο τηλεπαρουσιαστών γίνεται αντικείμενο πρωτοσέλιδων, με τους ίδιους να κρεμάνε την οικογενειακή ζωή τους στο μανταλάκι του κίτρινου ταμπλόιντ.

Μόνη παρηγοριά (;) η εκλογική αναμέτρηση στις ΗΠΑ, που μας δείχνει ότι υπάρχουν και χειρότερα, που θα τα δεις αργότερα…

Πάνε μια βόλτα. Ο καιρός «κρατάει» ακόμα και ας είναι πια Νοέμβριος. Δες, το υπέροχο φεγγάρι και χαμογέλα. Τα Χριστούγεννα αργούν ακόμα, όσο και αν κάποιοι προσπαθούν να σε πείσουν για το αντίθετο.




Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Ο δρόμος της αρετής

Είναι σημαντικό να διασφαλίζεται η συνέχεια του κράτους, όποιος και κυβερνάει.

Λοιπόν στην Ελλάδα αυτό το έχουμε εξασφαλίσει. Σου φαίνεται περίεργο αλλά έτσι είναι. Χθες οι εκπαιδευτικοί έκλεισαν τα σχολεία για να ψηφίσουν. Ξέρω ότι δεν συμφωνούν όλοι με αυτό, αλλά έγινε. Όπως γίνονται τόσα πράγματα καθώς κάποιες δραστήριες μειψηφίες καπελώνουν με θράσος τις νωθρές πλειοψηφίες. Αν μάλιστα το αποτέλεσμα του καπελώματος βολεύει ακόμα καλύτερα. «Έλα βρε αδελφέ, μια μέρα είναι και θα περάσει. Ας κάνουν μάθημα όλες τις άλλες μέρες και η μέρα αυτή δεν πειράζει κανέναν».

Σήμερα έμαθα για μια κατάληψη σε ένα Λύκειο στην Θεσσαλονίκη. Μπορεί να είναι περισσότερα, δεν ξέρω. Ποιος κάνει την κατάληψη, για την οποία οι μαθητές ενημερώθηκαν μετά την άφιξη τους στο σχολείο;  Ποια είναι τα αιτήματα;

Για το πρώτο, σου έχω απάντηση. Είναι ακριβώς οι ίδιοι που αύριο το πρωί, όταν θα μεγαλώσουν θα επιβάλουν το κλείσιμο των σχολείων για να ψηφίσουν ή το κλείσιμο των δρόμων «για να βρουν το δίκιο τους». Οι ίδιοι που θα κοροϊδέψουν τους ψηφοφόρους τους και θα αναλάβουν να κυβερνήσουν κάνοντας την χώρα μπάχαλο, καλή (;) ώρα σαν αυτούς που έχουμε σήμερα στην Ελλάδα.

Για το δεύτερο, για τα αιτήματα δηλαδή, δεν σου έχω απάντηση. Τα αιτήματα μπορεί να είναι όποια θέλει ο εκάστοτε μπαχαλάκιας ή κομματικός εγκάθετος. Δεν έχει σημασία. Τα αιτήματα είναι ο φερετζές για να κρύψουμε το άσχημο πρόσωπο που βρίσκεται από πίσω. Το μανταλάκι που θα μας κλείσει την μύτη για να μην μυρίζουμε την σαπίλα. Αλλά ακόμα και αν ήταν ειλικρινή, δεν υπάρχουν αιτήματα τα οποία να δικαιολογούν το κλείσιμο ενός σχολείου (εκτός ίσως περιπτώσεων όπου τίθεται σε κίνδυνο η ζωή ή η υγεία των μαθητών και η διεύθυνση αδιαφορεί).

Οι καταλήψεις αυτές τελειώνουν όπως αρχίζουν. Χωρίς να καταλάβει κάποιος το γιατί. Ζούμε σε μια χώρα που το οπισθοδρομικό βασίζεται προοδευτικό. Που το σάπιο και άρρωστο βαπτίζεται υγιές.

Αχ ας βρει αυτή η γενιά την δύναμη να απομονώσει, να εξοστρακίσει ή μακάρι και να νουθετήσει αυτά τα άθλια απολειφάδια, που την κρατούν κολλημένη στο χώμα. Κολλημένη, εκεί ανάμεσα  σε σάπια φύλλα, μέσα σε μια σαπίλα, που είναι τόσο βολική για αυτά τα άθλια ερπετά.

Αχ ας βρει αυτή η γενιά την δύναμη και τον τσαμπουκά του καλύτερου. Τον τσαμπουκά όχι αυτού που δεν διεκδικεί (από ποιόν άραγε;), αλλά αυτού που εργάζεται σκληρά και επιβάλετε στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο ως ο καλύτερος μέσα στους καλύτερους.

Σε βλέπω να ποστάρεις την φωτογραφία του Ολυμπιονίκη ή της ομάδας των παιδιών που διακρίθηκε σε αγώνες απέναντι στη νομική του Harvard. Σε βλέπω να καμαρώνεις για τον φίλο ή τον συγγενή που διαπρέπει στο εξωτερικό. Ρώτησε τους, σε παρακαλώ, αν αυτά τα πέτυχαν κλείνοντας σχολεία και δρόμους, ή δουλεύοντας σκληρά, κερδίζοντας με το σπαθί τους ότι κέρδισαν, όσο εσύ έκλεινες σχολεία και εκπαιδευόσουν στην μετριότητα.

Είναι δύσκολος ο δρόμος της αρετής αλλά σε βγάζει σε έναν πολύ όμορφο προορισμό. Εκεί θέλεις να πας, πίστεψε με.