Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Με δουλεύεις;

Καλύτερα να μην διαβάσεις αυτό το κείμενο Κυριακάτικα.

Με δουλεύεις; Με κογιονάρεις; Με τρολλάρεις;

Σε έβλαψε ο Πολύδωρας; Πέρα από την πλάκα που κάνουμε στα ηλεκτρονικά καφενεία. Τι ακριβώς σε πείραξε, καλέ μου δεξιέ, που δεν σε πείραζε όταν τον ψήφιζες για βουλευτή και υπουργό. Όταν τον έβαζες να «εκτίει ποινή» και να αντιμάχεται τον «στρατηγό άνεμο»; Και εσένα, εμβρόντητε αριστερέ μου, δεν σε πειράζει ας πούμε που έχεις για συνεταιράκι στην κυβέρνηση τον σύντροφο σου τον κυρ Πάνο με τα χίλια πρόσωπα, και σε βλάπτει ο Βύρωνας;

Τις ωραία που παίζουμε το παιχνίδι. Δηλαδή αυτοί παίζουν, κερνάνε, πίνουνε, τρώνε και εμείς χτυπάμε παλαμάκια. Μας έπιασε ο πόνος για τις τηλεοπτικές άδειες. Για το αν θα αποφασίζει ο Παππάς ή ο Πολύδωρας. Για το αν θα μας ενημερώνει ο Μαρινάκης και Ιβάν ή ο Μπόμπολας και ο Βαρδινογιάννης. Στην εποχή του ίντερνετ, εμείς συζητάμε ακόμα ζητήματα της δεκαετίας του ογδόντα.

Ύμνοι για την δικαιοσύνη και την ανεξαρτησία της, αν σου αρέσει η απόφαση του ΣτΕ. Ύβρεις για την πουλημένη και καθοδηγούμενη δικαιοσύνη αν δεν σου αρέσει. Κάθε πολίτης και ένας συνταγματολόγος. Εσύ, όμως, εσύ προσωπικά, τι έχεις αποκομίσει από την επαφή σου με την νομικό σύστημα; Πόσες φορές χρειάστηκε να πας στο δικαστήριο να καταθέσεις για τότε που μπήκαν οι διαρρήκτες στο σπίτι και στου το έκαναν καλοκαιρινό. Αναβολές επί αναβολών. Πόσα χρόνια κρατάει η δίκη; Πότε ορίστηκε η δικάσιμος για τον απατεώνα που σου έφαγε τα λεφτά και τον κυνηγάς στα δικαστήρια; Πότε κάψανε τους ανθρώπους στην Marfin και πότε γίνεται η δίκη; Έξω ο φονιάς και ο έμπορος των ναρκωτικών, μέσα αυτός που χρωστάει στο δημόσιο ή το ΙΚΑ.

Σε πείραξε ο Πολύδωρας που θέλουν να τον βάλουν στο ΕΣΡ και ας μην είσαι και τόσο σίγουρος για το τι κάνει το ΕΣΡ. Δεν σε πείραξε ότι εσύ έβαλες πρωθυπουργό τον Τσίπρα και σύμβουλο του τον Καρανίκα και μάλιστα όχι μια, αλλά δύο φορές παρά το γεγονός ότι είχες καταλάβει με ποιους είχες να κάνεις. Κλαις για την κομμένη σύνταξη, την χαμένη δουλειά, τον εξευτελισμό της χώρας, την απώλεια της ελπίδας.  Κλαις με βουβό κλάμα, με αναφιλητά αλλά δεν φωνάζεις. Φωνάζεις για το ΣτΕ, το ΕΣΡ και τον Πολύδωρα. Είσαι ένα τρένο που ταξιδεύει, χωρίς φρένα, με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα σε ένα σκοτεινό τούνελ, επάνω στις ράγες μιας προκαθορισμένης διαδρομής, προς ένα βράχο. Στάσεις δεν κάνεις, μόνο τραβάς την κόρνα και σφυρίζεις όταν σου λένε να το κάνεις.

Σε πείραξε ο Πολύδωρας και δεν σε πείραξε ότι η εναλλακτική σου είναι αυτοί που συνκυβερνούσαν με τον Πολύδωρα. Αυτοί που τον είχαν κάνει υπουργό. Αυτοί που όταν σε λίγο καιρό θα τους καλέσεις να επιστρέψουν και θα τους δώσεις τα κλειδιά της πατρίδας και του σπιτιού σου, θα μοιραστούν υπουργικά κουστούμια με όσους Πολύδωρες έμειναν πιστοί στο κόμμα και στήριξαν το νέο αρχηγό.  Θα τους δεις και πάλι να κορδώνονται με το μάτι αγριεμένο για εξουσία και χρήμα.

Τώρα που έκανες την επανάσταση σου και σε δικαίωσε το ΣτΕ… Τώρα που γέλασες και θύμωσες με την επιλογή Πολύδωρα. Τώρα, άνοιξε το ημερολόγιο και δες  ότι αύριο τελειώνει ο μήνας και πρέπει να πληρώσεις τον φόρο, τον ΕΝΦΙΑ, τις εισφορές για την ασφάλιση, που δεν έχεις, και την σύνταξη που δεν θα πάρεις, τον ΦΠΑ που είναι πια το 24% σε ότι αγοράζεις. Δες εκείνο το μαγαζί στην γωνία που έκλεισε. Δες ποιος είναι ο νέος άνεργος της εβδομάδας. Δες ότι σε κυβερνούν άνθρωποι που η πολιτική τους στόχευση ήταν μόνο η κατάληψη της εξουσίας προς ίδιον όφελος και ο σχεδιασμός στους για το μέλλον εξαντλείται μόνο στην διατήρηση της νομής της, για όσο γίνεται μεγαλύτερο διάστημα, με οποιοδήποτε μέσο, με οποιοδήποτε κόστος για σένα.

Εγώ σου είπα να μην διαβάσεις. Εσύ επέμενες. Καλημέρα.


Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Της παρέλασης

Πήγα στην παρέλαση. Το συνδύασα με την βόλτα «του γιατρού» στην παραλία και στήθηκα να παρακολουθήσω. Βρήκα και μια θέση που οι μπροστά ήταν πιο κοντοί από μένα και έβλεπα «πρώτο τραπέζι πίστα». Όρθιος βέβαια, αλλά μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Γενικά στις παρελάσεις καλό είναι αποφεύγεις την περιοχή της εξέδρας. Πολλή βαβούρα και ουσία τίποτα. Το μόνο καλό, ότι ακούς την μπάντα. Κανένας δεν ενδιαφέρεται για τους «επισήμους» εκτός ίσως από τους δημοσιογράφους λόγω δουλειάς και τους «αυθόρμητους» χειροκροτητές ή υβριστές, για τον ίδιο λόγο.

Το πρόγραμμα της παρέλασης είναι σαν το πρόγραμμα του νυχτερινού μαγαζιού. Στην αρχή βγάζουν διάφορους για να γεμίσει το πρόγραμμα και να γίνει μπούγιο μέχρι να βγει το μεγάλο όνομα. Το μεγάλο όνομα στην παρέλαση είναι τα άρματα μάχης, από τα μηχανοκίνητα, τα αεροπλάνα – ελικόπτερα από τα πετούμενα και οι ΛΟΚατζήδες και ΟΥΚάδες από τα πεζοπόρα.  Όλοι οι άλλοι παρουσιάζουν ενδιαφέρον μόνο εφόσον … τους γνωρίζεις προσωπικά. Είσαι δηλαδή μαμά, μπαμπάς, παππούς, γιαγιά, αδελφάκι, αρραβωνιάρα, αρραβωνιάρης και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις και περιμένεις με τα δύο χέρια που σε προίκισε ο Θεός, να πάρεις φωτογραφία, να κουνήσεις σημαιούλα και να χειροκροτήσεις ενθέρμως, φωνάζοντας το όνομα και όλα αυτά ταυτοχρόνως μόλις εμφανιστεί ο άνθρωπος σου.

Στην αρχή λοιπόν περνούν διάφορα σωματεία – σύλλογοι με παραδοσιακές στολές. Οι θεατές ενθουσιάζονται ανάλογα με την καταγωγή τους. Περνάει το χωριό μας, χειροκροτούμε. Περνάει το διπλανό, σκασίλα μας. Κοινό χαρακτηριστικό όλων, το «ότι να ναι» στον βηματισμό, το συνήθως βαριεστημένο βλέμμα, οι φοβερές κομμώσεις των μεγαλύτερων κυριών και το βαρελοφρονικό παράστημα των κυρίων. Αν εξαιρέσεις πολύ λίγους που «το παίρνουν πατριωτικά» οι περισσότεροι γυρίζουν κοιτάζουν το κοινό, χαιρετούν τους φίλους τους και να βαρεθούν μπορεί να ξεστρατίσουν και πριν το τέλος.

Ακολουθούν οι «Μακεδονομάχοι». Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν την στολή από τον προπάππο τους και απλώς έχουν διαβάσει κάπου την ιστορία, του Μακεδονικού αγώνα. Τώρα γιατί παρελαύνουν αυτοί και όχι εγώ ή εσύ ας πούμε, θα σας γελάσω. Αλλά δεν είναι και οι μόνοι που είδαν φως και μπήκαν.

Παρελαύνουν δειγματοληπτικά 1-2 σχολεία και μετά προσκοπάκια. Για τους δεύτερους ίσως θα πρέπει να αποφύγω το υποκοριστικό αφού μέσα σε αυτούς υπάρχουν κάποιοι μεγαλύτεροι και από εμένα με πολλά κιλά και πλούσιο τρίχωμα που ξεχειλίζει από τα κοντοπαντέλονα. Συμπαθητικά είναι τα «πουλάκια» που τα περπατούν πιασμένα από το χέρι μεγαλύτερων, προφανώς για να μην τα κυνηγούν από εδώ και από εκεί. Ίσως θα έπρεπε να βάλουν κάποιο όριο ηλικίας, ίσως και όχι. Ποιος να το ξέρει….

Μετά εμφανίζονται κάτι τύποι οι οποίοι κάποτε πήγαν φαντάροι και υπηρέτησαν στους καταδρομείς. Από τότε φαίνεται να ζουν με εκείνη την ανάμνηση και για τον λόγο αυτό παρελαύνουν, φωνάζοντας μάλιστα συνθήματα ετοιμότητας. Να είναι καλά οι άνθρωποι και αχρείαστοι. Όπως θα έλεγε και ο  Τζιμάκος, όλοι οι άντρες πρώην φαντάροι.

Σήμερα είδα και δύο ομάδες που δεν κατάλαβα, ποιοι ήταν. Οι πρώτοι φορούσαν κάτι μαύρες στολές σαν σεκιούριτι και οι δεύτεροι ήταν ντυμένοι κάπως σαν κομπάρσοι σε ταινία για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και έφεραν αντίστοιχα όπλα… Τώρα κάποιος που διαβάζει όλα αυτά μπορεί να ξέρει ποιοι ήταν και να δυσανασχετεί ή να γελάει με την ασχετοσύνη μου, αλλά δεν μας έδωσαν ένα πρόγραμμα βρε αδελφέ ή έστω ένα απλικέσιο MyParade να ξέρουμε τι βλέπουμε.

Είδα και κάτι τύπους που έχουν παλιά στρατιωτικά οχήματα και παρελαύνουν και αυτοί έχοντας επιβιβάσει σε αυτά νύφες και εγγόνια, λες και πολεμούσε η Δέσπω. Τους φόρεσαν και ότι είχαν σε χακί, μαζί και κάτι κράνη και φτιάξαμε το military look. Προσπάθησα να βρω κάποιον λόγο γιατί πρέπει να παρελαύνουν και αυτοί αλλά μόνο στην λογική, του να γεμίσει το μάτι, μου κόλλησαν.

Μου άρεσαν οι άνθρωποι από τις ομάδες διάσωσης. Βαβούρα με κόρνες και φάρους και πολύχρωμες στολές. Συμπαθέστατοι.

Ήλθε και οι ώρα για τα μηχανοκίνητα. Σεισμός! Να τα τανκς. Να οι πύραυλοι. Να και ο διπλανός να παραληρεί που είδε μια στρατιωτίνα να οδηγεί τανκς. Δεν αντιλαμβάνομαι το πνεύμα σας αγαπητέ. Αφού δεν τα παρκάρουν αυτά, λογικά δεν υπάρχει πρόβλημα να οδηγεί κυρία … Καλά καλά, μην βαράτε κορίτσια!

Πρώτοι από τα πεζοπόρα πέρασαν αυτοί της σχολής Ευελπίδων με τα κίτρινο λοφίο. Από πίσω οι της Σ.Α.Σ.Σ. με τα μπορντό λοφία. Η διαφορά των δεύτερων από τους πρώτους ήταν στον σωματότυπο. Οι δεύτεροι φαινόταν να έχουν περάσει περισσότερο καιρό καθισμένοι σε θρανία και οι στολές «τούρλωναν» σε ποπούς και κοιλίτσες…

Πέρασαν και ΛΟΚατζήδες με τα πράσινα μπερέ. Πέρασαν και κάτι με μουτζουρωμένες φάτσες και άλλα χρώματα μπερέ. Πέρασαν και τα ΟΥΚ και πολύ άρεσαν σε στον κόσμο. Είναι αυτοί που φαίνεται «να το χουν» πιο πολύ από όλους. Όποιος περνούσε φώναζε και από κανένα σύνθημα για την Μακεδονία και το κοινό παραληρούσε.

Είδαμε και ένα ελικόπτερο που πήγαινε σιγά σιγά μόνο του στην παραλιακή γραμμή. Ωχ οικονομία κάνουν, σκεφτήκαμε. Ένα ελικόπτερο μόνο… Τελικά από αυτό έπεσαν μερικοί αλεξιπτωτιστές και έγινε χαμός με τον κόσμο να τρέχει να τους δει από κοντά.

Στο τέλος είδαμε και ένα F16 να κάνει κάτι ωραία ακροβατικά και πολύ μας άρεσε.

Μάλλον θα αφήσω να περάσουν μερικά χρόνια και μετά θα ξαναπάω να δω μήπως άλλαξε κάτι… Και του χρόνου.





Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Το χρονικό του 40

Κάπως έτσι έγινε. Διαβάζεται με γρήγορο ρυθμό...

Να τέτοια μέρα ή μάλλον νύχτα, ήταν το σαράντα που κάτι Ιταλοί ξύπνησαν τον Έλληνα πρωθυπουργό να του πουν να τους δώσει την Ελλάδα. Εκείνα τα χρόνια οι πρωθυπουργοί κοιμόταν τα βράδια και δεν ήταν όπως σήμερα που έχουν προβλήματα, κρίσεις, μνημόνια και τηλεοπτικές άδεις και δεν τους κολλάει ύπνος. Εκείνοι οι Έλληνες πρωθυπουργοί έλεγαν και κανένα όχι και δεν έκαναν όπως σήμερα που όλο «ναι, ναι» και «yes man» λένε και ας κάνουν τα λιοντάρια, σε αυτούς που τους πιστεύουνε, ενώ είναι κότες. Εκείνος ο πρωθυπουργός είπε όχι δεν θα την πάρετε την Ελλάδα αλλά εκείνοι είπαν όχι θα την πάρουμε και έβαλε ο Ντούτσε την στολή του με όλα τα φτερά (με όλα τα φτερά) και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα πάει να πάει, βρε τον φουκαρά (βρε τον φουκαρά).

Και ανέβηκαν οι Ιταλοί στα βουνά της Αλβανίας για να έλθουν στην Ελλάδα οδικώς, γιατί τότε δεν είχε βάλει ακόμα η Minoan τα καράβια με τις καμπίνες, τις πισίνες και τα καζίνα για να έλθουν από την Ανκόνα. Μπορεί και να χαθήκανε βέβαια γιατί εκείνα τα χρόνια δεν είχε GPS και τέτοια και ο κόσμος χανόταν καμιά φορά, γιατί ποιος θέλει να πάει στην Αλβανία σιγά τον προορισμό. Τους Ιταλούς τους έλεγαν μακαρονάδες, για να τους κοροϊδέψουν, γιατί εμείς τότε δεν είχαμε πιτσαρίες και τρατορίες και τα μακαρόνια δεν τα είχαμε σε εκτίμηση γιατί τα κάνανε η γιαγιάδες μας εύκολο φαγί, με κιμά και όχι καρμπονάρες και ριγκατόνι τέσσερα τυριά και τα βράζανε πολύ τα μακαρόνια και δεν τα κάνανε αλ ντεντε που τα κάνανε οι Ιταλοί και τα ευχαριστιόντουσαν.  Οι δικοί μας οι φαντάροι, έγιναν τσολιάδες και πήγαν να τους πουν να μην περάσουν και ήταν μέσα στα χιόνια και πεινούσαν αλλά φώναζαν «αέρα» και οι άλλοι που δεν καταλάβαιναν Ελληνικά έλεγαν «τι λένε αυτοί» και σκιάζονταν και έφευγαν τρέχοντας.

Κερδίζανε οι ‘Ελληνες και είπαν οι Ιταλοί, εμείς δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε γιατί είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι, αλλά αυτό δεν ήταν σωστό γιατί αυτοί ήταν οι Ρωμαίοι και όσο για «τρελές» είχε και εκεί και σε μας κάμποσες, όπως και τώρα έτσι και τότε. Φωνάξανε όμως τους Γερμανούς που από τότε δεν μας χωνεύανε γιατί δεν φορούσαμε κάλτσα με το σανδάλι μας και κρύωναν τα πόδια μας και παθαίναμε κρυοπαγήματα. Αυτοί είχαν για αρχηγό έναν τύπο κοντό με αστείο μουστάκι και μαλλί μες τη λίγδα που δεν μου φαινόταν και πολύ καλά στα μυαλά του. Ήλθαν οι Γερμανοί και ήταν πολλοί και είχαν και τανκς και κανόνια και είπαν και αυτοί αφήστε να περάσουμε να πάρουμε την Ελλάδα. Τότε δεν ήξεραν ότι την Ελλάδα μπορείς να την αγοράσεις και μάλιστα φτηνά και έτσι αναγκάστηκαν να πολεμήσουν. Και τότε γινόταν ένας γάμος στο Πήλιο και έπρεπε ο γαμπρός να πάει φαντάρος αλλά η νύφη είχε χρυσά μαλλιά και έτσι παντρεύτηκαν και εκείνος έγινε ήρωας και εκείνη χήρα. Οι ήρωες πολέμησαν σαν Έλληνες και οι Έλληνες σαν ήρωες αλλά οι Γερμανοί τον βρήκαν τον τρόπο και μας κέρδισαν και πήραν την Ελλάδα και την Αθήνα γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο Αθήνα. Πήγαν και στην Κρήτη και πέσανε με κάτι ομπρέλες από τον ουρανό σαν την Μαίρη Πόπινς και τους περίμεναν και τους πολέμησαν οι Κρητικοί, σιγά μην τους κερνούσαν και ρακί, γιατί τότε ήταν παλικάρια και όχι σαν κάτι τζάμπα μάγκες σημερινούς που τους κάνουν και υπουργούς για να γελάει και να θυμώνει ο κόσμος. Και πολέμησαν οι Κρητικοί και παραλίγο να τους κόψουν το κο… τους Γερμανούς αλλά τελικά την γλίτωσαν και πάλι καλά για αυτούς και αν ερχόταν σήμερα ο υπουργός θα τους έκοβε τις αιμορροΐδες και θα ανακουφιζόταν και τέτοια πράγματα δεν κάνουμε στον πόλεμο.

Και πεινούσαν πολύ οι Έλληνες και υπέφεραν από τους Γερμανούς που δεν ήταν παίξε γέλασε σαν τους Ιταλούς που τους λέγανε ότι τα τανκς και τα κανόνια δεν είναι μακαρόνια. Πέρασαν τα χρόνια και πολέμα πολέμα οι Γερμανοί βρέθηκαν και στην Ρωσία. Αλλά εκεί είχε χιόνια και κρύο και αυτοί πήγαν με τα ίδια ρούχα που είχαν έλθει στην Ελλάδα και κρύωσε η κοιλίτσα τους και αρρώστησαν γιατί βραχήκαν οι κάλτσες που φορούσαν με τα σανδάλια και έτσι δεν μπορούσαν πια να πολεμήσουν και έχασαν και τους έδιωξαν και από εκεί και από εδώ.

Όταν έφυγαν οι Γερμανοί οι Έλληνες άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους, γιατί δεν είχαν με ποιόν άλλον να μαλώσουν. Κάτι σαν αυτό που κάνουμε στην θύρα 4, όταν δεν επιτρέπεται να έλθουν οι αντίπαλοι και δερνόμαστε μεταξύ μας. Οι μισοί κερδίσανε και οι άλλοι μισοί χάσανε (σώπα!). Μετά αυτοί που κερδίσανε μείνανε και αυτοί που χάσανε φύγανε. Έχει και κάμποσο παρακάτω αλλά δεν έχει σχέση με την ημέρα και έτσι θα το πούμε άλλη φορά. Καλά;



Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Το ψωμί της ξενιτιάς

Έξω έβρεχε. Είχε αρχίσει να κάνει κρύο. Εκείνη καθόταν εδώ και ώρα μπροστά στο παράθυρο και έβλεπε την βροχή να πέφτει. Φορούσε ένα κοντό μαύρο φόρεμα χωρίς μανίκια και ένα απλό κολιέ με τρεις σειρές μαργαριτάρια, στον λαιμό. Της άρεσε να ντύνεται απλά μέσα στο σπίτι.

Στο βάθος τα φώτα της πόλης, είχαν ανάψει και εκείνη τα έβλεπε σαν ένα μεγάλο σκούρο μπλε χαλί που επάνω του είχαν απλώσει τον  Χριστουγεννιάτικο φωτεινό διάκοσμο, πριν τον βάλουν στο δέντρο. Ταράχτηκε με την σκέψη της. Είχε αρχίσει να μαλακώνει και να κάνει σκέψεις που μόνο αδύναμες ρομαντικές γυναικούλες του λαού θα έκαναν. Άκου χαλί με φωτεινό Χριστουγεννιάτικο διάκοσμο.

Αν την έβλεπε κάποιος θα ορκιζόταν ότι ένας μυς του προσώπου της είχε σχεδόν κινηθεί. Άλλο πάλι και τούτο. Την Δευτέρα οπωσδήποτε ραντεβού με τον πλαστικό της. Έκανε να σηκώσει το κινητό της για να καλέσει την P.A. της, να της πει να κανονίσει το ραντεβού, αλλά σκέφτηκε ότι ήταν αργά και μπορεί να ξεκουραζόταν. Δεύτερο απανωτό χτύπημα. Από πότε είχε αρχίσει να την ενδιαφέρει η ξεκούραση των υπαλλήλων της. Αυτοί έπρεπε να είναι ευγνώμονες που τους είχε επιλέξει και έτοιμοι κάθε στιγμή να την υπηρετήσουν.

Νοστάλγησε την εποχή που είχε όλη την Ελλάδα στα πόδια της. Ποια Ελλάδα, ολόκληρος ο κόσμος είχε υποκλιθεί στο μεγαλείο της. Είχε καταφέρει αυτό που καμία άλλη δεν κατάφερνε. Όλοι μιλούσαν για το κατόρθωμα της. Ένας της νεύμα αρκούσε για να γίνει αυτό που ήθελε. Εκείνη την εποχή μπορούσε να σηκώσει το τηλέφωνο και να μιλήσει από τον Αμερικάνο πρόεδρο, που ήταν βέβαια και οικογενειακός φίλος, μέχρι την αχώνευτη, το βλαχαδερό, την Γερμανίδα, και όλη καθόταν σούζα. Η αλήθεια είναι ότι και τώρα κάπως έτσι ήταν, αλλά δεν είχε πια διάθεση για τέτοια. Κάτι είχε σπάσει μέσα της.

Πίσω της, στο μεγάλο καθιστικό, καθόταν ο Θόδωρος. Μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον αόρατο συνομιλητή στα Κινέζικα. Φυσικά. Ήταν πρωί στο Πεκίνο και οι δουλειές ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Μιλούσε έντονα, σχεδόν φωνάζοντας και κάθε τόσο τσιμπούσε μια βουκιά από την φέτα την αλειμμένη με το φυστικοβούτυρο και έπινε μια γερή γουλιά από το ουίσκι του. Σκατογλώσσα, σα να είχες καταπιεί ένα σμήνος με μέλισσες και τις έφτυνες μια μια. Η συζήτηση τραβούσε σε μάκρος. Αυτό γινόταν κάθε βράδυ, τον τελευταίο καιρό. Δύσκολα έβγαινε πια το μεροκάματο.

Κάποια στιγμή έκλεισε. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Θόδωρος είχε μπουκωθεί με την τελευταία βουκιά του ψωμιού με το φυστικοβούτυρο και αγωνιζόταν να το καταπιεί πριν τον δει εκείνη και αρχίσει την γκρίνια.
-          Θόδωρε νομίζω ότι ήλθε η ώρα να φύγουμε. Δεν μας σηκώνει πια αυτός ο τόπος. Οι κομουνισταί ενίκησαν. Εμείς οι πλούσιοι δεν έχουμε πια θέση σε αυτή την χώρα. Ο λαός κάνει πια κουμάντο. Η διαπλοκή, τελείωσε. Η φοροδιαφυγή πατάχθηκε. Αυτή η κυβέρνηση ενδιαφέρεται μόνο για τους φτωχούς και τους αδύνατους και πολεμάει εμάς. Παντού βασιλεύει η δικαιοσύνη. Πρέπει να πάρουμε τον δρόμο της ξενιτιάς.
Ο Θόδωρος την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια και την έκανε να αναρωτηθεί αν του είχε πάει στραβά η βουκιά και πνιγόταν ή αν όντως τον είχε συγκλονίσει με αυτό που του είχε πει.
-          Έχεις δίκιο καλή μου, της είπε μόλις κατάφερε να καταπιεί. Δεν μας χωράει πια αυτός ο τόπος. Θα πω στον Τζέημς να ετοιμάσει τις βαλίτσες μας για το Γκστάαντ. Το αεροπλάνο μας, είναι πάντα έτοιμο. Είναι πικρό το ψωμί της ξενιτιάς αλλά θα πρέπει να το φάμε.


Δεν ήταν ιδέα της. Πάλι κινήθηκε ο μυς. Μεγάλες στιγμές. Ιστορικές!

Αν είσαι


Αν είσαι Παπάς παλεύεις, με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο να περάσεις τον θλιβερό νόμο για τις τηλεοπτικές άδειες και να προχωρήσεις όρθιος στην συνέχεια και όχι έρποντας όπως κάποιοι λένε ότι σου αξίζει.
Αν είσαι Δεσπότης κάθεσαι και δεν ξανασηκώνεσαι και σε περιφέρουν από εδώ και από εκεί πριν σε βάλουν μέσα στο χώμα και αυτό υποτίθεται ότι αποτελεί τιμή για τον μεταστάντα.
Αν είσαι Κατρούγκαλος κάνεις Κατρουγκαλιές στέλνοντας ραβασάκια προπαγανδιστικά στους συνταξιούχους οι οποίοι κραδαίνουν απειλητικά την μαγκούρα τους. Κάποιους αυτό τους μυρίζει εκλογές, εμένα σαπίλα.
Αν είσαι Αμερικάνος ψηφίζεις δαγκωτό Χίλαρη και κοινοποιείς την ψήφο σου στην Μαντόνα παρακαλώντας για τις ενέργειες της, όπως λένε και στα έγγραφα των δημοσίων υπηρεσιών.

Αν είσαι ο Τσίπρας πας μια βόλτα στις Βρυξέλλες και γλύφεις εκεί που έφτυνες, για να διαπιστώσεις ότι εκεί οι άλλοι ουρούν.

Αν είσαι ο Άδωνης τρίβεις τα χέρια σου και δεν μπορείς να περιμένεις το γλέντι για την ημέρα επανέναρξης καταβολής του πεντάευρου στα νοσοκομεία, που είχε καταργήσει η κυβέρνηση του λαού.
Αν είσαι ο Ερντογάν δοκιμάζεις κάθε μέρα νέα όρια στο μέχρι πού σε παίρνει. Οι δοκιμές αυτές αναδίδουν έντονη οσμή μπαρουτιού.
Αν είσαι δικαστής πρέπει να απαντήσεις αν αυτή που θέλουν όλοι πρέπει να ονομάζεται πολύφερνος νύμφη ή πόρνη.
Αν είσαι ελεύθερος επαγγελματίας ψάχνεις να δεις αν σου φτάνουν για να πληρώσεις την κακοδιαχείριση των πτωχευμένων ταμείων, διαφορετικά κάνεις βαλίτσες και μαθαίνεις Βουλγάρικα.
Αν είσαι ΠΑΟΚτζής νιώθεις ότι επιτέλους ξαναήλθες σε αυτά που ξέρεις.
Αν είσαι πλούσιος. Αν είσαι αφέντης βασιλιάς ταξιδευτής. Όσα και εσύ και εσύ θα ονειρευτείς, όταν θα σβήσουνε τα φώτα της γιορτής.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Ανθρώπινα σκουπίδια;

Μάλλον έχει έλθει η ώρα να δούμε την πραγματικότητα κατάματα. Η χώρα μας, είτε μας αρέσει είτε όχι, έχει δεχτεί έναν τεράστιο αριθμό προσφύγων. Οι άνθρωποι αυτοί ήλθαν εδώ και θα μείνουν, ακόμα και αν ο αρχικός σκοπός, για πολλούς από αυτούς, μπορεί να μην ήταν αυτός. Ποιος τους έφερε και γιατί έμειναν το ξέρουμε και το ερμηνεύουμε ο καθένας με τον τρόπο του.

Οι πρόσφυγες – μετανάστες – λαθρομετανάστες, πες τους όπως εσύ θέλεις, δεν είναι ένα πράγμα. Είναι άνθρωποι από διαφορετικές χώρες. Έχουν διαφορετικές θρησκείες. Ανάμεσα τους είναι άνθρωποι μορφωμένοι και ευκατάστατοι στις χώρες τους και άνθρωποι που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Οικογένειες με μικρά παιδιά και ύποπτα στοιχεία που κρύβονται μέσα στον σωρό.  Παιδιά μικρά μόνα τους που έχασαν γονείς στον πόλεμο ή στην διαδικασία προσέγγισης της γης της επαγγελίας… Είναι όμως άνθρωποι, όπως εσύ και εγώ και ως τέτοιους πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε.

Τους ανθρώπους αυτούς μπορείς να τους δεις σαν σκουπίδια, που κάποιοι φρόντισαν να κρύψουν μακριά από την πόρτα τους, κάτω από το πατάκι που το λένε Ελλάδα. Μπορείς να τους δεις και σαν ανθρώπους που έφυγαν ο καθένας για δικούς του λόγους από την πατρίδα και κατέληξε στην δικιά μας. Όπως και να τους δεις το πρόβλημα παραμένει. Το ότι τους συμπονάς δεν σημαίνει ότι μπορείς να τους αφήνεις να κάνουν ότι θέλουν, σα να ήλθαν σε μια χώρα που δεν διαθέτει νόμους και κανόνες.

Σήμερα βρίσκονται στοιβαγμένοι σε αποθήκες ανθρώπων που φέρουν τον κομψό τίτλο «δομές φιλοξενίας». Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των αποθηκών η έλλειψη οργάνωσης και κανόνων. Τι θα πει ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας; Τι είναι όλοι αυτοί οι «αλληλέγγυοι»; Ποιος γνωρίζει τι ρόλο παίζουν οι ΜΚΟ που είτε με καλό είτε με κακό σκοπό φαίνεται να διαχειρίζονται τις τύχες αυτών των ανθρώπων; Για πόσο καιρό θα μπορούμε να τους έχουμε κλεισμένους εκεί μέσα; Ξέρουμε πού πάνε και τι κάνουν όταν βγαίνουν από εκεί; Για πόσο καιρό η Ελλάδα που δεν μπορεί να θρέψει τους δικούς της πολίτες θα θρέφει τους «επισκέπτες» που μπήκαν από την πίσω πόρτα; Είναι όλοι αυτοί που ήλθαν, άνθρωποι κατατρεγμένοι ή μέσα σε αυτούς έχουν βρει βολική κάλυψη τρομοκράτες και εγκληματίες;  Ποιος θα μας το πει αυτό; Οι νόμοι που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες, ισχύουν άραγε και για αυτούς;

Ακόμα και αν πάρουμε ως δεδομένη την λάθος παραδοχή ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι φορούν το φωτοστέφανο του αγίου. Ακόμα και αν δούμε μόνο τις οικογένειες με τα μικρά παιδάκια και όχι αυτούς που εύκολα βγάζουν μαχαίρι και απειλούν, βιάζουν, σκοτώνουν. Μέχρι πότε θα μπορούν να βρίσκονται εκεί; Μέχρι πότε θα έχουν χρήματα να φορτίζουν τα iphone και να αγοράζουν ότι δεν τους προσφέρεται δωρεάν; Κάποτε τα χρήματα θα τελειώσουν. Τότε ποιος θα είναι ο τρόπος για να φροντίσουν την οικογένεια ή τον εαυτό τους;

Η χώρα γεμίζει γκέτο χωρίς πρόγραμμα, χωρίς σχέδιο. Τι θα γίνει σε ένα μήνα, σε ένα χρόνο ή σε δέκα χρόνια; Μιλάμε για ανθρώπους, δεν μιλάμε για σκουπίδια που κάποτε θα έλθει το απορριμματοφόρο να μαζέψει. Οι μισοί Έλληνες εγκαλούν τους άλλους μισούς ως φασίστες και ρατσιστές. Συνήθως ο βαθμός ευαισθησίας είναι αντιστρόφως ανάλογος με την εγγύτητα στους καταυλισμούς. Πόσο ευαίσθητος μπορεί να νιώθει ένας άγρια φορολογούμενος Έλληνας που έμεινε χωρίς δουλειά και βλέπει το κράτος ή την τράπεζα να του πλειστηριάζει το σπίτι αφήνοντάς αυτόν και την οικογένεια του στον δρόμο, όταν βλέπει αυτό το ίδιο κράτος να εξασφαλίζει στέγη τροφή και προστασία σε ανθρώπους που δεν συνεισέφεραν ποτέ στα έσοδα του κράτους;

Για πόσο καιρό οι άνθρωποι αυτοί θα ζουν χάρη στην φιλανθρωπία των Ελλήνων ή τις βοήθειες που έρχονται από τα ξένα. Τι θα γίνει για να αλλάξει κάτι στην κατάσταση τους; Αυτό το κάτι θα είναι προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; Σε αυτές τις περίφημες «δομές» υπάρχουν ένας – δύο αστυνομικοί οι οποίοι υποτίθεται ότι επιβάλουν την τάξη. Με ποιόν τρόπο μπορεί να επιβάλει την τάξη σε μερικές χιλιάδες, ένας άνθρωπος;   

Πολλά τα ερωτήματα. Απαντήσεις δεν έχω.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Ο πήλινος στρατός των Κινέζων

Ξεκίνησε λοιπόν ο αρχαίος ο Έλληνας και πήγε στην Κίνα. Τι πήγε να κάνει εκεί; Τώρα κοροϊδευόμαστε; Μάλλον τα made in China δεν είναι τόσο καινούργια υπόθεση, όσο νομίζουμε εμείς οι σύγχρονοι, που όλα τα ξέρουμε. Θα σου πω λοιπόν εγώ πώς έγινε.

Πάει μια μέρα ο αρχαίος να ψωνίσει έναν χιτώνα από αυτούς που ύφαιναν οι παρθένες στο ναό. Πλησίαζαν Ανθεστήρια και είπε να σουλουπωθεί λιγάκι. Βλέπει τις τιμές και του γυρίσαν τα μυαλά. Αρχαίος ήταν, δεν ήταν κανένα κορόιδο. Ακριβά τον έχεις τον χιτώνα, παρθένα μου, της λέει (Άκου παρθένα; Πόντια ήταν;). Είναι handmade, του απαντάει εκείνη. Τόσο και άμα γουστάρεις. Αν ήθελα χρυσάφι, έπαιρνα έναν αιώνα που τον έχει και προσφορά με δώδεκα άτοκες, όσες και οι θεοί, ο Περικλής. Είπε και άλλα. Κατέβασε και κάτι βωμούς (τότε δεν είχε ακόμα καντήλια) τα βρόντηξε και έφυγε.

Ναι αλλά τα Ανθεστήρια ήταν προ των πυλών και δεν μπορούσε να πάει ντυμένος σαν  τον Είλωτα.  Ανθεστήρια ήταν αυτά, δεν ήταν το πανηγύρι του Αγίου Μάμα. Μια και δυό φεύγει και πάει στην Πυθία. Η Πυθία, τώρα, ήταν ο Γούγλης της εποχής. Όλα τα ήξερε, όλα τα μαρτυρούσε. Μασούσε κάτι φύλλα, σαν τους καουμπόηδες στα γουέστερν που μασούσαν το ταμπάκο, και ξαφνικά τα πάντα φωτιζόταν γύρω της. Στην αρχή την έλεγαν φωτεινό παντογνώστη και την έπαιζαν τα παιδιά, μετά έκανε μια start up, το οργάνωσε καλύτερα και έφτιαξε μηχανή αναζήτησης.

Θα πας στην Κίνα, του λέει η Πυθία. Εκεί μένουν οι Κινέζοι. Είναι κοντοί, κίτρινοι και πολλοί και όλοι ίδιοι μεταξύ τους. Φτιάχνουν κάτι χιτώνες μούρλια. Ακόμα και εγώ που τα ξέρω όλα, δεν μπορώ να σου εγγυηθώ την αγνότητα της υφάντρας αλλά στις τιμές που πουλάνε, μην το ψάχνεις.

Είναι μακριά αυτή η χώρα των Κινέζων Πυθία μου; ρωτάει ο αρχαίος, που δεν ήταν και πολύ των ταξιδιών. Κοντά δεν το λες, του απαντάει εκείνη, αλλά δεν είναι καθόλου δύσκολο να πας. Θα ακολουθήσεις την οδό του μεταξιού όλο ευθεία και όταν φτάσεις Θιβέτ, ρώτα κάτι καραφλούς με πορτοκαλί πού πρέπει να στρίψεις για να μην χάσεις την διασταύρωση. Πρόσεχε μόνο μην τους θυμώσεις, γιατί βαράνε άσχημα. Αυτά είπε και μετά έπεσε σε safe mode

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, ο αρχαίος, και κάποτε έφτασε στην χώρα των Κινέζων. Δίκιο είχε η Πυθία. Όλοι ίδιοι ήταν. Μπαίνει σε ένα εργοστάσιο, πιο μεγάλο από την Εκκλησία του Δήμου. Φτιάχνανε κάτι αγαλματάκια σαν αυτά που τα καλοκαίρια πουλάνε τα μαγαζιά γύρω από την Ακρόπολη. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Πλησίασε έναν από τους ίδιους που κοπανούσε τον τροχό που έφτιαχνε τον πηλό. Δεν το τιμάς το εργαλείο πατριώτη, του λέει. Ο άλλος τον κοίταζε σαν χαζός και άρχισε να μιλάει σε μια γλώσσα που ο αρχαίος δεν καταλάβαινε. Πριν πει περισσότερα κάθισε στην καρέκλα μπροστά στη μηχανή και κυριολεκτικά την έκανε να μιλάει. Έκανε και λίγη φιγούρα και καθώς δούλευε τραγουδούσε «σώμα μου πλασμένο από πηλό». Μην στα πολυλογώ έφτιαξε ένα αγαλματάκι μούρλια. Το βλέπει ο ένας από τους ίδιους τρελάθηκε. Κάτι φώναξε και μαζεύτηκαν καμμιά χιλιάδα ίδιοι γύρω από τον αρχαίο. Το είδαν από εδώ, το είδαν από εκεί, κάθισαν στις μηχανές και άρχισαν να κοπανάνε. Σε μια ώρα είχαν φτιάξει ολόκληρο στρατό. Τα έβαλαν στην σειρά και τα καμάρωναν. Για να ευχαριστήσουν τον αρχαίο του έκαναν δώρο κάτι περίεργους χιτώνες πολύχρωμους που τους φτιάχνανε σε ένα νησί πιο κάτω και το λέγαν κιμονό.  Τους πήρε αυτός και γύρισε πίσω στην Αθήνα. Όπως κρατούσε τις σακούλες πέρασε από τον ναό και βρήκε την ξινή την παρθένα. Η άλλη τον είδε με τα ψώνια και το μοντέρνο ντύσιμο και ψάρωσε. «Do you work on commission» την ρώτησε. «Huge mistake» συμπλήρωσε και έφυγε.

The rest is ancient history, που λένε και στο Ροδέο Ντράιβ.