Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Ο κύριος Daubner


Ο κύριος Daubner έχει καβατζάρει για τα καλά τα ενενήντα. Τον ξέρουν όλοι στο κέντρο του Μονάχου, στους δρόμους πέριξ της Marienplatz, αλλά κανένας δεν φαίνεται να ξέρει το μικρό του όνομα. Σκέτο κύριος Daubner.

Μικροκαμωμένος, με κάτασπρα μαλλιά, που έχουν λίγο αραιώσει στην κορυφή. Σέρνει το βήμα του αλλά κάνει όλες τις δουλειές μόνος του. Παρ’όλες τις  παραινέσεις των παιδιών του, αρνείται πεισματικά να δεχτεί βοήθεια στο σπίτι. Μια κυρία που του είχαν βρει, για να τον φροντίζει, την έδιωξε από την πρώτη εβδομάδα.

Φοράει ένα παλιό καφέ κουστούμι με λεπτές ρίγες,  γιλέκο, άσπρο πουκάμισο με σκληρό κολάρο και γραβάτα.  Μένει μόνος του από τότε που η γυναίκα του η Rebecca συγχωρέθηκε πριν από δέκα χρόνια ακριβώς.

Πέμπτη σήμερα, και όπως συνηθίζει κάθε Πέμπτη, τα τελευταία δέκα χρόνια, πέρασε την πόρτα του Augustiner am Dom ακριβώς στις οκτώ το βράδυ. Τον υποδέχτηκε ο ίδιος σερβιτόρος που τον χαιρέτησε ανόρεχτα αλλά με σεβασμό και κοίταξε να βρει ένα ήσυχο μέρος να τον βολέψει. Ο καιρός είχε φτιάξει και έτσι τα ελεύθερα τραπέζια στο εσωτερικό του παλιού εστιατορίου ήταν αρκετά. Οι πελάτες, κυρίως τουρίστες, προτιμούσαν να κάθονται έξω. Τον βόλεψε δίπλα σε μια νεαρή Γιαπωνέζα που καθόταν μόνη της.

Ο κύριος Daubner την χαιρέτησε ευγενικά και της συστήθηκε, λες και είχαν ραντεβού. Μιλούσε καλά τα Αγγλικά αλλά και τα Γαλλικά. Μηχανικός με θητεία σε μεγάλη τεχνική εταιρεία με έργα σε όλο τον κόσμο. Άνθρωπος που του άρεζε να διαβάζει από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς μέχρι την Αγκάθα Κρίστη.

Η κοπελίτσα τον κοίταξε με περιέργεια και του συστήθηκε και αυτή παραξενεμένη. Φοιτήτρια που είχε έλθει με ένα πρόγραμμα ανταλλαγών για ένα μήνα στην Γερμανία. Αυτή ήταν η δεύτερη μέρα της στο Μόναχο.

Ο κύριος Daubner παρήγγειλε, όπως πάντα, πατατόσουπα για πρώτο πιάτο και ένα σνίτσελ από γαλοπούλα για κυρίως. Τα παράγγελνε από συνήθεια καθώς έτρωγε ελάχιστα.  Το φαγητό σήμερα δεν τον ενδιέφερε. Είχε βρει άνθρωπο να μιλήσει και αυτό τον χόρταινε περισσότερο και από το να έτρωγε ένα ολόκληρο κότσι, όπως έβλεπε να κάνουν οι τουρίστες γύρω του.

Η Γιαπωνεζούλα αποδείχθηκε καλή παρέα και ακόμα καλύτερο κοινό για τις ιστορίες του. Είχε ένα κάρο από δαύτες να της πει και εκείνη τον άκουγε με προσοχή. Της είπε λοιπόν για την Rebecca του, που ήταν Εβραία και είχαν γνωριστεί παιδία μέσα στον πόλεμο. Για τους αγώνες που έκανε πρώτα να την σώσει από τους συμπατριώτες του και ύστερα για να την επιβάλει ως σύντροφο του, στην παλιά και συντηρητική οικογένεια του. Της είπε για τα μέρη στα οποία ταξίδεψε και για τα έργα στα οποία δούλεψε. Της είπε ακόμα για τα παιδιά και τα εγγόνια του, που έβλεπε ελάχιστα.

Η Γιαπωνεζούλα άλλοτε γελούσε με τις σπαρταριστές ιστορίες του και άλλοτε δάκρυζε καθώς της διηγιόταν της ζωής το άδικο και την τρέλα των ανθρώπων. Η ώρα πέρασε και ήλθε η στιγμή να χωρίσουν. Το φαγητό του σχεδόν άθικτο. Επέμεινε να της κάνει το τραπέζι και εκείνη δέχτηκε, μετά από κάποιες αντιρρήσεις, σαστισμένη.

Ο κύριος Daubner καληνύχτισε, τη νέα του φίλη, σε τρεις γλώσσες και έσυρε το βήμα του μέχρι το μικρό του διαμέρισμα, με τα παλιά έπιπλα, που βρισκόταν δύο δρόμους πιο κάτω. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε ευτυχισμένος έχοντας κάνει τον απολογισμό της ζωής του. Εκείνο το βράδυ η Rebecca του ήλθε στον ύπνο του και τον πήρε από χέρι και συνέχισαν μαζί για πάντα.







Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Ένα Έλληνας στην Τεχεράνη Μέρος 2ο


Συνέχεια λοιπόν...
Στο Ιράν η τεχνολογία και το ίντερνετ δεν φαίνεται να είναι το φόρτε τους. Τα κινητά τηλέφωνα, ιδίως στο roaming (που πληρώνεις χρυσό) πιάνουν και δεν πιάνουν. Σήμα καμπάνα και τηλέφωνο γιοκ. Σου τηλεφωνούσα, σου λέει ο άλλος, αλλά δεν το σήκωνες. Δεν το σήκωνα διότι ουδέποτε χτύπησε του λες εσύ. Το ίντερνετ πάλι είναι σαν την παλίρροια. Πάει και έρχεται, πάει και έρχεται. Οι καλοί ιμάμηδες σε προστατεύουν και από τα social media, τα blogs, το youtube και άλλους διαφθορείς και έτσι όλα αυτά στην Περσία δεν υπάρχουν.  Επίσης δεν μπορείς να μπεις και σε διάφορα άλλα site, όπως πχ κάποιες εφημερίδες που μπορεί μερικές φορές να δημοσιεύουν φωτογραφίες καλλιτεχνών με ελάχιστο ρουχισμό.



Οι άνθρωποι που συνάντησα ήταν εξαιρετικά φιλικοί. Έχουν μια απλότητα και μια αμεσότητα που σε κάνει να τους νιώθεις οικείους ακόμα και να δεν καταλαβαίνεις λέξη από όσα σου λένε. Παρά το όσα πίστευα όταν ξεκίνησα για εκεί, η πόλη φαίνεται να είναι εξαιρετικά ασφαλής για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Το ίδιο με διαβεβαίωσαν και Έλληνες που μένουν μόνιμα εκεί. Κάποτε υπήρχε και μια ανθούσα Ελληνική κοινότητα εκεί αλλά, όπως και σε πολλά άλλα μέρη, όχι πλέον.



Αν θέλεις να γνωρίσεις έναν τόπο, πρέπει να γευτείς την κουζίνα του. Καλύτερη στιγμή όταν ακολούθησα τη συμβουλή του, γνωστού πλέον συνδέσμου μας, και επισκέφτηκα ένα συγκεκριμένο εστιατόριο που σερβίρει κεμπάπ. Είχε την γλυκιά παρακμή που είχε η Ρογκότη και το Όλυμπος Νάουσα στα τελευταία τους χρόνια. Σερβιτόρος μεγάλης ηλικίας με στολή και νεαρό βοηθό που κρατάει τον δίσκο για να σερβίρει. Κατάλογος με δύο σελίδες μόνο. Αφού κεμπάπ θα φας γιατί να το κουράζουμε; Επτά, οκτώ διαφορετικά είδη και εγώ διάλεξα τον σπέσιαλ του μαγαζιού. Δεν θυμάμαι πώς το λένε αλλά μήπως έχεις πρόγραμμα να πας  κατά εκεί και πρέπει να σου το συστήσω; Μου έφεραν ένα μακρόστενο πιάτο με ένα τεράστιο κεμπάπ φτιαγμένο από αρνίσιο κύημα. Μυρωδάτο, καλοψημένο, Εξαιρετικό! Μαζί ένα πιάτο με ένα βουνό από ρύζι. Μέσα στο ρύζι, που έβγαζε καπνούς, είχαν κρύψει ένα μεγαλούτσικο κυβάκι βουτύρου. Ως καλός εξερευνητής το βρήκα και το ανακάτεψα λιώνοντας το. Γιατρέ μου έπρεπε να το φάω το μυρωδάτο ρυζάκι με το βούτυρο γιατί ο προφήτης δεν σηκώνει μαγκιές. Μοναδικό ξενέρωμα ότι όλο αυτό το συνόδευσα με CocaCola. Μα είναι δυνατόν; Και όμως είναι! Αλκοόλ γιοκ. Ούτε στο σπίτι, ούτε στα εστιατόρια, ούτε στα super market. Σα να λέμε, ότι αν ψάξεις για αλκοολικό στην χώρα αυτή, τον χρόνο σου θα χάσεις.



Δεν θα χάσεις αν στοιχηματίσεις ότι μερικές φορές την ημέρα σε συγκεκριμένες ώρες, όπου και να είσαι, αρχίζει να ακούεται από τα μεγάφωνα, με ποιότητα ήχου επιπέδου γραμμοφώνου,  ο Μουεζίνης κονσέρβα που καλεί, υποθέτω, τον κόσμο να προσευχηθεί. Όσες φορές τον άκουσα πάντως δεν είδα κανένα να σταματάει αυτό που έκανε και να πέφτει στο πάτωμα. Μια ή δύο φορές είδα κάποιους να κάνουν κάτι σαν τον δικό μας σταυρό, με διαφορετικό φυσικά σχήμα, αλλά μέχρι εκεί. Μπορεί φυσικά να μην βρέθηκα στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή. Θυμάμαι, ας πούμε, σε ένα εκθεσιακό κέντρο στο Παρίσι, πριν από δύο χρόνια, έναν τεράστιο τύπο με επίσημο κουστούμι και χαρτοφύλακα να πέφτει στα τέσσερα και να προσεύχεται την συγκεκριμένη ώρα και χωρίς ηχητικό σήμα…



Πώς να σας περιγράψω τις τουαλέτες στην Τεχεράνη; Εσείς  πάλι μπορεί να ρωτήσετε, γιατί να σας τις περιγράψω…  Θα το κάνω γιατί μου έκαναν εντύπωση. Οι περισσότερες λοιπόν είναι «α λα τούρκα» και ακόμα και αυτές που βρίσκονται σε δημόσιους χώρους έχουν δίπλα τους βρύση με λάστιχο και το σχετικό ακροφύσιο. Το αξεσουάρ αυτό συνοδεύει ακόμα και τις Ευρωπαϊκές οι οποίες κατασκευάζονται προφανώς ανόρεχτα καθώς είναι τόσο χαμηλές που τείνουν να μοιάσουν στις Τούρκικες.



Στην Τεχεράνη αγαπούν τα λουλούδια. Στην περιοχή που έμεινα εγώ, υπάρχουν αρκετοί ωραίοι κήποι αλλά τα λουλούδια τα συναντάς παντού. Σε βάζα στην επιφάνεια γραφείων. Σε όμορφες συνθέσεις στο check in counter στο αεροδρόμιο. Υπό μορφή γιγαντιαίου μπουκέτου (γατάκια Έλληνες μικροπωλητές με τα δύο τριανταφυλλάκια) στην αγκαλιά πλανόδιων που παίζουν την ζωή τους κορώνα γράμματα στο μποτιλιάρισμα. Μέχρι και στον δρόμο που οδηγεί στο αεροδρόμιο, πωλητές στήνουν πάγκους, σαν αυτούς όπου οι δικοί μας πουλάνε πεπόνια και καρπούζια το καλοκαίρι.



Μη με ρωτήσεις αν θα ξαναπήγαινα στην Τεχεράνη. Για διακοπές ή ταξίδι αναψυχής μάλλον όχι. Αν το ξαναφέρει, όμως η δουλειά, θα το κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση και χωρίς τους φόβους και τις προκαταλήψεις που με συνόδευαν στο πρώτο μου ταξίδι.



Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ένας Έλληνας στην Τεχεράνη. Μέρος 1ο



Δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι κάποτε θα επισκεπτόμουν την Τεχεράνη. Δεν είχα ποτέ λαχταρήσει να δω από πού ξεκίνησε το γνωστό βαπόρι που πιάστηκε στην Κορινθία. Ούτε με έτρωγε καμία περιέργεια να απαντήσω στο προαιώνιο ερώτημα της ξανθιάς, αν το σωστό είναι Ιράν ή Ιράκ. Δεν ήθελα καν να επισκεφτώ μια από  τις «Αραβικές χώρες» κατά τα λεγόμενα του κυρίου Τσίπρα.

Επαγγελματικές υποχρεώσεις με έστειλαν  για ένα σύντομο ταξίδι στην εκεί. Απέφυγα να χρησιμοποιήσω τα γνωστά Περσικά χαλιά με τα οποία μετακινείται ο Αλί Μπαμπά και οι Σαράντα κλέφτες του, και προτίμησα την Turkish Airlines με έναν ενδιάμεσο σταθμό στην Πόλη. Κάθε φορά που επισκέπτομαι αυτό το αεροδρόμιο (της Κωνσταντινούπολης) δεν μπορώ να μην πρασινίσω από την ζήλεια μου για το πόσο πίσω μας έχουν αφήσει οι γείτονες. Η σύντομη παραμονή μου στο αχανές αυτό συγκρότημα, που φέρει το όνομα του παλιού μου γείτονα στην Αγίου Δημητρίου, του Κεμάλ με βοήθησε να κάνω προθέρμανση στη θέα της μαντίλας, στα γυναικεία κεφάλια. Αυτό έμελε τελικά να το συνηθίσω τις μέρες της παραμονής μου στην Τεχεράνη. Όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες φορούν μαντίλα. Δεν είναι θέμα επιλογής ,όπως μου εξήγησαν οι ντόπιες. Δεν τολμάει να εμφανιστεί μια γυναίκα σε δημόσιο χώρο, χωρίς να έχει καλυμμένο το κεφάλι της με μαντίλα. Είδα κάποιες κοπέλες στο αεροπλάνο, ντυμένες με σορτσάκια και εξώπλατα να μεταμορφώνονται σε μαυροντυμένες καλόγριες λίγο πριν την προσγείωση!

Εμένα πάντως με καλωσόρισε η μουσούδα του ιμάμη, η οποία είναι παντού. Βρήκα να με περιμένει ο τύπος με την γνωστή πινακιδούλα με το όνομα μου για να με μεταφέρει στο ξενοδοχείο. Όταν μπήκα στο αυτοκίνητο ένοιωσα περίεργα γιατί η μυρωδιά της καινουργίλας και τα 5.000 χιλιόμετρα στο κοντέρ δεν ταίριαζαν με το μάλλον παλιό μοντέλο της Peugeot το οποίο συνόδευαν. Όπως μου εξήγησε αργότερα ο Έλληνας σύνδεσμος μας, πρόκειται για αυτοκίνητα που φτιάχνονται στο Ιράν αλλά με σχέδια παλιών μοντέλων. Ενδιαφέρον! Το εμπάργκο εμπάργκο, αλλά η ευκαιρία να κάνει μπίζνες το στοκαντζίδικο των σχεδίων, εξαιρετική.

Στην περίπου μιας ώρας διαδρομή από το αεροδρόμιο μέχρι το ξενοδοχείο στο κέντρο της Τεχεράνης, ρουφούσα κυριολεκτικά τις εικόνες που έβλεπα. Οι πινακίδες, είτε διαφημιστικές, είτε σήμανσης,  σκέτη απελπισία. Μια γραφή σαν να έτρεξε το μελάνι της πένας στο χαρτί. Μου είπαν ότι ήμουν τυχερός που έπεσα σε μέρα αργίας, διαφορετικά πίκρα μεγάλη από το μποτιλιάρισμα, με περίμενε. Βέβαια το μποτιλιάρισμα είναι η καλή εκδοχή της κίνησης γιατί αν τους δεις να οδηγούν θα δεις με άλλο μάτι και θα θαυμάσεις για την ποιότητα του τον Έλληνα οδηγό!  Πλήρης αναρχία. Τρεις φορές μέσα σε δύο μέρες είδα τον χάρο με τα μάτια μου. Σκέψου τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια στο λούνα παρκ, μια μέρα γιορτής που έχει πολύ κόσμο για να καταλάβεις. Έβγαινα από το αυτοκίνητο και γονάτιζα να φιλήσω το έδαφος, δίνοντας λάθος εικόνα για τα θρησκευτικά έθιμα των Ελλήνων στους ντόπιους.

Στην Τεχεράνη αν δεν έχεις αυτοκίνητο, κυκλοφορείς με ΤΑΧΙ. Υπάρχουν τα κανονικά ΤΑΧΙ αλλά οποιοσδήποτε μπορεί να μεταφέρει κόσμο με το αυτοκίνητο του, χωρίς σχετική σήμανση στο όχημα και χωρίς ταξίμετρο. Σε βλέπουν στην άκρη του δρόμου και σταματούν να σε ρωτήσουν, πού πας. Κλείνεις συμφωνία με τον οδηγό και δε πάει εκεί που θέλεις να πας. Τόσο απλά. Αυτό ανακουφίζει τους πελάτες αλλά και τους οδηγούς που έχουν βρει αυτόν τον, περιέργως, νόμιμο τρόπο για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Ο σύνδεσμος μου, με πληροφόρησε ότι η μέθοδος αυτή της μετακίνησης είναι απολύτως ασφαλής, και εγώ την τίμησα δεόντως, επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα του, έστω και με ένα μικρό δείγμα καθώς ο χρόνος παραμονής μου στην Τεχεράνη ήταν πολύ μικρός. Κορυφαία ΤΑΧΙκή εμπειρία η συνάντηση με τον Ομάρ έναν νεαρό οδηγό, ενός περιποιημένου αυτοκινήτου. Ήταν ντυμένος «στην πένα» με κουστούμι, και όχι μόνο μου μίλησε σε καλά Αγγλικά αλλά όταν του είπα ότι είμαι Έλληνας μου έβαλε να ακούσω την Αλεξίου να τραγουδά «δυο μικροί αγγέλοι»! Τώρα που το σκέφτομαι μου θύμιζε (στο στυλ) πάρα πολύ τον νεαρό πρωταγωνιστή της ταινίας «The Best Exotic  Marigold Hotel».

Στο Ιράν χορταίνει το μάτι σου χρήμα. Τα εκατομμύρια ρέουν άφθονα. Μια κοντινή διαδρομή με το ΤΑΧΙ κοστίζει περίπου 200.000 ριάλ, που μεταφράζονται σε κάτι λιγότερο από έξι ευρώ. Πώς έλεγαν εδώ εκείνοι οι τύποι πριν από λίγο καιρό, να γυρίσουμε στην δραχμή να χορτάσει το μάτι μας χρήμα; Ακριβώς έτσι. Εκτός από τα ριάλ που είναι όλα χάρτινα και κάποια έχουν, φυσικά, την μορφή του ιμάμη επάνω υπάρχουν και τα τουμάν που είναι τα παλιά νομίσματα του Σάχη και που ενώ καταργήθηκαν από την έναρξη της επανάστασης, ο κόσμος τα χρησιμοποιεί στις προφορικές συναλλαγές του. Αν ρωτήσεις λοιπόν κάποιον για μια τιμή καλό είναι να ξέρεις σε ποιο νόμισμα αναφέρεται καθώς  τα τουμάν είναι τα ριάλ μείον ένα μηδενικό στο τέλος . 

To be continued...

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Πέμπτη απόγευμα



Στην Θεσσαλονίκη ο Ψινάκης με αερόστατο. Μόνο μην τον πάρει ο αέρας και τον πάει κατά τα σύνορα, και μας τον καταρρίψουν οι ηρωικοί λαθρομετανάστες με σφεντόνες. Πάντως το ταξίδι με το αερόστατο δεν ακούγεται και άσχημη ιδέα, με τις τιμές της βενζίνης και των διοδίων. Ας το δοκιμάσει αυτός και αν πετύχει το κάνουμε και εμείς. Αρκεί να βοηθήσει και ο στρατηγός άνεμος. Αν κουραστεί που θα έλθει με το μπαλόνι ας μας το αφήσει εδώ που το θέλει ο κυρ Γιάννης.

Η αλήθεια είναι ότι οι δουλειές που έχουν να κάνουν με αέρα, ευδοκιμούν στην Ελλάδα. Παλιά ευδοκιμούσαν ελιές, πορτοκάλια, ροδάκινα. Οι τέχνες και τα γράμματα. Τώρα πια όχι.  Υποθέτω ότι κάθε εποχή έχει τα προϊόντα της. Ότι ζητάει ο καταναλωτής.

Η σημερινή εποχή παράγει μνημόνια. Λέμε για τους βουλευτές αλλά άντε διάβασε εσύ 7.500 σελίδες μέσα σε πέντε μέρες. Και σε δέκα δηλαδή, πάλι πολλές πέφτουν. Κανονικά αφού είμαστε σε μέρες εξετάσεων ίσως να έπρεπε να μπαίνει μέσα ο εισηγητής και να τους λέει ποιες σελίδες είναι μέσα στην ύλη και ποιες όχι. Γιατί όχι και τα SOS; Κοροϊδεύαμε τον Χρυσοχοϊδη αλλά φαίνεται ότι οι βουλευτές ψηφίζουν από συνήθεια αυτό που τους λέει ο μεγάλος αρχηγός. Ότι κάνουν δηλαδή και οι ψηφοφόροι τους. Δείξε μου τον εκπρόσωπο, να σου πως ποιόν εκπροσωπεί.

Το να διαλέγεις σωστά είναι κάτι που μαθαίνεις από μικρός. Πάρε για παράδειγμα τους φοιτητές. Κάθε φορά που έχουν εκλογές σκοτώνουν με χαριστική βολή, εξ επαφής την ελπίδα της Ελλάδας για μέλλον. Τα τσικό των  κομματόσκυλων, περνούν οντισιόν για να μπουν στην μεγάλη ομάδα.

Ο Σαμαράς λέει ότι ο Τσίπρα θα συναντήσει τη Νέμεση. Εμείς πάλι με όλους αυτούς που μπλέξαμε, καταλαβαίνουμε ότι μάλλον ήμασταν άτυχοι όταν συναντήσαμε την Κλωθώ και την Λάχεση.

Ένα αεροπλάνο έπεσε. Μερικές δεκάδες ψυχές χάθηκαν. Μένει να δούμε αν έφταιξε η μηχανή ή ο άνθρωπος. Την μηχανή την παλεύουμε, αν και μερικές φορές μας πουλάει. Μπορεί όμως κάποιος να θεώρησε ότι δικαιώνεται στέλνοντας στον άλλο κόσμο ανθρώπους που βρέθηκαν, χωρίς να φταίνε, σε λάθος θέση, λάθος στιγμή.

Ο Θεός  ας μας δώσει φώτιση.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Η ντουλάπα του μάστορα



Η γυναίκα μου είπε σε τόνο γλυκό: «Προχθές με τον Βαρδάρη έπεσε η ντουλάπα του μπαλκονιού και έσπασε. Πρέπει να πάμε να πάρουμε άλλη».

«Μήπως να την πετάξουμε και να μην την αντικαταστήσουμε. Όλο άχρηστα πράγματα κρατάμε εκεί μέσα», πήγα να ψελλίσω.

«Αύριο το απόγευμα θα πάμε να ψάξουμε να βρούμε καινούργια» μου είπε σε τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση, αγνοώντας επιδεικτικά τις επιφυλάξεις μου.

Είναι εντυπωσιακό πώς σε μια σύζυγο μπορούν να συνυπάρχουν ο καλός και ο κακός μπάτσος και να αλλάζουν θέσεις μέσα σε δευτερόλεπτα.

Όπως  μας δίδαξε η πρόσφατη περιπέτεια της Ελλάδας που συνεχίζεται, είναι μάταιο να διαπραγματεύεσαι με δυνάμεις ανώτερες από τις δικές σου και η όποια διαπραγμάτευση μόνο χασούρα θα σου φέρει. Κανόνισα λοιπόν να πάμε το επόμενο απόγευμα για έρευνα αγοράς.

Επίσκεψη στο μεγάλο Γερμανικό πολυκατάστημα έξω από την πόλη. Ντουλάπες μικρές, ντουλάπες μεγάλες. Ντουλάπες ψηλές, ντουλάπες κοντές. Μεταλλικές και πλαστικές. Η πιο ακριβή με τιμή που ήταν διπλάσια από την πιο φτηνή χωρίς να μπορείς να προσδιορίσεις γιατί. Κάθεσαι κοιτάς, συγκρίνεις και δεν βγάζεις άκρη. Μετά από λίγο το μυαλό σου έχει γίνει σούπα.

«Πάμε να δούμε και σε αυτό με το Γαλλικό όνομα». Πάμε και εκεί. Κόσμος πέρα δώθε και εσύ να μετράς και να συγκρίνεις ντουλάπες. Μετά από αρκετή ώρα επιλέξαμε αυτή που έμοιαζε η πιο καλή και πιο γερή. Είχε και ένα κάρο μεταλλικούς μεντεσέδες σε αντίθεση με τις άλλες που είχαν πλαστικούς της πλάκας. Καλό πράγμα, σκέφτηκα.

Βλέπω τη συσκευασία. Είναι το σημείο στο οποίο έπρεπε να χτυπήσει το καμπανάκι του συναγερμού αλλά το είχα, κατά πως φαίνεται, στην σίγαση. Πώς γίνεται μια ντουλάπα σεβαστών διαστάσεων, με ύψος πιο πάνω από το μπόι σου, να χωράει σε ένα κουτάκι που μεταφέρθηκε άνετα με ένα ΜΑΤΙΖ; Ήταν όμως τόση η χαρά μου που σταμάτησα να ψάχνω, να συγκρίνω και να πηγαινοέρχομαι, που αγνόησα τα σημάδια της μοίρας.

Φτάσαμε στο σπίτι και αφού για μερικές μέρες έκανα το παπί ήλθε η Κυριακή. Κυριακή γιορτή και σχόλη να ήταν η βδομάδα όλη. Αμ δε. Έπινα τον πρωινό καφέ και έβλεπα το παρατημένο κιβώτιο σαν αυτά που στο αεροδρόμιο σε προτρέπουν να αποφεύγεις και να φωνάξεις την αστυνομία. Εγώ το απέφευγα αλλά η γυναίκα μου είχε άλλη γνώμη. Επειδή λοιπόν εγώ μπορεί στρατιωτικός μπορεί να μην είμαι, αλλά τα λέω τσεκουράτα, ρούφηξα το αυγό μου και ανασκουμπώθηκα ανοίγοντας το ύποπτο δέμα. Από δίπλα και ένα κάρο εργαλεία γιατί η δουλειά κάνει τους άντρες και τα εργαλεία τον μάστορα.

Απλώνουμε όοοοολα τα εξαρτήματα στο πάτωμα σαν προετοιμασία για συνέντευξη τύπου της αντιτρομοκρατικής μετά την ανακάλυψη γιάφκας τρομοκρατών.  Αντικειμενικός σκοπός να βρούμε, τι πάει πού, αλλά και να καθυστερήσουμε όσο γίνεται περισσότερο αυτό που δεν θέλαμε να κάνουμε. Για κάποιον περίεργο λόγο οι άντρες πιστεύουμε ότι οι γυναίκες γεννιούνται νοικοκυρές και οι γυναίκες πιστεύουν ότι οι άντρες γεννιούνται μάστορες. Αμφότεροι πλανόμαστε πλάνη οικτρά.

Αρχίζει η προσπάθεια. Ακολουθούμε ένα αμφίβολο σχέδιο το οποίο υποτίθεται ότι σκοπό έχει να μας καθοδηγήσει για το πώς να συναρμολογήσουμε την ντουλάπα των ονείρων μας. Ατυχώς μάλλον αναφέρεται σε παρόμοια κατασκευή αλλά κάπως διαφορετικό μοντέλο. Αποτέλεσμα καθόμαστε με δύο εξαρτήματα έκαστος στο χέρι σε στυλ «τυρί-ψωμί» και τα κοιτάμε σαν ηλίθιοι. Αρχίζουν οι πειραματισμοί. Ένα βήμα μπρος και δύο πίσω. Τα χέρια πονούν καθώς πρέπει να κοπανάς με το χέρι γιατί «πρόσεξε μην το σπάσεις» αν πάρεις σφυρί. Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι και βάζω σοβαρή υποψηφιότητα για μίστερ βρεμένο μπλουζάκι. Τελικά ίσως πρέπει να χάσω εκείνα τα κιλά που μου είπε ο γιατρός…

Δύο ώρες μετά η ντουλάπα φαίνεται να έχει πάρει σχήμα και μορφή. Περιέργως δεν έχουμε αφήσει καθόλου περισσευούμενα υλικά. Οι οκτώ μεντεσέδες που μου είχαν φανεί καλός λόγος για να αγοράσω την συγκεκριμένη ντουλάπα, τώρα με εκδικούνται. Πρέπει να στερεωθούν με ένα περίεργο τρόπο που μοιάζει σα να περνάς παλαμάρι από βελόνα κεντήματος. Σα να μη φτάνει αυτό, ο καθένας έχει και 3 βίδες που πρέπει να βιδώσεις με το χέρι αφού ξέχασες να φορτίσεις το ηλεκτρικό κατσαβίδι (κατά τα μαστόρια «Βιδολόγο» σα να λέμε «Ωτορινολαρυγγολόγο»).

Η κόρη μου όλη αυτή την ώρα μου συμπαραστέκεται βάζοντας στο youtube άλλοτε τον Παπαμιχαήλ ντυμένο μπογιατζή να χορεύει και να τραγουδάει μάτια βουρκωμένα, στις σκαλωσιές και άλλοτε, τον Μπιθικώτση να με προτρέπει να μην βροντοχτυπάω τις χάντρες γιατί η δουλειά κάνει τους άντρες. Ο καθένας κάνει ότι μπορεί… Και η Βέμπο δοξάστηκε τραγουδώντας στο μέτωπο το σαράντα!

Η ντουλάπα είναι έτοιμη. Κάθομαι κάθιδρος δίπλα της και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι. Υπέροχος τρόπος να περάσεις το πρωί της Κυριακής. Μην σου τύχει.