Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Ρίξε άδεια...

Τι μάθαμε αυτές τις μέρες;

Επαγγέλματα όπως του μηχανικού, του συμβολαιογράφου, του φαρμακοποιού είναι κλειστά και πρέπει αμέσως να ανοίξουν.

Το επάγγελμα του καναλάρχη είναι ανοιχτό και πρέπει αμέσως να κλείσει. Τέσσερεις και πολλοί μας είναι.

Μπορεί να αναρωτηθείς γιατί θα πρέπει η κυβέρνηση να καθορίζει πόσες τηλεοπτικές επιχειρήσεις θα λειτουργούν. Ίσως θα πρέπει να σκεφτείς ότι δεν την ενδιαφέρει να ελέγχει το πόσες αλλά το ποιες. Αν κάνω λάθος ίσως μεθαύριο δούμε να ελέγχεται ο αριθμός των καφέ ή των μπουγατσατζίδικων που μπορούν να λειτουργούς στην επικράτεια.

Στην εποχή των δορυφόρων, του ίντερνετ και των social media τι ελπίζει να κερδίσει η κυβέρνηση; Μπες στα κολλημένα μυαλά ανθρώπων που ζουν χρόνια πολλά πριν και θα καταλάβεις.

Έπρεπε να λειτουργούν τα κανάλια χωρίς άδειες; Φυσικά και όχι, αλλά η λογική του πονάει μάτι βγάζει μάτι είναι προφανώς λανθασμένη.

Έπρεπε οι επιχειρήσεις αυτές να λαμβάνουν θαλασσοδάνεια και να ευνοούνται; Προφανώς όχι. Αλλά αν εντοπίσεις ένα λάθος, δεν το διορθώνεις με ένα μεγαλύτερο, εκτός αν το πρώτο λάθος είναι απλώς το άλλοθι για το έγκλημα.

Αν οι επιχειρήσεις αυτές μεταφέρουν την έδρα τους, ας πούμε στην Κύπρο, θα έχουμε μια ακόμα περίπτωση που τα πεφωτισμένα μυαλά που κυβερνούν την χώρα έστειλαν επιχειρήσεις στο εξωτερικό; Εμείς οι παλιότεροι θυμόμαστε κάτι νούμερα παλαιάς κοπής σαν των συγχωρεμένο τον Μαρούδα που θα κατέρριπτε τους δορυφόρους αν περνούσαν πάνω από την Ελλάδα. Ο Παπανδρέου το 81 είχε κρατήσει το υπουργείο εθνικής άμυνας γιατί, όπως έλεγαν τότε, φοβόταν τον στρατό και ήθελε να τον ελέγχει από κοντά. Ο Τσίπρας φοβάται την ελεύθερη πληροφόρηση και θέλει να την ελέγχει με αυτό το κολπάκι.




Μερικές εκατοντάδες εργαζόμενοι θα μείνουν στον δρόμο από τις επιχειρήσεις που θα κλείσουν. Αυτό φυσικά αφήνει παγερά αδιάφορους τους κυβερνώντες και όσους έχυναν κροκοδείλια δάκρυα για το «μαύρο» και τους «νεκρούς» της αμαρτωλής ΕΡΤ. Τα δάκρυα μόνο για τους πελάτες.

Μιλώντας για ΕΡΤ, ίσως θα έπρεπε να σκεφτούμε αν όντως χρειαζόμαστε τέσσερα κρατικά κανάλια, ανέκδοτο, που ξοδεύουν τα λεφτά των φορολογουμένων με κύριο αντικείμενο την κυβερνητική προπαγάνδα.

Εμείς φυσικά θα συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με την φαιδρή διαδικασία, το τι έφαγαν και πού κοιμήθηκαν οι υποψήφιοι, χωρίς να πολυενδιαφερόμαστε για το ποιοι είναι αυτοί. Κάποιοι από αυτούς έχουν πολύ ενδιαφέροντα βιογραφικά.  Δεν ψάξουμε αν με αυτούς επιτυγχάνεται ο στόχος της πάταξης της διαπλοκής (εδώ γελάμε) που έκανε λάβαρο η κυβέρνηση για να κρύψει τους πραγματικούς της στόχους και να ταΐσει για μια ακόμα φορά άφθονο σανό τα πεινασμένα στόματα των πιστών ψηφοφόρων της, τον οποίο μπορούν να μηρυκάζουν όπως θα στέκονται στην ουρά για να πληρώσουν τον καταργημένο ΕΝΦΙΑ.

Τώρα εσύ που θέλεις κάποτε να καταλάβεις μια σημαντική θέση, κράτα μια σημείωση για το τι θα κάνεις το βράδυ που θα «πέσει μαύρο» στο MEGA μπας και ερωτηθείς από μελλοντικό πρόεδρο της βουλής. 

Μέχρι τότε κάνε ότι κάνει και η κυβέρνηση. Ρίξε ... άδεια για να πιάσεις γεμάτα.



Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Late August Resolution

-          - Έλα μάζεψε την ομπρέλα και τις καρέκλες. Σήκωσε το κανό. Βάλε τα στο γρασίδι να τα πλύνουμε με γλυκό νερό. Θα τα φάει η αλμύρα μέχρι του χρόνου.
-            - Μήπως να τους κάνω και κανένα μασάζ να χαλαρώσουν από το στρες του καλοκαιριού, ρε γυναίκα;
-          -  Γείτονα θες βοήθεια με την βάρκα; Το φωτάκι το πίσω δεξιά στο τρέιλερ δεν ανάβει. Για δες.

Έλα, σήμανε αποχώρηση. Πώς λένε στα καράβια; Μόλις ακούσετε τρείς συνεχόμενες κόρνες να εκκενώσετε το πλοίο.  Εδώ, μετά από τρεις συνεχόμενες Κυριακές Αυγούστου, πρέπει να εκκενώσουμε την Χαλκιδική.

-        -  Κοίταξε να μην ξεχάσεις κάτι έξω δεν θα το βρει του χρόνου.
-       - Τις τέντες. Κλείσε τις τέντες. Κοίταξε τον γείτονα τις έχει φασκιώσει σαν νεογέννητο μωρό. Από εκεί μέσα ούτε ο Μαγκάιβερ δεν βγαίνει.
-          - Μάλλον σάπιες ή μουχλιασμένες θα τις βρει του χρόνου. Εγώ τέτοια δεν κάνω, να τα κάνεις μόνη σου.

Πότε ήταν που αρχίζαμε να κάνουμε τις διερευνητικές αποβάσεις; Πότε ήλθαμε και είπαμε, σε αυτούς που μας ρωτούσαν, ότι θα μείνουμε «για πάντα» (εννοώντας ότι δεν θα φεύγουμε πίσω κάθε Δευτέρα); Πότε ξεκινήσαμε το ξαρμύρισμα των καλοκαιρινών εξαρτημάτων για να μην ανέβει η πίεση στον υπερτασικό χειμώνα; Εγώ δεν το κατάλαβα. Όπως δεν το έχω καταλάβει ποτέ ως τώρα. Τα καλοκαίρια μας μικρά και ατέλειωτοι οι χειμώνες, που λέει και το τραγούδι.

Είναι η εποχή που αρχίζουν και τα μεγαλεπήβολα σχέδια για τον χειμώνα. Κανονικό late August resolution. «Φέτος τον χειμώνα θα ερχόμαστε τριήμερα και Σαββατοκύριακα». Θα παραγγείλουμε και ξύλα για το τζάκι. Τα λέμε και ας ξέρουμε ότι ενώ τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού η μετάβαση στην Χαλκιδική είναι αδιαπραγμάτευτη. Κανονική κόκκινη γραμμή, που λένε και τα περήφανα πολιτικά απολειφάδια που μας κυβερνούν. Τα αντίστοιχα του χειμώνα έχουμε πάντα κάτι να κάνουμε. Τα αθλητικά των παιδιών. Κάτι παιδικά πάρτι, παλιότερα. Διαγωνίσματα. Κανένα κάλεσμα. Κανένας γάμος. Να και ένα επαγγελματικό ταξίδι. Η Χαλκιδική, δύσκολο να μας δει χειμώνα και ας έχουν φτιάξει οι άνθρωποι ολόκληρο σταθμό εκχιονισμού στα Ν. Μουδανιά.

Φέτος αποφάσισα ότι θα το τραβήξω όσο περισσότερο μπορώ. Δεν θα γίνω και χειμερινός κολυμβητής (αφού ούτε φανατικός θερινός δεν είμαι καλά καλά) αλλά δεν πρόκειται να κλείσω το σπίτι από τον Αύγουστο σαν όλους τους άλλους. Θα συνεχίσω όσο θα έχω την υποστήριξη του καιρού. Μόνο, αν με δείτε να δημοσιεύω φωτογραφίες με άσπρη κάλτσα μέσα από το vintage τσόκαρο μου, παρακαλώ σταματήστε με. Θα έχει έλθει η ώρα να επαναπατριστώ. Οι φίλοι πρέπει να σε προστατεύουν όταν αρχίζεις να παρεκτρέπεσαι. Θα έχει έλθει ο καιρός να σταματήσω τα πάνε έλα στην Χαλκιδική.

Μέχρι τότε όμως, φέρτε μου εκπροσώπους της θύρας 4μ, με πυρσούς και κροτίδες, να πιαστούμε αγκαλιά στους ώμους και να τραγουδήσουμε, όπως κάθε χρόνο, «από την Χαλκιδική εμάς δε μας κουνάς γ…. ο Θρύλος και ο Πειραιάς».

Καλό χειμώνα, όποτε έλθει με την σειρά του, σας εύχομαι. και ας μου κόψετε την καλημέρα. Σφαλιάρα από τον Μπάτμαν μόνο δεν θέλω να φάω.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Δικαιόπολη ζεις εσύ μας οδηγείς

Τον όγδοο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου ο Αθηναίος πολίτης Δικαιόπολης συνάπτει ειρήνη αποκλειστικά για τον εαυτό του και την οικογένεια του. Επιστρέφει στο σπίτι του ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Διονύσια. Αντίθετη γνώμη έχουν οι καρβουνιάρηδες…
Αυτά λέει ο Σαββόπουλος στην εισαγωγή του «Αριστοφάνη που γύρισε από τα θυμαράκια».

Κάθε μέρα που περνάει, όλο και περισσότερο νιώθω σαν αυτόν τον τύπο. Νομίζω ότι όσοι έχουν την κακή συνήθεια να δραστηριοποιούνται ως επιχειρηματίες ή ελεύθεροι επαγγελματίες στην Ελλάδα θα με καταλάβουν.

Οι Ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων, σε μεγάλο βαθμό, και η παρούσα κυβέρνηση στον μέγιστο βαθμό, δείχνουν να εχθρεύονται την ιδιωτική πρωτοβουλία. Αλλοπρόσαλλες πολιτικές, καταστροφικές αποφάσεις, εισπρακτικά μέτρα χωρίς λογική, έχουν οδηγήσει ολόκληρους κλάδους, αν όχι το σύνολο της Ελληνικής οικονομίας, σε μαρασμό.

Είναι σαφές ότι οι σημερινοί κυβερνώντες θεωρούν τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες ως εχθρό τους. Δεν θα αναφερθώ σε φαιδρές δηλώσεις γραφικών στελεχών, αλλά στο σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής έτσι όπως ξεδιπλώνεται καθημερινά. Μοναδικό μέλημα τους είναι η διατήρηση και η αύξηση, των θέσεων εργασίας και των προνομίων των εργαζομένων στο δημόσιο. Προφανώς πιστεύουν, χωρίς να κάνουν λάθος, ότι αυτό θα τους εξασφαλίσει μακροημέρευση στην εξουσία ενός πτωχευμένου κράτους που όμως έχει ακόμα τα μέσα για την εξασφάλιση της ευημερίας των κομματικών κηφήνων.  Διαφωνώ, αλλά είναι δικαίωμα τους να πολιτεύονται με τέτοιο τρόπο, αφού η πλειοψηφία των Ελλήνων  αποφάσισε, δύο φορές μέσα σε εννέα μήνες, ότι αυτοί ήταν οι πιο κατάλληλοι για να κυβερνήσουν την χώρα και να την μετατρέψουν σε μια χώρα χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και χωρίς μέλλον.

Ζητάω διέξοδο όπου και αν την βρω. Δεν με ενδιαφέρει αν θα είναι μέσα ή έξω από την Ελλάδα. Πολεμάω μέσα στο πλαίσιο των νόμων για την επιβίωση την δική μου της οικογένειας μου, της επιχειρήσεως μου και όσων εξαρτώνται από αυτή. Δεν μπαίνω σε ανούσια ιδεολογικά διλλήματα. Θα κάνω προσωπική ειρήνη, σαν τον ήρωα του Αριστοφάνη, με όποιον χρειαστεί. Πιστεύω στην ευημερία του συνόλου ως άθροισμα των επιμέρους ευημεριών των μελών της. Αγάπη για τον συνάνθρωπο και ειλικρινές ενδιαφέρον με βοήθεια και υποστήριξη, μακριά από αγκυλώσεις και στενόμυαλα κολλήματα.

Το Ελληνικό κράτος, με τον τόπο που είναι σήμερα δομημένο και τις κατευθύνσεις που έχει σήμερα είναι μια μεγάλη τροχοπέδη. Ένα βαρίδιο που σταματάει οποιαδήποτε δημιουργική προσπάθεια και προδικάζει την αποτυχία της. Βλέπω τι κάνουν χώρες που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε υπανάπτυκτες, για να προσελκύσουν επενδύσεις και να ανοίξουν δουλειές και σκέφτομαι ότι η Ελλάδα, με τα μυαλά των κυβερνώντων, δεν έχει καμιά ελπίδα. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι οι χώρες αυτές έχουν βιώσει για δεκαετίες την σκλαβιά συστημάτων σαν αυτά που ορέγονται οι σημερινοί κυβερνώντες. Είδαν τα καλά τους και φεύγουν τρέχοντας προς τα μπρος. Εμείς μπορούμε να βλέπουμε μόνο την σκόνη που αφήνουν πίσω τους και να σκεφτόμαστε ότι τμήμα των καλολαδωμένων μηχανών τους πλέον είναι και πολλοί συμπατριώτες μας, που αποφάσισαν να συνάψουν και αυτοί την δική τους ειρήνη.

Είμαι πενήντα χρόνων και έχω βγάλει από το μυαλό μου ότι μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Ακόμα και αν ήθελα, ακόμα και αν μπορούσα, δεν μου μένει πλέον χρόνος. Το μόνο που μπορώ να ελπίζω ότι θα καταφέρω, είναι να επιβιώνω κάθε μέρα στην εμπόλεμη ζώνη και ίσως να ευλογηθώ να φυτέψω μερικά δέντρα στην σκιά των οποίων δεν θα καθίσω ποτέ.



Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Γυριιιίσατεεεε;



Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα που η άδεια τελείωσε. Εμ έτσι είναι φιλαράκι. Σε το έλεγε και ο επιλοχίας στον στρατό. «Η άδεια δεν είναι απολυτήριο».

Με βαριά καρδιά παίρνεις τον δρόμο για την πόλη. Στον δρόμο περίμενες να δεις τις ορδές του Τζένγκις Χαν να επιστρέφουν. Φαίνεται όμως ότι τελικά είπαν «πάτε κι ερχόμαστε». Πας λοιπόν και εσύ στον άδειο δρόμο να μπεις στην άδεια πόλη. Να δεις που δεν θα έλθουν και τζάμπα επιστρέφεις.

Θωμά είσαι σπίτι; Γιατί σε παίρνω και μιλάει. Άμα μιλάει κυρία μου, ο Θωμάς είναι σπίτι. Εξακριβωμένα πράγματα. Κοπιάστε. Μπαίνεις μέσα στην πολυκατοικία. Σε υποδέχεται η μυρωδιά του καθαριστικού. Το συνεργείο καθαριότητας γύρισε και αυτό από τις διακοπές και ραίνει την είσοδο με το καθαριστικό που έχει την φρεσκάδα της Σκανδιναβικής άνοιξης για να νομίζεις ότι καθάρισε. Βλέπεις το γραμματοκιβώτιο και το κεφάλι αρχίζει να μυρμηγκιάζει. Όλοι οι φάκελοι ένα μέγεθος. Αυτό το μικρό, το φαρμακερό, το λογαριασμί. Άσε θα τους πάρεις μετά. Τώρα είσαι φορτωμένος.

Καλείς το ασανσέρ. Μπαίνεις μέσα και κάτω από το περίεργο φως της καμπίνας, βλέπεις να σε κοιτάει  από τον καθρέφτη ο Γιώργος Μούτσιος, όπως τον είχαν βάψει με φούμο για να κάνει τον μαύρο υπηρέτη του Κωνσταντάρα σε εκείνη την ταινία. Κάνεις να γελάσεις αλλά μόλις εμφανίζεται η λευκή οδοντοστοιχία σκιάζεσαι. Θέλω να μαυρίσω και να μείνω έτσι πάντα, λέει το τραγούδι. Θεός φυλάξει, λέω εγώ. Τρίψιμο με το σφουγγαράκι σκοτς μπράιτ να ξαναγυρίσεις στην Ινδοευρωπαϊκή φυλή. Με τον Ενρίκε Ιγκλέσιας να χορεύω λαμπάντα. Ούτε λαμπάντα, ούτε μακαρένα, ούτε και τον χορό της βροχής που έχει αφήσει ένα ψυχικό τραύμα από τα πάρτι των παιδιών όταν ήταν μικρά. Εγώ παρέα θα κάνω με τον πόνο μου. Μη μου μιλάτε αφήστε με μόνο μου.

Ξεκλειδώνεις και παθαίνεις μια ακόμα κρίση πανικού. Ο κωδικός του συναγερμού, μπερδεύεται στο μυαλό σου, με το PIN της κάρτας και τον κωδικό του υπολογιστή στο γραφείο. Νουμεράκια χορεύουν αυτά λαμπάντα με τον Ιγκλέσιας μέσα στο κεφάλι σου. Στις δύο προσπάθειες το πετυχαίνεις και έτσι έχεις ξυπνήσει τον κόσμο μόνο μέχρι την Κατερίνη. Η Λάρισα την γλύτωσε. Πάλι καλά.

Ζέστη! Δεν σου άρεζε που ζεσταινόσουν κάτω από την ομπρέλα στην παραλία, ε; Πάρε τώρα για να έχεις ζέστη και υγρασία. Σα να κολυμπάς μέσα σε ένα τεράστιο πλακούντα, σε γεννητούρια μήνα Αύγουστο στην Αφρική. Καταλαβαίνεις γιατί κλαίει το μωρό όταν γεννιέται. Έκλαιγε και πριν γεννηθεί εκεί που ήταν. Κάνεις ένα ντους. Δροσίζεσαι και αλλάζεις ρούχα. Η δροσιά που νιώθεις επιβεβαιώνει ότι όλα τα ωραία κρατούν λίγο. Ανοίγεις ψυγείο, ανοίγεις ντουλάπια. Αν μιλήσεις μπροστά τους θα κάνει αντίλαλο. Βρίσκεις κάτι αρχαίες φρυγανιές που για κάποιο λόγο έχουν ξεμείνει στο ντουλάπι. Αρχίζεις να μασουλάς, μια από αυτές, και καταλαβαίνεις γιατί είχαν ξεμείνει. Φτύνεις και πίνεις χλιαρό νεράκι από την βρύση. Άσε θα πάρω κάτι από τον δρόμο.

Βγαίνεις και πάλι έξω. Τα ρούχα έχουν ήδη κολλήσει επάνω σου. Η ζώνη σε στενεύει. Οι μπύρες και τα παγωτά αναπαύονται στην περιοχή που οι τύποι που έβλεπες στους Ολυμπιακούς είχαν τους κοιλιακούς. Έχεις και εσύ κάτι από αθλητή στο στυλ σου αλλά μάλλον για σφαιροβόλος πας. Δίαιτα επείγοντος. Από Δευτέρα. Ωχ σήμερα είναι Δευτέρα. Βλέπεις τον γείτονα και σε αποσπά για λίγο από τις μαύρες σκέψεις. Κανονική Καρέζη, δεσποινίς διευθυντής, ο άτιμος. «Γυριιισατεεε;». Ετοιμάζεσαι να του πεις «Καλό χειμώνα τώρα» αλλά ξαφνικά θυμάσαι ότι η ευχή έχει ποινικοποιηθεί. Το προσπερνάς την τελευταία στιγμή. «Ναι γυρίσαμε».

Μπαίνεις στο αυτοκίνητο. Στο πρώτο φανάρι φέρνεις στο μυαλό τι έκανες αυτή την ώρα τις δύο προηγούμενες εβδομάδες. Συγκεντρώσου. Έχουμε δουλειές. Πολλά τηλέφωνα δεν χτυπάνε ακόμα. Το μεγάλο ντου θα γίνει με το τέλος του μήνα, σου λέει ο άλλος. Αν δεν γίνει και τότε, ας το πάμε μονορούφι μέχρι τα Χριστούγεννα. Γίνεσαι γκρινιάρης. Κάθε τόσο πρέπει να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου, ότι όχι, πλέον το μεσημέρι δεν πίνουμε ουζάκια, ούτε πέφτουμε για σιέστα.

Το βράδυ θα βρέξει, λέει, και θα δροσίζει. Αχ κυρία μου, δεν είναι βροχή. Τα δάκρυα αυτών που επέστρεψαν στην πόλη είναι…

Άντε, καλό χειμώνα. Χιχι

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Πρωινοί συνοδοιπόροι του καλοκαιριού

Βγαίνω στον δρόμο για να πάω να αγοράσω το γνωστό ζεστό, μοσχομυριστό ψωμί που από μόνο του, αποτελεί ένα καλό λόγο για να ξυπνήσω νωρίς μέσα στις διακοπές.

Περπατώ με ένα μάτι ανοιχτό και ένα κλειστό, σέρνοντας τα πόδια μου μέχρι τον φούρνο. Είναι νωρίς ακόμα, αλλά στον δρόμο δεν είμαι μόνος. Οι περισσότεροι που περπατούν αυτή την ώρα είναι άντρες και μάλιστα μεγάλης ηλικίας.

Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω παππούδες που το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι τα κοντά παντελόνια φορεμένα με τέτοιο τρόπο που να θυμίζουν γυμναστικές επιδείξεις άλλης εποχής. Οι συνδυασμοί αρκετοί. Ο πρώτος με τον οποίο διασταυρώθηκα φορούσε το γνωστό λευκό κασκορσέ που άφηνε έξω τα, τέως στιβαρά και νυν νερουλιασμένα, μπράτσα του. Κρατούσε μια μαγκούρα. Αν τον ρωτήσεις για ποιο λόγο θα σου πει ότι το κάνει για να προστατεύεται από τα αδέσποτα σκυλιά και δεν θα παραδεχτεί ότι του χρειάζεται για να στηρίζεται κάθε τόσο. Μπορεί και να του θυμίζει τα παιδικά του χρόνια στο χωριό. Ποτέ δεν ξέρεις.

Ο δεύτερος συνοδοιπόρος μου φοράει και αυτός κοντό παντελόνι βερμούδα στα χρώματα των προσκόπων. Από επάνω φοράει κοντομάνικο πουκάμισο με σκληρό γιακά, που ανεμίζει έξω από το παντελόνι και αφήνει κάθε τόσο να φανεί το φανελάκι του. Τα παπούτσια είναι μαύρα σκαρπίνια με κάλτσες κοντές στο ίδιο χρώμα. Αν φορέσει μακρύ παντελόνι και σουλουπώσει λίγο το πουκάμισο, μια χαρά πάει καλεσμένος σε γάμο. Το κεφάλι προστατεύει από τον ήλιο, διαφημιστικό τζόκεϊ.

Φτάνω στον φούρνο. Μπροστά μου άλλος κοντοβράκης. Έφτασε εδώ σέρνοντας τα πόδια σα να μετρούσε με βηματάκια την απόσταση από το σπίτι. Ευθυτενής με άσπρο μουστάκι. Σίγουρα έχει καβατζάρει τα ογδόντα και σήμερα πρέπει να έχει φορέσει κατά λάθος τα ρούχα του εγγονού του. Από κάτω το απαραίτητο σορτ του προσκόπου. Φαίνεται να του είναι λίγο φαρδύ και τα μπατζάκια πετιούνται προς τα έξω. Από πάνω φοράει κόκκινη μπλούζα με στάμπα «I καρδούλα Chalkidiki». Τα παπούτσια είναι αθλητικά σε χρώματα που θα τύφλωναν και σέρφερ στην Χαβάη, ενώ οι κάλτσες ψηλές λευκές, έτοιμες να τις βάλει μπασκετμπολίστας και να μπει στο παρκέ. Φοράει καπέλο ψαθάκι γιατί μάλλον ο εγγονός θα χρειαζόταν το δικό του.

Παίρνω το ψωμί και τσιμπάω λίγη από την τραγανή γωνία. Μασουλάω ευτυχισμένος και συναντάω την πρώτη γυναίκα της ημέρας. Ψηλή ξερακιανή, μαυρισμένη μέχρι το κόκαλο. Περασμένα εβδομήντα αλλά κάνει εμφάνιση με μπικίνι και παρεό. Βαμμένη στη τρίχα έτοιμη για φωτογράφιση beachwear για υπερήλικες. Καπέλο μπλε ψαθάκι και γυαλί Γκρέτα Γκάρμπο δίνουν αέρα Νίκαιας στο ταπεινό μας θέρετρο.

Ακούω ένα λαχάνιασμα από πίσω μου και γυρίζω ξαφνιασμένος. Ζευγάρι σπορτίβων τριαντάρηδων κάνει το πρωϊνό του τζόκινγκ. Εκείνος φοράει γαλάζιο φανελάκι «Μαραθώνιος Μέγας Αλέξανδρος» και αθλητικό σορτάκι σε σκούρο μπλε χρώμα. Στο μπράτσο έχει στερεωμένο το κινητό που τροφοδοτεί με μουσική τα ακουστικά που κρέμονται από τα αυτιά. Κεφάλι ξυρισμένο, να μην φαίνεται η πρώιμη φαλάκρα, και γυαλί καθρέφτη που στερεώνονται με λαμπερό λάστιχο πίσω από τα αυτιά. Εκείνη λίγο πιο κοντούλα φοράει φαρδιά μπλούζα με στάμπα cartoon και σορτσάκι ροζ μπουρνουζέ. Έχει κάνει τα μαλλιά αλογοουρά που κουνιέται χαρούμενα καθώς τρέχει και της δίνει ωραίο στυλ καθώς συνδυάζεται με το γείσο καπέλο του τενίστα και τα καθρεφτέ γυαλιά με τον ροζ σκελετό. Έχουν ιδρώσει και φαίνεται να παίρνουν πολύ σοβαρά την άθληση τους στις διακοπές. No pain no gain.

Λίγο πριν στρίψω για το σπίτι πέφτω επάνω στον γείτονα που έχει το αυθαίρετο τρία οικόπεδα πιο πέρα από το σπίτι μου. Ηλικία γύρω στα εξηνταπέντε. Πρόσφατα έχει βγει στην σύνταξη. «Πενήντα χρόνια ένσημα από παιδί στα μπετά στη οικοδομή και τώρα παίρνουμε ψίχουλα». Φοράει τζιν σορτσάκι που του έχει πέσει χαμηλά καθώς η ζώνη δεν μπορεί να το συγκρατήσει στη θέση του. Μέσα στο μαύρο φανελάκι ασφυκτιά μπυροκοιλιά μεγέθους εγκυμονούσας στον μήνα της. Φοράει καφέ σαγιονάρα, τύπου Ελληνικός στρατός και τσόκεϊ κίτρινο άσπρο «Εξατμίσεις ο Θάνος».

Τον καλημερίζω και πάω για τον πρωϊνό μου.