Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Ο εχθρός του λαού


Γύρισα στο σπίτι κουρασμένος. Η ζέστη και η πίεση της δουλειάς με είχαν εξουθενώσει. Κάθισα στην πολυθρόνα, έβαλα μουσική και έκλεισα τα μάτια μου. Ο ύπνος πρέπει να με πήρε αμέσως. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιμόμουν όταν άκουσα χτυπήματα στην πόρτα. Βρισκόμουν σε εκείνη την κατάσταση που προσπαθείς να βγεις από τον λήθαργο και δεν τα καταφέρνεις. Σα να έχεις κάνει βουτιά σε βαθιά νερά στη θάλασσα και προσπαθείς να βγεις στην επιφάνεια. Βλέπεις ψηλά επάνω το φως, ανεβαίνεις και ανεβαίνεις και όλο έχει νερό από πάνω σου. Ο αέρας σου τελειώνει. Κάποια στιγμή ξυπνάς και παίρνεις μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης ρουφώντας τον αέρα σαν το λαγωνικό που έχει βρει το θήραμα.



Τα χτυπήματα συνεχίζονταν με την ίδια ένταση. Περίεργο, δεν είχαν χτυπήσει το θυροτηλέφωνο. Χτυπούσαν κατευθείαν την πόρτα. Όχι το κουδούνι, αλλά την πόρτα. Άνοιξα. Ένας αστυνομικός με στολή και δύο άλλοι κοντοκουρεμένοι, με τσαλακωμένα ρούχα και άγριο βλέμμα. Κάποιος από αυτούς, ή και όλοι, βρωμούσε ιδρωτίλα σαν είχε μέρες να κάνει μπάνιο. Κρατούσαν στα χέρια τους ένα χαρτί με εμφανή τα σημάδια του διπλώματος του.

-          Γιατί δεν ανοίγετε, ρώτησε αγριεμένος ο ένστολος.

Του είπα ότι μόλις είχα γυρίσει από την δουλειά και με είχε πάρει ο ύπνος.

-          Πρέπει να έλθετε μαζί μας, είπε και μου έχωσε κάτω από την μύτη μου το τσαλακωμένο χαρτί.



Δεν μπόρεσα καλά καλά να το διαβάσω και οι δύο βρωμεροί με τα πολιτικά με έπιασαν από τα μπράτσα. Προσπάθησα να ρωτήσω τι συμβαίνει, ποιοι είναι και τι θέλουν, αλλά φαινόταν μάταιο.  Πήρα τα κλειδιά, το πορτοφόλι και το κινητό και τους ακολούθησα. Σε λίγο θα λυνόταν η όποια παρεξήγηση είχε προκύψει. Στην πυλωτή ήταν σταματημένο ένα παλιό ford με ανοιχτές τις πόρτες και έναν τρίτο κοντοκουρεμένο, με πολιτικά, στην θέση του οδηγού. Άκουγε Παντελίδη στην διαπασών και έτρωγε μαύρα σπόρια, φτύνοντας κάθε τόσο τα τσόφλια στο έδαφος, όπου είχε ήδη σχηματιστεί ένα μικρό βουναλάκι.



Με έσπρωξαν  να καθίσω στο πίσω κάθισμα και κάθισαν δίπλα μου οι δύο κοντοκουρεμένοι. Ένας από κάθε πλευρά. Ο ένστολος κάθισε στην θέση του συνοδηγού και χαμήλωσε το ραδιόφωνο. Ο οδηγός τον κοίταξε άγρια και το ξαναδυνάμωσε με ένα χαμόγελο νικητή. Έβαλε μπρος και ξεκινήσαμε.



Η κίνηση στον δρόμο μου φαινόταν περίεργη. Λίγος κόσμος να περπατάει βιαστικός και πολλά αυτοκίνητα. Περιπολικά που έτρεχαν βιαστικά αδιαφορώντας για τους σηματοδότες αλλά και πολιτικά αυτοκίνητα με μπλε φάρους στην οροφή σαν αυτά που βλέπεις στις Αμερικάνικες ταινίες.



Διασχίσαμε όλη την πόλη και φτάσαμε σε ένα κτίριο πίσω από τον σταθμό, που από όσο θυμάμαι, παλιά στέγαζε μια βιοτεχνία ρούχων. Από αυτές τις εκατοντάδες που έκλεισαν όταν οι ιδιοκτήτες τους αναζήτησαν την τύχη τους στην Βουλγαρία. Κατεβήκαμε. Στο κτίριο επικρατούσε αναβρασμός. Άνθρωποι πήγαιναν και ερχόταν. Ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο και περπατήσαμε σε ένα μακρύ διάδρομο. Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε μια βαριά μεταλλική πόρτα βαμμένη με λαδομπογιά σε χρώμα ανοιχτό πράσινο. Ο ένστολος την χτύπησε.

-          Περίμενε εδώ εσύ, μου είπε.

Μαζί μου περίμεναν και οι δύο κοντοκουρεμένοι. Είχα ήδη βγάλει το συμπέρασμα ότι τελικά βρομούσαν και οι δύο. Πήγα να ρωτήσω για πολλοστή φορά τι συμβαίνει και πού βρίσκομαι αλλά μου απάντησαν με το ίδιο «κάνε υπομονή και θα δεις» συνοδευόμενο από το ίδιο πονηρό χαμόγελο.



Πρέπει να μην είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά αλλά εμένα μου φάνηκαν σαν πέντε ώρες. Ο ένστολος βγήκε και μου είπε να περάσω μέσα. Μπήκαμε όλοι μαζί. Το δωμάτιο ήταν μικρό. Είχε μόνο ένα κλασσικό μεταλλικό γραφείο δημόσιας υπηρεσίας, και μια καρέκλα επισκέπτη μεταλλική και αυτή καλυμμένη με δερματίνη κακής ποιότητας. Στην γωνία της είχε μια τρύπα και από μέσα έβγαινε το αφρολέξ. Ο άντρας που καθόταν πίσω από το γραφείο, δεν μίλησε, μόνο μου έκανε νόημα να καθίσω. Ήταν γύρω στα  σαράντα με μαλλί μαύρο ακόμα και μια μεγάλη χωρίστρα στο πλάι. Φορούσε ένα σκούρο κουστούμι χωρίς γραβάτα και ένα άσπρο πουκάμισο από μέσα, ξεκούμπωτο στον λαιμό. Παρ’ όλη την ζέστη δεν ήταν ιδρωμένος. Επάνω στο γραφείο του υπήρχαν φάκελοι στοιβαγμένοι, ένα λάπτοπ και ένα κινητό τηλέφωνο. Σταθερό δεν υπήρχε.



Σήκωσε τα μάτια του από τον φάκελο και με κοίταξε. Χαμογελούσε αλλά το χαμόγελο του δεν ήταν φιλικό. Χαμογελούσε με έναν αυτάρεσκο τρόπο λες και χαμογελούσε στο εαυτό του.

-          Κύριε Μιχαλόπουλε σας παρακολουθούμε εδώ και καιρό.

Ποιοι ήταν αυτοί που με παρακολουθούσαν και γιατί.

-          Διαβάζουμε αυτά που γράφετε και ήλθε η ώρα να γνωριστούμε από κοντά… Θεωρούμε ότι είσαστε επικίνδυνος. Εκφράζεται απόψεις που κάνουν κακό στο κόσμο και στρέφονται εναντίον μας. Εναντίον των φίλων του λαού. Άρα και εναντίον του λαού.

Άντε πάλι το περίεργο χαμόγελο στο στόμα του. Δεν καταλάβαινα ποιοι ήταν αυτοί οι φίλοι του λαού και τι στο καλό τους πείραξε. Ένα δυο σχόλια στo facebook και μερικά κειμενάκια στο blog δεν μπορεί να με έκαναν εχθρό του λαού. Ούτε δημοσιογράφος, ούτε πολιτικός, ούτε συγγραφέας ήμουν.



-          Έχουμε πάρει τις αποφάσεις μας. Από τις πέντε σήμερα το απόγευμα γυρίζουμε σελίδα. Κάτι τέτοια αποβράσματα σαν και του λόγου σου, δεν έχουν πλέον θέση στην κοινωνία μας.

Τι έγινε άραγε σήμερα στις πέντε το απόγευμα; Τι στο καλό το ήθελα να κοιμηθώ στην πολυθρόνα…

-          Από σήμερα λοιπόν, παύετε να υπάρχετε. Η επιχείρηση σας, το σπίτι σας και όλα σας τα υπάρχοντα κατάσχονται και θα διανεμηθούν στον λαό. Η οικογένεια σας θα χωριστεί και κάθε μέλος της θα πάει σε διαφορετική περιοχή της χώρας έτσι ώστε να σταματήσει η επιρροή των δηλητηριασμένων ιδεών σας. Εσείς αύριο το πρωί θα τουφεκιστείτε.



Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που άκουγαν τα αυτιά μου. Το αίμα μου κυλούσε στις φλέβες σαν ταχεία αμαξοστοιχία μέσα σε τούνελ. Ένιωθα να χάνω τις αισθήσεις μου. Ο κόσμος σκοτείνιαζε.



Από την άλλη προσπαθούσα να κρατηθώ. Προσπαθούσα να επανέλθω. Πάλι αυτή η αίσθηση του δύτη που προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια.



Άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν και πάλι στην πολυθρόνα του σπιτιού μου αλλά η πόρτα και πάλι χτυπούσε. Άνοιξα τρομαγμένος. Ήταν το παιδί από την πιτσαρία. Είχε φέρει την παραγγελία. Ούτε κοντοκουρεμένοι που βρομούσαν, ούτε ένστολοι. Το παλικαράκι με έβλεπε που τον κοιτούσα με βλέμμα τρελού και δεν ήξερε τι να υποθέσει. Πληρώθηκε και μάλλον πήρε και το μεγαλύτερο πουρμπουάρ της ζωής του.



Όνειρο ήταν.



Για την ώρα…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου