Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Καλοκαίρι

Ζέστη! 

Ξυπνάω από τον μεσημεριανό ύπνο, την μικρή πολυτέλεια του Σαββατοκύριακου. 

Ο τόπος βράζει. Οι πλάκες στην παλιά  αυλή έχουν πυρώσει. Πατάω ξυπόλητος και είναι από τις ελάχιστες φορές που όχι απλώς το ανέχομαι αλλά το απολαμβάνω κιόλας. 

Παίρνω το χοντρό πράσινο λάστιχο. Ανοίγω την βρύση. Το νερό βγαίνει πρώτα καυτό και ύστερα δροσερό. Πέφτει επάνω στις πλάκες πιτσιλώντας γύρω γύρω. Μυρίζει ζεστησκονηπουκατακαθεται. 

Πατάω επάνω στις βρεγμένες πλάκες. Πρώτα ζεστές και γρήγορα πιο δροσερές. Κλείνω τα μάτια, απολαμβάνω την αίσθηση, ρουφάω τις μυρωδιές  και είμαι πάλι δέκα χρονών. Ο παππούς με το φανελάκι και το παντελόνι της πιτζάμας, καταβρέχει για να δροσίσει. 

Οι πολυθρόνες έχουν βραχεί. Κάθομαι σε μια από αυτές για να απολαύσω τον παγωμένο καφέ μου. Δεν με νοιάζει , σε δευτερόλεπτα θα στεγνώσει πάλι.

Καλοκαίρι! 

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Φ(ί)λαγε τα ρούχα σου!

 Σίγουρα έχεις και εσύ μερικά τέτοια.

Ρούχα που φαίνεται να μεγαλώνουν μαζί σου. Τώρα πια τα ρούχα μας κρατάνε περισσότερο. Όταν ήμασταν πιτσιρικάδες οι γονείς δεν μας προλάβαιναν με τα ρούχα. Πότε παίρναμε το παντελόνι και το κοντέναμε, και πότε μας γινόταν αντιπλυμμυρικό μέχρι τον αστράγαλο κανείς δεν προλάβαινε να το καταλάβει.

Ύστερα μεγαλώσαμε. Σταμάτησε η ανάπτυξη προς τα επάνω και άρχισε η «περιφερειακή» ανάπτυξη. Τα παντελόνια  ήταν καλά στο ύψος αλλά άρχισαν να ζορίζουν στην μέση. Ήλθαν και τα κιλά της εγκυμοσύνης  (ναι και οι άντρες βάζουν κιλά αυτούς τους εννέα μήνες, μόνο που δεν τα χάνουν μετά) και το κακό παράγινε. 

Έχεις δει αξιωματικό με την επίσημη στολή που φοράει σπάνια;  Ο ποπός τουρλώνει πίσω. Η κοιλίτσα δεν αφήνει το σακάκι να κουμπώσει καλά και τα μπούτια ασφυκτιούν όπως του πρωθυπουργού Αλέξη τώρα που η εξουσία τον τζουτζούκεψε.

Δοκίμασα χθες να φορέσω ένα αγαπημένο παντελόνι που φοράω σε πιο επίσημες περιστάσεις. Τι συνεργάσιμο ρούχο! Μου στεκόταν το ίδιο καλά με … πριν από δέκα κιλά. Μη με ρωτήσετε πώς γίνεται αυτό. Θαύμα. Μεγαλώσουμε μαζί. Εξελισσόμαστε. Μοιραζόμαστε αναμνήσεις. Στιγμές ευχάριστες και δυσάρεστες. Γάμους, βαφτίσια, την αποφοίτησή των παιδιών. 

Πρόβλημα υπάρχει αν το συνεργάσιμο ρούχο είναι από αυτά που δεν χωνεύεις. Δοκιμάσατε αλλά η σχέση σας δεν πέτυχε. Εσύ ψάχνεις αφορμή να το ξεφορτωθείς και αυτό κερί αναμμένο να σου στέκεται κάθε φορά καλύτερα. Τέτοιες εποχές δεν σου πάει η καρδιά να πετάξεις ένα ρούχο που είναι ακόμα καλό. Γι αυτό  ζεις επικίνδυνα. Να μια λαδιά στο τραπέζι της πεθεράς, να ένας λεκές από κόκκινο κρασί στον γάμο του ξαδέρφου. Στο λέω από την αρχή. Όλα θα βγουν παρά τις προσευχές σου για το αντίθετο. Σαν το εφτάψυχο αυτοκίνητο στην ταινία Κριστίν. 

Να είσαι καλός με αυτά τα ρούχα. Είναι σίγουρο ότι θα ζήσετε πολλά χρόνια μαζί. 

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Επιτέλους επίπεδο



Ο ξερακιανός τύπος με τα τσαλακωμένα ρούχα και την φωνή του ποντικιού που το πνίγουνε είχε θυμώσει. Με τα λίγα Ελληνικά που προφανώς είχε μάθει από το Google Translate, έψεξε τον αντίπαλο του. 

-          Δεν είναι δυνατόν ένας απόφοιτος του Harvard να μιλάει έτσι για τον πρωθυπουργό
Ο Κυριάκος, φυλακόβιος από τα γεννοφάσκια του, ανακάθισε στην καρέκλα του. Μέσα του πάλευαν οι τρόποι της φυλακής με αυτούς που είχε μάθει στο διάσημο πανεπιστήμιο. Ήθελε να σηκωθεί και να του πει πού είχε γραμμένο το Eaton του αλλά το ξανασκέφτηκε.
Δεν άξιζε τον κόπο. Εκείνος ήταν ένας gentleman.

Σηκώθηκε όρθιος, έβαλε το χέρι στην τσέπη και με βλοσυρό ύφος κεραυνοβόλησε τον ελεεινό ψηλομύτη Βρετανοσπουδαγμένο.
-          Την Κυριακή μετά την εκκλησία, οι διαφορές μας θα λυθούν με μια λεμβοδρομία.

Η αίθουσα πάγωσε. Κάπου στο βάθος, ο υπάλληλος της βουλής που φέρνει τα νερά, επιδεικνύοντας εξαιρετικά αντανακλαστικά, είχε βάλει να ακούγεται η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου από το Chariots of Fire.  Μεγάλες στιγμές!

Ο κάπελας με το καρό πουκάμισο, που καθόταν στην πιο ψηλή καρέκλα, δεν καταλάβαινε τίποτα. Κάτι έπιασε για θάλασσα και βάρκες όμως, και ήδη ονειρευόταν ρετσινούλα και μαριδάκι στην ακροθαλασσιά.

Ο Βαγγέλας ανακάθισε. Τι μ…. είναι αυτές. Φλώρικα πράγματα, σκέφτηκε. Στο μυαλό του έπαιζε ήδη η σκηνή από την Λόλα με τον Καλογήρου και τον Κούρκουλο να παλεύουν με τους σουγιάδες στα χέρια. Εκείνος φυσικά στον ρόλο του Κούρκουλου…

Ο Αλέξης απουσίαζε. Η συζήτηση ήταν άβολη για αυτόν, άσε που είχε και πολλές άγνωστες λέξεις. Αν ήταν εκεί σίγουρα θα ενθουσιαζόταν και θα φώναζε σαν άλλη Καρέζη στο «Δεσποινίς Διευθυντής», «για μένα σφάζονται οι λεβέντες».

Ο κύριος Δημήτρης που εσχάτως είχε ενσωματώσει με επιτυχία ένα πιο κυριλέ στυλ, με κουστούμι και γραβάτα για να ξεχωρίζει από τις κακές απομιμήσεις, δάκρυσε από συγκίνηση. Επιτέλους η ενότητα και ο αγώνας έφεραν κάποιο επίπεδο στην βουλή μας.


Ο Πάνος googleάριζε να δει τι φοράνε σε τέτοιες περιστάσεις. Του καλοάρεσε η προοπτική του σακακιού με τις κάθετες ρίγες. Είχε διαβάσει ότι οι κάθετες ρίγες κόβουν κιλά και ο συνδυασμός με το ψαθάκι του φαινόταν τέλειος. Δεν είχε ξαναντυθεί κάτι τέτοιο.

Η κυρία Φώφη με τα εξαιρετικά αντανακλαστικά της, ετοίμαζε αποστομωτική απάντηση στον Πάνο για την σύνταξη και δεν άκουσε τίποτα. Της φάνηκε περίεργη η μουσική αλλά συνέχισε να ψάχνει τα χαρτιά της.

Ο Σταύρος ζήτησε τον λόγο και είπε ότι η λεμβοδρομία δεν πρέπει να γίνει στην θάλασσα αλλά στο ποτάμι. Το ποτάμι, συνέχισε, είναι εγγυητής σταθερότητας. Στη συνέχεια κάθισε κάτω ικανοποιημένος με τον εαυτό του.

Ο κυρ Βασίλης σκεφτόταν ότι κανονικά αφού θα έριχναν της βάρκες μέσα, θα μπορούσε να πάει και εκείνος μαζί να κάνει τσαπαρί, να πιάσει κανένα ψαράκι για να φάνε με τον Αλέξη αργότερα.

Ένας τύπος με ξυρισμένο κεφάλι άκουγε και δεν πίστευε στα αυτιά του. «Δαιν γύνωντε αίτσει αυταίς ει δουλοιαίς. Κάτσαι να πο τα πεδειά να του ψιθηρείουν 2 φονίεντα κε μαιτά σου λαίο αιγό τη εστή βαιρικωκω».

Η χώρα καμάρωνε που επιτέλους οι εκπρόσωποι της είχαν αποκτήσει τέτοιο επίπεδο και περίμενε τη στιγμή που ο Κυριάκος και ο Ευκλείδης θα φορούσαν άσπρα σωβρακάκια και άσπρα φανελάκια και θα πήγαιναν για τον αγώνα.



Τι έγινε παιδιά;



Τι έγινε ρε παιδιά; Οι βλαμμένοι χωρίς σύνορα αντιμάχονται τους τζιχαντιστές  για το ποιος θα σκοτώσει περισσότερους στα πιο απίθανα μέρη. Στην ταινία Kingsman: The Secret Service ο «κακός» στέλνει ένα κωδικοποιημένο σήμα μέσω κινητού και άνθρωποι σε κάθε γωνιά της γης αρχίζουν να επιτίθενται ο ένας στο άλλο.

Προσπαθώ να σκεφτώ τα πιο πρόσφατα επεισόδια.  Νεκροί έφηβοι, μπλέκονται με γέρους παπάδες και ξεκοιλιασμένους αναπήρους. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Πλούσιοι και φτωχοί. Εκρηκτικά, πολυβόλα, νταλίκες, σπαθιά, βουτηγμένα στο αίμα, ξαφνιασμένων θυμάτων. Από το τελευταίο κωλοχώρι της Γερμανίας, μέχρι την Ιαπωνία και τις Κάννες. Ακόμα και η βαρετή Σουηδία φαίνεται να παίρνει την μερίδα της από την παγκόσμια τρέλα.

Ο κόσμος παρακολουθεί με το στόμα ανοιχτό. Δεν προλαβαίνουμε πλέον ούτε ένα κεράκι να ανάψουμε, ούτε ένα «Je Suis” να βάλουμε στο ντουβάρι μας στο Facebook, ούτε ένα λουλούδι να αφήσουμε στα σημεία των εγλημάτων. Από δίπλα και οι αρχές. Έτοιμες για όλα. Όλους τους ξέρανε. Όλους τους φακελώνανε, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να κάνουν την δουλειά τους όταν το αποφάσισαν.

Ανοιχτά σύνορα, κλειστά σύνορα. Ανοιχτά στόματα γεμάτα απορία και τρόμο. Έλεγχοι. Ακτίνες. Διαβατήρια. Κλειδώνω, ξεκλειδώνω και κλέφτης μέσα μένει. Μόνο που δεν είναι κλέφτης, αλλά φονιάς. Φονιάς που σκοτώνει τυφλά. Το θύμα του δεν τον γνωρίζει και αυτός δεν γνωρίζει το θύμα του. Απλώς το σκοτώνει.

Μήπως όμως είναι και κλέφτης; Κλέβει την ζωή μας όπως είχαμε συνηθίσει να την ζούμε. Μας υποχρεώνει να σηκώνουμε τείχη και να  κλεινόμαστε μέσα ανακουφισμένοι. Εκούσιοι φυλακισμένοι εν ονόματι της ασφάλειας και της … ελευθερίας. Μας κάνει να περπατάμε στον δρόμο και να κοιτάμε πίσω μας. Να κοιτάμε με δυσπιστία τον διπλανό μας. Να το σκεφτόμαστε δύο φορές πριν ταξιδέψουμε.

Πότε θα σταματήσει αυτό; Με ποιόν τρόπο;

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Κυριακή στο beach bar. Τι ωραία!



Κοίταξε, λέω σήμερα που είναι Κυριακή να μην καθίσουμε στην παραλία της δικιά μας. Να πάρουμε το αυτοκίνητο να πάμε σε κανένα beach bar παρακάτω, όπως κάνει όλος ο καλός ο κόσμος. Να βγάλουμε και εμείς ρε αδελφέ μια selfie με φόντο τον αριθμό της ομπρέλας τύπου Flintstone, που είναι και της μόδας.

Να ξεκινήσουμε νωρίς, όμως, έτσι ώστε να πέσουμε νωρίς στο μποτιλιάρισμα της Νικήτης. Να περάσουμε καμιά ωρίτσα κάτω από τον καυτό ήλιο, σταμάτα ξεκίνα. Να φάμε μισό ντεπόζιτο βενζίνη και να μαλώσουμε μεταξύ μας για το ποιος είχε την φαεινή ιδέα να φύγουμε από την θάλασσα που είναι μπροστά στην πόρτα μας και να ξενιτευτούμε.  Να παρατηρούμε τον ηλίθιο που πάει να προσπεράσει από δεξιά ή να βγει στο αντίθετο ρεύμα και όποιον πάρει ο χάρος. Να πιούμε όλα τα νερά δύο στροφές μετά το σπίτι και να ακούμε στο ραδιόφωνο ευτυχισμένους ραδιοφωνιτζήδες να μας λένε πόσο υπέροχο είναι που είναι καλοκαίρι και Κυριακή.

Να φτάσουμε κάποια στιγμή στο beach bar και να ψάχνουμε κανένα τέταρτο να βρούμε να παρκάρουμε, εν τόπω χλοερώ εν τόπω αναψύξεως το αυτοκίνητο μας, για να μην είναι σαν πυρακτωμένη γάστρα όταν θα ξαναμπούμε μέσα. Να το αφήσουμε σκαρφαλωμένο σαν το κατσίκι που προσπαθεί να βρει σκιά κάτω από ένα πουρνάρι, με το πουρνάρι να προσφέρει σκιά μόνο στον μπροστινό προφυλακτήρα και το δεξί φλας.

Να περάσουμε την πόρτα του beach bar και να αρχίσουμε να ψάχνουμε να βρούμε ομπρέλα. Για την ακρίβεια δύο ομπρέλες γιατί η μια δεν μπορεί να στεγάσει τετραμελή οικογένεια. Να έρχεται η κοπελίτσα με το χρώμα αφρικανού φύλαρχου και το καυτό σορτσάκια και να μας λέει «τέτοια ώρα που ήλθατε, δύσκολα». «Δεν το ξέραμε να ξυπνήσουμε στις έξι σα να πηγαίναμε για ψάρεμα, για να πιάσουμε την ομπρέλα σου, κοπελιά», να της λέμε εμείς και εκείνη να μην ακούει γιατί η μουσική παίζει σε απίστευτη ένταση. Να βρούμε τελικά δύο ομπρέλες στα ορεινά του beach bar και να καθίσουμε να ξαποστάσουμε. Να υπολογίζουμε πόση ώρα χρειαζόμαστε για να φτάσουμε στη θάλασσα, αφού παραστήσουμε τους αναστενάρηδες στην καυτή άμμο και να καταλάβουμε επιτέλους αυτό που διαβάζαμε στο γυμνάσιο για τους μυρίους  που αναφώνησαν «θάλαττα θάλαττα».

Να ξαπλώσουμε στην ξαπλώστρα για να χαλαρώσουμε και να υπολογίζουμε σε πόση ώρα θα μας «βρει» ο ήλιος και πώς θα γίνει να γυρίσουμε έτσι ώστε και ίσκιο να έχουμε και να μην πέσουμε επάνω στην Σούλα στην διπλανή ομπρέλα.

Να παραγγείλουμε στην αφρικανικού μαυρίσματος σερβιτόρα, που είχε την καλοσύνη να μας βρει τις ομπρέλες στα ορεινά, έναν καφέ και να μας φέρει ένα ξέπλυμα με τρεις χιλιάδες παγάκια και ένα καλαμάκι μπουρί, που είναι εντελώς άχρηστο αφού δεν υπάρχει υγρό στο πλαστικό ποτήρι για να ρουφήξεις. Να πληρώσουμε καφέδες, ομπρέλες και ξαπλώστρες σε τιμή που κανονικά θα μας επέτρεπε να τα πάρουμε μαζί φεύγοντας και τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες και την αφρικανή. Απόδειξη δεν θα πάρουμε και άμα την ζητήσουμε θα σου έλθει μετά από μια ώρα απόδειξη αρχείου (κάτι σαν τα πλάνα αρχείου) κομμένη κάπου, κάπως, κάποτε.

Όλη αυτή την ώρα η μουσική θα δυναμώνει καθώς, κατά τη γνώμη τους, το κέφι και η αδρεναλίνη ανεβαίνουν και σε κάποια στιγμή τα άγνωστης προέλευσης ντούπου ντούπου θα αντικατασταθούν από Ελληνικά «λαϊκοσκυλοροκ» τσιχλοτραγουδάκια του συρμού.

Στην διπλανή ομπρέλα η Σούλα με την φίλη της θα βγάζουν αβέρτα selfie και θα μιλούν στο κινητό με τον Μήτσο που μάλλον βρίσκεται σε άλλο beach bar ή είναι ακόμα κολλημένος στη Νικήτη.

Κάποια στιγμή θα έλθει το μεσημέρι και η λύτρωση. Έχεις να διαλέξεις από το να φας κάτι πρόχειρο στο beach bar ή να φύγεις και να πας σε παρακείμενη ταβέρνα. Η απόφαση εύκολη και λογική. Πας ταβέρνα. Εκεί η ίδια διαδικασία για να βρεις να παρκάρεις το κατσίκι σου. Η ίδια διαδικασία για να βρεις τραπέζι. Κάποια στιγμή βρίσκεις ένα από το οποίο μόλις σηκώθηκαν οι προηγούμενοι. Εκλιπαρείς τον βιαστικό σερβιτόρο να τα μαζέψει και δοξάζεις την τύχη σου που βρήκες έστω και αυτό. Παραγγέλνεις και γεύεσαι προτηγανισμένα καλαμαράκια και πατάτες τηγανισμένα σε λάδι μηχανής που τηγανίζει συνεχώς από την προηγούμενη μέρα. Ψωμί παλαίωσης (συγνώμη κύριε αλλά Κυριακή δεν βγαίνει φρέσκο) και μπύρα χλιαρή σαν αυτή των Βρετανών στα Αστερίξ.

Τρως όπως όπως ενώ προσπαθείς να μη δίνεις σημασία στα παιδάκια των διπλανών που παίζουν κυνηγητό γύρω σου και το μωράκι που έχει βαλαντώσει στο κλάμα καθώς η μαμά του πίνει τα τσίπουρα της μαζί με την παρέα. Έρχεται η ώρα του λογαριασμού και ψάχνεις να βρεις αν τελικά μαγείρευε ο Λαζάρου μόνο για σένα και πόσα αστέρια Michelin έχει το κατάστημα. Όλες τις απορίες θα μπορούσε να σου τις λύσει ο χειρόγραφος λογαριασμός που δυστυχώς είναι γραμμένος σε γραμμική Β’ και δεν μπορεί να διαβαστεί. Η απόδειξη και εδώ απουσιάζει και έτσι φεύγεις με τα νεύρα κορδέλες.

Επιβιβάζεσαι του καυτού κατσικιού και παίρνεις τον δρόμο της επιστροφής. Ο ήλιος πέφτει και σε τυφλώνει, δυστυχώς όχι αρκετά για να μην βλέπεις το μποτιλιάρισμα της Νικήτης. Μια ώρα μετά έχεις περάσει και αυτή την πίστα ενώ όλοι κοιμούνται μέσα στο αυτοκίνητο και η φύσις ησυχάζει.

Φτάνεις στο σπίτι, κατεβαίνεις από το αυτοκίνητο, φιλάς το χώμα και αρχίζεις να τραγουδάς μαζί με τον Λουκιανό «θα κάτσω σπίτι, άμα με δεις στο δρόμο πέτα μου ένα αυγό».

Καλή Κυριακή.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Σταματήστε τη γη να κατέβω



Ο κόσμος τρελάθηκε. Σταματήστε την γη να κατέβω.

Δεν προλαβαίνουμε να «θρηνήσουμε» για τα θύματα της Νίκαιας έρχεται η Τουρκία, παλιά γνώριμη για την οποία έχουν θρηνήσει και άλλες φορές, τώρα τελευταία. Πριν καλά καταλάβουμε τι έγινε εκεί. Πριν να βγάλουμε απόφαση ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, μας ήλθε το Μόναχο.

Μήπως είναι τζιχαντιστής; Μήπως είναι νεοναζί; Τι σημασία έχει; Υπάρχει άραγε διαφορά ανάμεσα σε αυτούς που φοράνε μια ταμπέλα και σπέρνουν τον θάνατο και σκορπίζουν τον τρόμο; Ίδιοι δεν είναι όλοι του; Σε μισώ γιατί δεν είσαι σαν και μένα. Σε μισώ γιατί δεν πιστεύεις το ίδιο με μένα. Δεν σε γνωρίζω, απλώς σε μισώ. Σε μισώ τόσο πολύ που είμαι διατεθειμένος να δώσω και τη ζωή μου για να σε σκοτώσω. Θα έλθω μαζί σου για να σε μισώ και στο άλλο κόσμο.

Τι και αν είσαι στην οργανωμένη Γερμανία και στην πολυπολιτισμική Γαλλία; Ο φονιάς θα βρει τον τρόπο και όταν θα φτάσει η ώρα να λειτουργήσει η «οργάνωση», θα είναι πια αργά, το κακό θα έχει γίνει. Ή μήπως το κακό έχει ήδη γίνει πριν ακόμα χτυπήσεις. Εκατομμύρια ανθρώπων παρακολουθούνται. Φιλήσυχοι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να παραχωρήσουν κάθε μέρα περισσότερες ελευθερίες τους, στο όνομα της ασφάλειας. Υψώνουμε τοίχους που αδυνατούν να κρατήσουν τον εχθρό έξω. Γιατί ο εχθρός έχει μπει ήδη μέσα στις χώρες, στις πόλεις, στα μυαλά μας. Βάζουμε κάγκελα και δεν ξέρουμε αν τελικά βρισκόμαστε από την μεριά του φυλακισμένου ή του φύλακα.

Στην Ελλάδα, για την ώρα, μάλλον την γλιτώνουμε γιατί είμαστε τόσο ασήμαντοι στον παγκόσμιο χάρτη που δεν ασχολούνται μαζί μας ούτε οι φονιάδες. Να και κάτι καλό, που έφερε το χάλι μας. Εδώ μας έρχονται μόνο κάτι ελεεινά υποπροϊόντα του ανθρωπίνου είδους, που βάφτισαν την αλητεία και την καταστροφή επανάσταση χωρίς σύνορα. Καμιά χιλιάδα ρεμάλια που εκμεταλλεύτηκαν το σαφές μήνυμα των ομοίων τους, που βρέθηκαν από καραμπόλα να κυβερνούν μια κατεστραμμένη χώρα και ήλθαν να κάνουν τους μάγκες πάνω από τα χαλάσματά της. Ελάτε, εδώ μπορείτε να κάνετε ότι θέλετε. Ο υπουργός είναι δικός σας και θα φροντίσει να μην εφαρμόζονται οι νόμοι. Ελάτε, σπάστε και ρημάξτε, εδώ όλα επιτρέπονται στους παρανόμους. Ο μόνος που δεν θα βρει το δίκιο του είναι αυτός που τηρεί τους νόμους και φορολογείται για να πληρώνει τις ζημιές που κάνουν τα ρεμάλια που έχουν τις πλάτες της εξουσίας που τους δίνει το ελεύθερο να καταστρέφουν την χώρα που είχε την ατυχή ιδέα να τους εμπιστευτεί τις τύχες της.

Με φοβίζουν οι φωνές των αγανακτισμένων πολιτών που αφού πλέον δεν βρίσκουν βοήθεια από τους νόμους και τα συντεταγμένα όργανα του κράτους οραματίζονται να πάρουν το νόμο στα χέρια τους και να προστατεύσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Ποιοι θα είναι αυτοί και πώς θα το κάνουν; Όλη αυτή η αναταραχή και η αναρχία είναι βούτυρο στο ψωμί όσων ορέγονται ομάδες εφόδου που θα υποκαθιστούν την αστυνομία και θα επιβάλουν την τάξη. Μήπως τελικά αυτούς θέλουν να πριμοδοτήσουν υπακούοντας σε μικρόνοα σχέδια ανίερων συμμαχιών; Ποιος προστατεύει, ποιόν και από ποιούς;

Οι τοπικοί δυστυχώς θλιβερά κατώτεροι των περιστάσεων. Ο ένας έστειλε επιστολή στην αστυνομία, την ενημέρωσε και μετά πήρε ένα κουπάκι με νερό και έπλυνε τα χεράκια του. Ο άλλος κάθισε «κολώνα» όπως λέγαμε στο μπάσκετ καθώς του σπάγανε το δημαρχείο για να πάρει επιθετικό φάουλ. Κουπάκι και νεράκι και αυτός μαζί και με μερικές δηλώσεις απαξίωσης της πόλης και του λαού της. Μαλώνει και για το αν θα πρέπει να κάνουμε μήνυση σε αυτόν που τα έσπασε γιατί η ιδέα ήταν του αντιπάλου και ο αντίπαλος έχει πάντα άδικο και ότι κάνει το κάνει για το κακό μας. Ο τρίτος, ο εποπτεύον,  έστειλε χαρτί, και αυτός, στην αστυνομία να της πει ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά της (για την ακρίβεια δεν την έκανε καθόλου) και θα την κάνει ντα. Ευτυχώς το έκανε αφού είχε πλύνει και αυτός τα χεράκια του και δεν βράχηκε το χαρτ Η αστυνομία πάλι, κάθε μέρα, πάει μια βόλτα με τα ανεξέλεγκτα φρικιά και τα καμαρώνει να σπάνε, να λερώνουν, να ρημάζουν. Σε λίγο θα κυκλοφορήσουν και selfie των αστυνομικών με φόντο τους καταστροφείς. Κάτι πρέπει να κάνουν και αυτοί για να περνάει η ώρα. Πώς να βγει ο καημένος ο αστυνόμος να πει τον πόνο του, που όλοι τον ξέρουνε και όλοι τον συζητάνε. Τέλειωσε και το νεράκι και πώς να πλύνει τα χέρια του και αυτός σας τους άλλους.

Θλιβερός θεατής σε όλα αυτά ο κάτοικος της πόλης που βλέπει την Θεσσαλονίκη του, βιασμένη και τους κατοίκους φοβισμένους, θυμωμένους και αηδιασμένους, από την επέλαση των βαρβάρων. Αυτός που όταν όλα αυτά τελειώσουν, με όποιον τρόπο και αν τελειώσουν, θα κληθεί να πληρώσει τον λογαριασμό.