Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Όλα τα κακά ας μείνουν πίσω

Περίεργος τύπος. Δεν τον είχαν ξαναδεί στην γειτονιά. Γιγαντόσωμος με μακριά μαλλιά και μούσια. Δεν μπορούσες να πεις ακριβώς αλλά έδειχνε γέρος. Μπορεί βέβαια να σε ξεγελούσε και το ταλαιπωρημένο παρουσιαστικό του. Εδώ και μερικές μέρες γυρνούσε με ένα καρότσι και μάζευε ότι έβρισκε και ότι του δίνανε. Κανένας δεν μπορούσε να πει πότε είχε πρωτοεμφανιστεί και από πού κρατούσε η σκούφια του.

Είχε καβατζάρει ένα παγκάκι επάνω στην Τσιμισκή, κοντά στη Διαγώνιο και το βράδυ πήγαινε και κοιμόταν εκεί. Μαζί του μια, ψωραλέα σκυλίτσα σε προφανώς προχωρημένη εγκυμοσύνη, που τον ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε. Φοβερό δίδυμο! Όταν έκλειναν τα μαγαζιά και αραίωνε λίγο ο κόσμος, ξάπλωνε στο παγκάκι, τυλιγόταν με εφημερίδες και χαρτόνια και η σκυλίτσα κούρνιαζε ακριβώς από κάτω.

Δεν ζητιάνευε. Θα έλεγε κανένας ότι οι άλλοι τον έψαχναν για να του δώσουν ότι δεν χρειαζόταν και εκείνος τα έπαιρνε χωρίς πολλά λόγια.  Έμεναν λίγες μέρες μέχρι να τελειώσει ο χρόνος. Τα Χριστούγεννα είχαν περάσει και ο κόσμος φαινόταν να έχει πολλά περισσεύματα. Άλλος του έδινε  φαγητά, άλλος γλυκά, άλλος ρούχα. Τα πρώτα τα μοιραζόταν με την σκυλίτσα του, με μια δίκαιη μοιρασιά. Κάθονταν οι δυο τους στην άκρη του πεζοδρομίου ή στο παγκάκι τους και μασουλούσαν χαζεύοντας τον κόσμο που περνούσε.

Οι μαγαζάτορες, τους είχαν συνηθίσει και τους είχαν εντάξει στην καθημερινότητα τους. Ένας από αυτούς, που είχε το μεγάλο κοσμηματοπωλείο στη γωνία καθώς άνοιγε το πρωί τα ρολά του μαγαζιού ένιωσε για πολλοστή φορά έναν πόνο στον αυχένα και μια ζαλάδα. Είχε βεβαρημένο ιστορικό και κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί και να ηρεμίσει. Ήταν η τελευταία μέρα του χρόνου και το ωράριο βαρύ, η κούραση των ημερών συσσωρευμένη και η διάθεση στα τάρταρα. Με το δίκαννο κυνηγούσαν τους πελάτες. Είδε το δίδυμο να περνάει έξω από το μαγαζί. «Αφού αυτοί μαζεύουν όσα δεν χρειαζόμαστε γιατί να μην έπαιρνε και τα οστεόφυτα μου» σκέφτηκε και χαμογέλασε με σαρκαστική διάθεση. Περίεργο αλλά αυτή η σκέψη τον έκανε να αισθανθεί καλύτερα, ούτε ζάλη, ούτε πόνος. Περίεργα πράγματα. Τι σου είναι το μυαλό του ανθρώπου! Το μεσημέρι, καθώς έπιναν τα ουζάκια τους, με τον γείτονα του με το μαγαζί με τα ρούχα τους είδε και πάλι να περνούν έξω από το μαγαζί. Αμφιταλαντεύτηκε λίγο αλλά στο τέλος, μεταξύ σοβαρού και αστείου, του εκμυστηρεύτηκε αυτό που είχε συμβεί το πρωί. Ο άλλος γέλασε. Και αυτός στη θέση του το ίδιο θα έκανε. «Αν είναι έτσι τότε μήπως να έπαιρναν και το πρόβλημα του γαμπρού μου». Τα παλικάρι μετά από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις στην σπονδυλική στήλη, που ακολούθησαν ένα μάλλον ελαφρύ ατύχημα με την μηχανή, ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι και πάλευε να ξανασταθεί στα πόδια του και να ξαναπερπατήσει. Οι γιατροί τους έδιναν κάποιες ελπίδες αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξοι. Χαμογέλασε πικρά και δεν έδωσε συνέχεια. Το θυμήθηκε μόνο όταν το απόγευμα που γύρισε στο σπίτι η γυναίκα του, του είπε ότι ο Παύλος το μεσημέρι κατά την διάρκεια της καθημερινής θεραπείας κατάφερε να περπατήσει μέσα στο δωμάτιο. Κάτι που δεν είχε καταφέρει από τότε που είχε ξεκινήσει την θεραπεία. «Ρε λες;», σκέφτηκε. «Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα».

Η αγορά είχε κλείσει και ο κόσμος έφευγε βιαστικός για να πάει στα σπίτια του να γιορτάσει την αλλαγή του χρόνου. Σε κάποια μπαρ και καφέ χόρευαν επάνω σε τραπέζια και μπάρες. Έκανε πολύ κρύο. Γύρω γύρω από την πόλη είχε χιονίσει. Το δίδυμο ξάπλωσε στο παγάκι του. Ο άνθρωπος ένιωθε πόνους στην πλάτη και το σβέρκο και κούτσαινε. Μετά βίας περπατούσε. Η ώρα περνούσε. Η σκυλίτσα κούρνιασε μέσα στα χαρτόνια της. Έβγαζε κάτι περίεργους ήχους που ο συγκάτοικος της δεν είχε ξανακούσει. Πονούσε και υπέφερε. Ήταν προφανές ότι είχε έλθει η ώρα. Ο άνθρωπος δεν ήξερε από αυτά αλλά βοήθησε όσο μπορούσε. Εκεί στη μέση του δρόμου στο κέντρο της πόλης γεννήθηκαν τρία όμορφα κουταβάκια. Τα δύο από αυτά όπως και η μάνα όμως δεν τα κατάφεραν. Ο άνθρωπος πήρε αυτό που έζησε και κοιμήθηκαν αγκαλιά για να το κρατήσει ζεστό. Το κρύο ήταν πολύ. Φονικό ψύχος είπαν στις ειδήσεις. 

Το πρωί βρήκε μόνο έναν ζωντανό στην παρέα. Ήταν ένα χαρούμενο υγιές κουτάβι που πήγαινε πέρα δώθε σκουντουφλώντας και παίζοντας χωρίς να ξέρει που πάει.


Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Τι ωραία!

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Τι ωραία!

Το βράδυ είμαστε καλεσμένοι και έτσι δεν έχουμε ετοιμασίες. Θα κάνουμε στα γρήγορα τα τελευταία ψώνια στο super market και βουρ για το κέντρο. Το γρήγορα βέβαια τρόπος του λέγειν. Επιλέγεις το GigaMegaTera super market, που τα έχει όλα, για να μην χρειάζεται να πας σε δέκα μαγαζιά. Ψάχνεις να παρκάρεις, στον άνετο χώρο πάρκινγκ που γράφουν οι διαφημίσεις, και διαπιστώνεις ότι και άλλοι ήταν το ίδιο προνοητικοί με εσένα και ακόμα περισσότερο. Σκανάρεις την περιοχή του πάρκινγκ. Λοκάρεις την θέση. Νεαρό ζευγάρι με παιδάκι φορτωμένο στο καρότσι του super market, ανάμεσα σε σακκούλες, προσπαθεί να γεμίσει το πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου με τα ψώνια. Παράλληλα προσπαθεί να ψήσει το παιδί που φοράει σκουφάκι Αη Βασίλη και χτυπιέται σαν το χταπόδι, να μπει στο αυτοκίνητο και να καθίσει στο καρεκλάκι.  Δεν είναι εύκολο, αλλά κάποια στιγμή τα καταφέρνουν. Όσο περιμένεις έχουν περάσει άλλοι δέκα και σε ρωτούν αν θέλεις να παρκάρεις. Όχι αδελφέ κάνουνε μάνεκεν τζάλεντζ και σε λίγο θα φύγουμε. Η οικογένεια φεύγει και επιτέλους παρκάρεις. Ο διπλανός έχει μπει λίγο λοξά και έτσι του καθαρίζεις με το παλτό το πλάι του αυτοκινήτου καθώς περνάς.
Ψάχνεις για καρότσι. Πιάνεις το τελευταίο. Μαζί με σένα, βάζει χέρι στο καρότσι, και μια όμορφη κοπέλα. Τα βλέμματά σας διασταυρώνονται. Σε μια ταινία θα ακουγόταν μουσική, θα θόλωνε η εικόνα, θα ερωτευόσασταν με την πρώτη ματιά, θα πιανόσασταν χέρι χέρι  και θα κυνηγιόσασταν στο δάσος. Στην πραγματική ζωή, σου ρίχνει ένα δολοφονικό βλέμμα, υποχωρεί όμως καθώς ένα ακόμα καροτσάκι επιστρέφει στη θέση του και εκείνη το γραπώνει, με αντανακλαστικά αιλουροειδούς. Νιώθεις ευτυχής. ΚΑΙ θέση πάρκινγκ, ΚΑΙ καροτσάκι την ίδια μέρα. Πρωτοχρονιάτικο λαχείο πήρα; Ψάχνεις την λίστα με τα ψώνια. Δεν είναι πουθενά. Η τύχη σε εγκατέλειψε. Θα παίξεις το «απόψε αυτοσχεδιάζουμε» και πιθανώς να πρέπει η βόλτα στο super market να επαναληφθεί, πριν την εκπνοή του χρόνου. Σίγουρα θα υπομείνεις εορταστική γκρίνια.

Ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα. Μεγάλες προσφορές στο τμήμα των φρουτολαχανικών. Κοπέλες ντυμένες αγιοβασιλίτσες κερνάνε από κυβάκια τυριών και σαλάμια μέχρι φυστικοβούτυρο. Δύσκολα να αντισταθείς. Φτάνεις στα τυριά. Παίρνεις χαρτάκι. Υπολογίζεις τον χρόνο. Ίσως τα Θεοφάνια και βλέπουμε… Plan B! Κατευθύνεσαι στο ανοιχτό ψυγείο με τα έτοιμα συσκευασμένα προϊόντα. Πας να πιάσεις ένα κομμάτι. «Άσε κάτω την παρμεζάνα, ρε. Εγώ την είδα πρώτος». Είχα την εντύπωση ότι ο επόμενος πόλεμος θα γινόταν για τα νερό. Μάλλον έκανα λάθος. Ζυγίζω με το μάτι τον αντίπαλο και υποχωρώ. Του φευγάτου η μάνα ποτέ δεν έκλαψε. Άσε που δεν θέλω να γράφουν στην πέτρα του μνήματος βρίσκεται εδώ για ένα κομμάτι παρμεζάνα… Κατευθύνω το ενδιαφέρον μου προς ένα από αυτά τα Γαλλικά τυριά που μυρίζουν ποδαρίλα σαν θάλαμος νεοσυλλέκτων στον στρατό. Όσο πιο έντονη η ποδαρίλα τόσο πιο εκλεκτό το προϊόν. Κοιτάω με φόβο δεξιά και αριστερά και δεν φαίνεται να υπάρχει άλλος διεκδικητής.  Παίρνω ένα κουτάκι. Προσθέτω και μερικά τυριά από την Ελλάδα και κατευθύνομαι προς τα αλλαντικά. Χαμός και εκεί. Πέφτει νωρίς το Πάσχα φέτος και φοβάμαι ότι μέχρι να εξυπηρετηθώ θα με προλάβει η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδα. Ξανά στα έτοιμα. Ευτυχώς και εδώ δεν έχω σοβαρό ανταγωνισμό. Γεμίζω όπως όπως το καρότσι μου, ενώ τραβάω νοητές γραμμές στην λίστα που βρίσκεται μέσα στο κεφάλι μου και φιλοδοξεί να ταυτιστεί με την πραγματική, που ξεκουράζεται στο τραπέζι της κουζίνας στο σπίτι.

Περνάω γρήγορα γρήγορα και από μερικά ακόμα τμήματα του τεράστιου μαγαζιού ενώ αγιοβασιλίνες ακροβολισμένες στις γωνίες των διαδρόμων μου επιτίθενται και με μπουκώνουν με δείγματα. Άλλο που δεν θέλω… Φτάνω στο ταμείο. Πίκρα στην αναμονή και ακόμα μεγαλύτερη πίκρα στην πληρωμή. Λέμε κάτι χαζά και γελάμε με την κοπέλα στο ταμείο, ανταλλάσσοντας ευχές. Σπρώχνω το γεμάτο καρότσι μέχρι το αυτοκίνητο. Μεταφόρτωση και βουρ για το σπίτι. Βρίσκω την λίστα των απαραίτητων να με περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας. Όπως το φοβόμουν δεν έχει σχέση με αυτά που αγόρασα. Στο πνεύμα της γιορτής, η γυναίκα μου με συγχωρεί, αφού πρώτα υπογράψω δήλωση μετανοίας υποσχόμενος ότι θα πραγματοποιήσω δεύτερη επίσκεψη στο super market όποτε αυτό μου ζητηθεί χωρίς να προβάλω αντιρρήσεις. «Έχει ο Θεός», σκέφτομαι εγώ. «Όλα και κάτι θα έχουμε ξεχάσει και θα έπρεπε να ξαναπάει έτσι και αλλιώς», σκέφτεται εκείνη. Γίνεται ειρήνη και ξεκινάμε για κέντρο.

Η κινητή τηλεφωνία διευκολύνει τις συνεννοήσεις για τον καφέ και ότι ήθελε να ακολουθήσει. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πιάνουμε την Όλγας. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται. Δεξιά και αριστερά σταθμευμένα αυτοκίνητα. Σε κάποια σημεία διπλή σειρά. Μένει ελεύθερη μιάμιση λωρίδα. Ποιος νονός ποιος κουμπάρος; Πάμε σημειωτόν. Στο διπλανό αυτοκίνητο βλέπω έναν φίλο από τον στρατό. Πιο κάτω κοντεύω να πατήσω έναν υπέργειρο πια, καθηγητή μου από το σχολείο. Προσπαθώ να θυμηθώ τι βαθμούς μου έβαζε για να δω αν του άξιζε αυτό που παρά λίγο να πάθαινε. Δεν θυμάμαι. Μάλλον δεν είναι μόνο ο καθηγητής που μεγάλωσε… Ο χρόνος περνάει βασανιστικά και τα αυτοκίνητα πάνε αργά, όταν κινούνται. Στο ραδιόφωνο ένας εκφωνητής, διασταύρωση ανθρώπου με Έλφ, πάει να σκάσει από θετική ενέργεια και εορταστική διάθεση. Θέλω να σπάσω την άθλια συσκευή, να ψάξω να το βρω και να τον βάλω να την φάει. Συγκρατιέμαι και την χαμηλώνω γιατί δεν είναι εποχές για περιττά έξοδα. Δεξιά και αριστερά σε όλη την διαδρομή αναμμένες φουφούδες στέλνουν την τσίκνα στον ουρανό. Από τον περιπτερά της γειτονιάς μέχρι το χάι καφέ, όλοι ψήνουν. Αλουμινόχαρτα και χασαπόχαρτα υποστηρίζουν το food styling.

Πλησιάζουμε στο κέντρο. Για ελεύθερο πάρκινγκ ούτε συζήτηση. Φτάνουμε σε ένα σκεπαστό. Ο Άγιος Πέτρος από την Κορυτσά, φυλάει τις πύλες του αυτοκινητιστικού παραδείσου και μας κάνει το βαρύ πεπόνι. Πόση ώρα θα το αφήσετε; Είναι και μεγάλο το αυτοκίνητο, θα πιάσει δύο θέσεις. Με βλέπει που είμαι έτοιμος να εκραγώ και να τον αρχίσω στα Γαλλικά και υποχωρεί. Αφήνω βέβαια και τα κλειδιά και φεύγω με βαριά καρδιά. Ξεκινάμε την πορεία στην Τσιμισκή. Κόσμος περπατάει με βήμα ταχύ. Ο Μάιος αργεί ακόμα. Τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα. Τα κοιτάω με τον αέρα που κοιτάει ο φαντάρος που μόλις πήρε το απολυτήριο, τους νεοσύλλεκτους. Νέες συνεννοήσεις για τον καφέ. «Ναι έχουμε παρκάρει και προχωράμε». Φτάνουμε στο περίφημο ραντεβού. Η ουρά των τυριών ωχριά μπροστά σε αυτή του καφεποτείου. Περιμένουμε και εδώ. Μεγάλωσα και έχουν περάσει ανεπιστρεπτί για μένα τα χρόνια που έπινα τον καφέ όρθιος και το φχαριστιόμουν. Αν θέλεις να καθίσεις θα περιμένεις. Έρχεται και η παρέα μας. Αγκαλιές, φιλιά, ευχές. Αναμονή με παρέα. «Είσαστε και πολλοί» μου λέει η σερβιτόρα, με ύφος ξινό. «Δεν ήξερα να βγω μόνος μου για καφέ, για να βολέψω στα τραπέζια σας», σκέφτομαι από μέσα μου, αλλά δεν το λέω από έξω μου για να μην με πάρει με κακό μάτι και δεν με ποτίσει με καφέ. Περνάει μισή ώρα και η σερβιτόρα με πληροφορεί ότι άδειασαν δύο τραπέζια. Το ένα στο ισόγειο και το άλλο στο πατάρι. Θα πρέπει να χωριστείτε μου λέει με απόλυτη σοβαρότητα. Κοιτιόμαστε και τι να κάνουμε χωριζόμαστε. Οι άντρες με τους άντρες και οι γυναίκες με τις γυναίκες. Δεν έχουμε ανάγκη εμείς από τους τζιχαντιστές, Οι γυναίκες στο γυναικωνίτη και οι άντρες μόνοι τους. Παραγγέλνουμε καφέ με λεπτομερή περιγραφή του γούστου μας. Χωρίς ζάχαρη ζήτησα, σιρόπι για τον μπακλαβά μου έφεραν. Μετράω την κατάσταση και βλέπω ότι δεν έχω ελπίδα να πιώ καφέ όπως τον θέλω. Βολεύομαι με το σιρόπι το οποίο το πληρώνω όσο και μια μερίδα μουσακά σε συνοικιακό μαγειρείο. Ο κόσμος συνεχίζει να έρχεται.

Ώρα να φεύγουμε γιατί ο «τζερτζελές» γίνεται πιο κάτω. Πάμε πιο κάτω. Όπου τζερτζελές σημαίνει ντουέτα γύφτων με κλαρίνο και νταούλι και ένας φίλος του μαγαζάτορα που έφερε φουφού και ψήνει σουβλάκια ντουμανιάζοντας το σύμπαν. Ο κόσμος δείχνει να το ευχαριστιέται. Κάποιοι αρχίζουν να χορεύουν. Νιώθω έξω από τα νερά μου. Τα μάτια μου τρέχουν από τον καπνό. Ούτε σε διαδήλωση στα Εξάρχεια να ήμουν. Ο φίλος μου, που τους ξέρει όλους, έρχεται με ένα πιάτο με σουβλάκια. Κραυγές χαράς. Τα μισά ωμά και τα άλλα μισά καμένα. Κανονικό κανένα. Να μην γκρινιάζω μέρα που είναι. Κραυγάζω και εγώ χαρωπά. Μου τυχαίνει ένα καμένο. Ο καθένας με την τύχη του. Μας κερνούν και ένα κρασί μείξη ξυδιού με άκουα φόρτε. Μου αρέσει να ζω επικίνδυνα και το πίνω. Ξέρω ότι θα το πληρώσω με πονοκέφαλο και χαλασμένο στομάχι αργότερα. Υπάρχει κίνδυνος να χάσω και το βραδινό ρεβεγιόν. Αυτή τη στιγμή δεν φαντάζει ακριβώς ως κίνδυνος.  Η άλλη από δίπλα μου έχει ανέβει σε μια καρέκλα και χορεύει με την χάρη αρκούδας που κάνει την Βουγιουκλάκη, πριν βγει ο Αρκτούρος και την σώσει. Ο κλαρινιτζής με τον μικρό τυμπανιστή πλησιάζουν. Μάτια τσούζουν, αυτιά πονούν και αρχίζει και το στομάχι να νιώθει ενοχλήσεις. Γρήγορο το άκουα φόρτε! Προφασίζομαι ότι ξέχασα να πάρω ένα δώρο και ζητώ να φύγουμε. Μην μας πουν και ξενέρωτους που αφήνουμε το «γλέντι» στη μέση.

Ακούω τα εξ αμάξης αλλά η απόφαση μου έχει ληφθεί. Δεν θέλω να πάρει το λάθος μήνυμα το 16 ότι κλαίμε που φεύγει… Στον δρόμο κάνω ότι αλλάζω γνώμη και μπαίνουμε σε τροχιά επιστροφής προς το πάρκινγκ. Παντού φουφούδες και ντουέτα των Τζίπρσι Κίνγκς, με έμφαση στο πρώτο κομμάτι. Δεν ξέρω τι κάνουν τον υπόλοιπο χρόνο αν και είμαι σίγουρος ότι αυτό που κάνουν,  το κάνουν καλύτερα από την μουσική. Φτάνουμε στο πάρκινγκ περνώντας με δυσκολία ανάμεσα σε μείξη σταθμευμένων και ακινητοποιημένων αυτοκινήτων. Δύσκολο πια να πεις πιο είναι πιο. Δύο φορές κόντεψε να μας πατήσει μοτοσυκλέτα που έκοβε δρόμο από το πεζοδρόμιο και μια ποδηλάτης με κράνος από αυτούς που θεωρούν ότι οι νόμοι είναι για τους άλλους. Ο Άγιος Πέτρος από την Κορυτσά με κοιτάει σα να λέει «καλά έλεγα εγώ να μην σου δώσω την θέση». «Νωρίς ήλθες». Δεν το ήξερα να περιμένω την εκκένωση της πόλης για να σε βολέψω αδελφέ. «Τώρα από εκεί που είσαι δεν βγαίνεις ούτε αύριο. Κοίτα, πάρε ένα ΤΑΧΙ για το σπίτι και το βραδάκι που θα λασκάρει λίγο η κίνηση έρχεσαι και το παίρνεις». Γελάω αλλά μόνο εγώ. Δεν κάνει πλάκα. Αρχίζω κάτι Γαλλικά αλλά είναι προφανές ότι είναι ανώφελο. Με βαριά καρδιά και πολλά νεύρα παρατάω το αυτοκίνητο και ψάχνω για ΤΑΧΙ. Δεν δυσκολεύομαι να βρω. Ο δρόμος της επιστροφής γρήγορος. Μάλλον μόνο εμείς αποφασίσαμε να το σχολάσουμε νωρίς.

Φτάνουμε σπίτι. Τα αυτιά μου βουίζουν από το κλαρίνο. Τα μάτια μου είναι ακόμα κόκκινα από την κάπνα και το στομάχι βγάζει κάτι περίεργους ήχους. Η πίεση μου, έχει ανέβει στα ύψη καθώς σκέφτομαι ότι παράτησα το αυτοκίνητο αλλά και ότι θα πρέπει να πάω το απόγευμα – βράδυ να το πάρω.

Ωραία η παραμονή της πρωτοχρονιάς. Περάσαμε υπέροχα. Να το ξανακάνουμε καμμιά φορά, παιδιά.

Καλή Χρονιά από τον γρουσούζη φίλο σας.



Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Προσοχή!

Από χθες νιώθω απίστευτα κακός και μόνος και αυτό είναι πολύ άσχημο τέτοιες μέρες.

Ακολουθώντας την συμβουλή πολλών φίλων μου δεν αποδέχτηκα τα επίμονα αιτήματα φιλίας από  τον Α CHRISOPHER DAVIES και την JESSICA DAVIES. Σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι μοναχικές ψυχούλες που άπλωσαν ένα χέρι προς το μέρος μου και εγώ τους το αρνήθηκα.  Η αλήθεια είναι ότι μου είχαν γίνει λίγο τσιμπούρια, όπως υποθέτω και σε όλους τους άλλους που αποφάσισαν τον εξοστρακισμό τους από την μεγάλη χαρούμενη παρέα μας στο facebook. Είναι όμως αυτός λόγος για να καταδικάσεις δύο ανθρώπους στη μοναξιά στο μέσο της γιορτινής περιόδου των Χριστουγέννων;

Με το μυαλό μου γεμάτο με μαύρες σκέψεις αποφάσισα να μου επιβάλω μια τιμωρία. Αποφάσισα να μην ανοίξω το βίντεο «ο χορός του Πάπα» που το είχα σε δέκα διαφορετικές εκδόσεις, όπως φυσικά και όλοι οι άλλοι που μου συνέστησαν να μην το ανοίξω. Θα μείνω με την απορία αν ο Πάπας χορεύει σάμπα ή ζεϊμπέκικο. Αλλά τέτοιος που είμαι καλά να πάθω.

Τώρα πια είμαι στενοχωρημένος, αλλά ασφαλής. Κανένας δεν θα μπορέσει να μορφοποιήσει το κινητό μου, όπως  με επεσήμαναν οι φίλοι μου σε όλα αυτά τα μηνύματα που μου έστειλαν. Είμαι σίγουρος ότι και οι φίλοι μου γνωρίζουν πολύ καλά τι είναι η μορφοποίηση του κινητού και αγωνίστηκαν σκληρά για να την αποφύγουν.

Κάπου μέσα μου βαθιά, πιστεύω ότι ίσως να ήμουν υπερβολικός και σκληρός. Κατά πάσα πιθανότητα αρκούσε και μόνο η δήλωση προς κάθε δημόσια αρχή και πράκτορα ξένης κυβέρνησης με βάση τα άρθρα Α1, Α2 και Α3 της συνθήκης των Βερσαλλιών, αν δεν κάνω λάθος. Αλλά, όπως λένε και στην Πελοπόννησο, «one can never be too careful». Έτσι έφαγαν το μπλοκ τους ο  CHRISOPHER και η JESSICA, έφαγε και η μαρμάγκα το βίντεο του Πάπα και η όμορφη παρέα μας είναι πλέον ασφαλής.


Ουφ άγιο είχαμε.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

On the second day of Christmas...

Αισθάνομαι λίγο άσχημα. Δεν δημοσίευσα φωτογραφία από το γιορτινό τραπέζι μας με την γαλοπούλα, τους λαχανοντολμάδες, την τηγανιά και τα γλυκά και βγάλατε το συμπέρασμα ότι απλώς δεν φάγαμε. Είναι λογικό. Γιορτή που δεν δημοσιεύεται στα social media, απλώς δεν έχει γίνει.

Είναι εξαιρετικά συγκινητικό ότι από το πρωί χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού ασταμάτητα. Φίλοι και φίλες, φορώντας τα καλά τους, πριν ακόμα γράψουν το R.I.P. του Τζόρτζ Μάικλ, περνούν και μου φέρνουν τάπερ με ότι περίσσεψε από τo πλούσιο χθεσινό τραπέζι τους.

Εμείς τώρα πια τα οργανώνουμε σε κατηγορίες. Έχω τα τάπερ με τις γαλοπούλες συνοδευόμενα από μικρότερα που περιέχουν την γέμιση. Δεν θέλω να φανώ αγνώμον αλλά δεν μπορώ να μην σημειώσω ότι  τα δεύτερα είναι σαφώς μικρότερα από τα πρώτα και αυτό σημαίνει ότι σε κάποια σπίτια φίλων, δεν τηρήθηκε ο κανόνας που πάντα εφαρμόζουμε στο σπιτικό μας. «Αν θέλεις να φας γέμιση, πρέπει να φας και γαλοπούλα». Ποιος θα το φάει το άνοστο πουλί, μόνο του; Κάτι σαν τα προαπαιτούμενα της Τρόικα.

Παραδίπλα τα τάπερ με τους λαχανοντολμάδες. Τα έχω χωρίσει σε δύο ομάδες. Στην πρώτη έχουν χρησιμοποιήσει κανονικό λάχανο και στη δεύτερη τουρσί. Αρμιά που λένε και στην δυτική Μακεδονία. Μου αρέσουν και τα δύο και μάλλον θα έχουμε να φάμε από δαύτα μέχρι και το Πάσχα, που όμως πέφτει αρκετά νωρίς το 17 και έτσι το γεγονός δεν είναι τόσο εντυπωσιακό όσα φαίνεται.

Τα τάπερ με την τηγανιά λέω να τα ζεστάνω και να έχω να κερνάω μαζί με κανένα τσιπουράκι στους επόμενους που θα μου φέρουν την ανθρωπιστική βοήθεια.

Το καλύτερο τραπέζι πάντως είναι αυτό της δεύτερης μέρας. Τρως ότι και την πρώτη αλλά το κάνεις φορώντας μαλακές φόρμες, παντόφλες αρκουδάκια και αφού έχεις κατασταλάξει στο τι σου άρεσε και τι όχι και δεν αναλώνεις τον χρόνο και τις θερμίδες, που σου αναλογούν, σε ανούσιες δοκιμές.

Οι Εγγλέζοι τις ονομάζουν boxing days. Εγώ θα τις έλεγα ημέρες του ξαναζεσταμένου φαγητού, του ραχατιού και της μουργιέλας.

On the second day of Christmas my true love gave to me a tupper full of leftovers!


Χρόνια Πολλά και Καλά.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Παραμονή Χριστουγέννων

Από το πρωί ακούω Ελληνικά Χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Πέρασα ένα εικοσαήμερο που έπηξα στους Αμερικάνικους ρυθμούς. Σήμερα μπούκωσα. Σα να έχω φάει δέκα μελομακάρονα στη σειρά και αδυνατώ να φάω το ενδέκατο, όσο και αν μου αρέσει. Είναι και αυτός ο λαμπερός ήλιος και ο γλυκός καιρός που σε ταξιδεύουν αλλού. Ακούω τραγούδια που μου θυμίζουν τις σχολικές γιορτές του δημοτικού. Ακούω κάλαντα από όλη την Ελλάδα. Έχω ακούσει όλες τι πιθανές και απίθανες εκτελέσεις, ακόμα και με κλαρίνο και κεμετζέ. Σε διαλέκτους που καταλαβαίνω ελάχιστα. Άκουσα Καλίρη και Βανδή. Αν συνεχίσω έτσι με βλέπω μέχρι το μεσημέρι να πέφτω στα σκληρά και να εκστασιάζομαι με «Ένα μικρούλι τούλι για τον Χριστούλη», την συνεισφορά της Καίτης Γαρμπή στην Χριστουγεννιάτικη λυρική μας παράδοση της πατρίδας μας…

Βγήκα από το σπίτι και έπεσα επάνω στις «φίλες» μου. Γιαγιάδες που έχουν ξυπνήσει αξημέρωτα για να πάνε στο κομμωτήριο να κάνουν το μαλλί «λάχανο». Σέρνουν τα πόδια τους, που τα βαραίνει η ηλικία. Πρέπει όμως να βιαστούν για να προλάβουν να γυρίσουν στο σπίτι να ασχοληθούν με το άλλο το λάχανο για τους ντολμάδες. Αύριο θα έλθουν παιδιά και εγγόνια και πρέπει να είναι όλα έτοιμα.

Κόσμος βιαστικός. Τα τελευταία ψώνια. Μπορεί και τα πρώτα ή τα μόνα. Η λίστα του μανάβη, του σούπερ μάρκετ, του χασάπη ξεκουράζονται στο τραπέζι της κουζίνας στο σπίτι. Όταν καταλαβαίνεις ότι την ξέχασες είναι πια αργά. Αυτοσχεδιάζεις. Βοηθάει και η κινητή τηλεφωνία. Είτε έχεις πολλά, είτε τα βγάζεις πέρα δύσκολα, αυτές τις μέρες θα κάνεις την μικρή σου υπέρβαση.

Παντού παιδιά που γυρίζουν για να πουν τα κάλαντα. Όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί. Πιτσιρίκια που συνοδεύονται από γονείς ή μεγάλα αδέλφια. Αγοράκια κοριτσάκια του δημοτικού με σκουφάκια Αη Βασίλη ή κοκαλάκια με κέρατα ταράνδου. Μαντράχαλοι με έντονα τα σημάδια της ακμής στο πρόσωπο και την φωνή. Λένε κάλαντα και στο μυαλό τους έχουν τους επόμενους καφέδες που τους εξασφαλίζουν. Κάνουν χοντρέ πλάκες και ξεσηκώνουν τον κόσμο με τις φωνές. Παρέες από κοριτσόπουλα στην εφηβεία όλο χάρη, ομορφιά και κοκεταρία ξεπατικώνουν Αμερικάνες ποπ σταρς στα τσαλίμια και τις φωνές. Τραγουδούν τα κάλαντα σα να κάνουν οντισιόν για το επόμενο τάλεντ σόου της τηλεόρασης. Ντροπαλές, ανταλλάσσουν μεταξύ τους κρυφές ματιές και πνιχτά γελάκια. Κάποιες παρέες έχουν μαζί τους όργανα. Από τα κλασικά τρίγωνα, μέχρι μπουζούκια και τουμπερλέκια. Για τα περισσότερα παιδιά τα κάλαντα είναι το εξτρά χαρτζιλίκι, για κάποια άλλα μπορεί να είναι ο τρόπος τους να τσοντάρουν στο πενιχρό οικογενειακό εισόδημα, τις μέρες των εορτών.

Βλέπω φουφούδες να ετοιμάζονται. Από μακριά ακούω κλαρίνα και ταμπούρλα. Κάποιοι έχουν μπερδέψει τα Χριστούγεννα με την Τσικοπέμπτη. Περί ορέξεως…

Τη μουσική στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου διαδέχονται ειδήσεις. Χαμηλώνω τη φωνή. Αρνούμαι. Ξέρω τι θα ακούσω και δεν είναι καλό. Τέτοιες μέρες έχω και εγώ το δικαίωμα να αναπνεύσω. Τα προβλήματα δεν θα χάσουν τον δρόμο τους αν τα βάλουμε για λίγο σε αναμονή. Κάνει καλό στην ψυχή και δίνει δύναμη για τη συνέχεια.

Στο μυαλό μου, έρχονται προηγούμενες γιορτές. Μεγαλώσαμε και κάθε χρόνο μας λείπουν όλο και περισσότεροι από αυτούς με τους οποίους αγαπούσαμε να περνάμε τις μέρες αυτές. Ένας γλυκός πόνος που φέρνουν οι ευχάριστες αναμνήσεις τους. Η συνέχεια της ζωής με αποχωρήσεις και νέες αφίξεις.

Σκέφτομαι τα Χριστούγεννα στον στρατό με την μιζέρια του στρατιωτικού εορτασμού, το κονιάκ «Βότρυς» και τα μελομακάρονα που σερβιριζόταν σε χαρτοκιβώτια, όπως είχαν έλθει από την βιοτεχνία που τα έφτιαξε. Σκέφτομαι αυτούς που ονειρεύονται γκλάμορους εορταστικά γκαλά και τους άλλους που το μόνο που λαχταρούν είναι να δουν τους αγαπημένους τους να καταφέρνουν να σηκωθούν από κρεβάτια νοσοκομείων και να γυρίσουν γεροί κοντά τους. Σκέφτομαι τους παλαιούς και νέους ξενιτεμένους και αυτούς που έχουν μείνει πίσω και τέτοιες μέρες νιώθουν την απουσία τους ακόμα μεγαλύτερη. Σκέφτομαι πρόσφυγες σε σκηνές να μην μπορούν να καταλάβουν τι είναι αυτό που τους έχει βρει. Προσπαθώ να αποδιώξω την σκέψη του φανατικού που οραματίζεται αιματοβαμμένα κόκκινα Χριστούγεννα.

Έχω ανάγκη από ηρεμία. Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω μια πόρτα να χτυπάει. Η γιαγιά και ο παππούς ανοίγουν και με μια τεράστια αγκαλιά να υποδέχονται παιδιά και εγγόνια. Όλοι φορούν «τα καλά τους». Το σπίτι είναι ζεστό και μυρίζει υπέροχα. Για λίγη ώρα το εορταστικό τραπέζι γίνεται ένα ανεξάρτητο νησί όπου βασιλεύει το «και επί γης ειρήνη».

Καλά Χριστούγεννα.







Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Γράμματα στον Άγιο Βασίλη

Διέρρευσαν, από τα WikiLeaks, τα γράμματα γνωστών Ελλήνων και ξένων προς τον άγιο Βασίλη. Τα βρήκα και τα αναδημοσιεύω για εσάς. Τι ζήτησαν λοιπόν!

Ο Αλέξης ζήτησε να γίνει Αντρέας. Αν δεν γίνεται τότε να του φέρει το κουκλάκι Φιντέλ, που μιλάει. Με μια εξτρά μπαταρία λιθίου, για να ακούει τους λόγους του συγχωρεμένου, που κρατούσαν λίγο παραπάνω, χωρίς επαναφόρτιση.

Ο Κυριάκος ζήτησε ένα καινούργιο τηλεφωνικό κέντρο. Siemens, νέο μοντέλο, αν γίνεται. Το παλιό το έχει.

Ο Πάνος ζήτησε απεριόριστη πρόσβαση στο βεστιάριο της σχολής πολέμου και αν γίνεται και ένα τρενάκι και ένα γύψο για το χέρι, αχρείαστα να είναι.

Ο Σταύρος ζήτησε κόμμα και ψηφοφόρους.

Η Φώφη ζήτησε ότι και ο Σταύρος.

Ο κύριος Δημήτρης ζήτησε τον τελευταίο γραφειοκράτη κρεμασμένο με τα έντερα του τελευταίου καπιταλιστή, σε συσκευασία δώρου και αν δεν γίνεται τότε μόνο, ενότητα και αγώνα.

O κύριος Βασίλης, που γιορτάζει, ζήτησε μια οικουμενική.

Ο κυρ Νίκος, που έχει την απορία ναζί κανείς ή να μη ζει, ζήτησε ένα μεγάλο φούρνο.

Ο κυρ Φώτης ζήτησε να θυμηθεί κάποιος ότι υπάρχει.

Ο κύριος Πάκης ζήτησε να κάνει έναν τελευταίο διορισμό, for the good old times shake.  

Κύκλοι Του, ζήτησαν το καινούργιο Playstation και ένα μεγάλο κουτί μελομακάρονα.

Ο Γιάνης ζήτησε άλλα 10 λεπτά διασημότητας.

Η Ζωή ζήτησε εξεταστική μια επιτροπή.

Ο Euclid ζήτησε κάτι, αλλά κανένας δεν κατάλαβε τι είπε.

Ο κύριος Βόλφανγκ ζήτησε να τηρηθεί το Ελληνικό πρόγραμμα.

Ο Σαββόπουλος ζήτησε μια ευκαιρία στο παράδεισο να πάει.

Η Άλκηστη ζήτησε να της ζητήσω ότι θέλω.

Ο Μαραβέγιας δήλωσε ότι ζητάει πολλά, αλλά κάτι ζητάει.

Ο ΠΑΟΚ ζήτησε να πάρει πρωτάθλημα.

Ο ΑΡΗΣ ζήτησε να μην πάρει ο ΠΑΟΚ το πρωτάθλημα.

Ο Ολυμπιακός ζήτησε πέναλτι.


http://www.thinkfree.gr/grammata-ston-agio-vasili/
















Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Μια παράξενη ιστορία

Το είχε πάρει απόφαση. Η ζωή δεν είχε πλέον νόημα. Και ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων. Θα έφευγε αυτός και θα έπαιρνε μαζί του όσο περισσότερους άπιστους μπορούσε. Μέσα στα Χριστούγεννά τους. Να πονάει περισσότερο. Ένιωθε οργή και μίσος. Είχε περάσει στην Ελλάδα και όπως και τόσοι άλλοι είχε εγκλωβιστεί σε αυτή την κωλοχώρα. Έμενε μαζί με τους γονείς του, την μικρή αδελφούλα του και τους θείους του στοιβαγμένοι, σαν σκουπίδια, σε ένα αντίσκηνο σε ένα παλιό στρατόπεδο, λίγο έξω από την Θεσσαλονίκη.

Από το καλοκαίρι ακόμα είχε αρχίσει τις προετοιμασίες. Κάποιοι στον καταυλισμό είχαν κινητά και τάμπλετ που έπιαναν ίντερνετ. Τους έκανε χαμαλίκια και τον άφηναν για λίγο να παίζει, όπως νόμιζαν, με τις συσκευές τους. Εκείνος όμως δεν έχανε τον χρόνο του με ανούσια παιχνίδια. Έψαχνε, έβρισκε και μάθαινε. Όλα όσα χρειαζόταν ήταν εκεί μέσα. Πώς να φτιάξεις μια βόμβα. Πόσο δυνατή να την κάνεις. Τι να βάλεις μέσα για να προξενήσεις μεγαλύτερη καταστροφή και να έχεις περισσότερα θύματα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν να βρει τα υλικά. Δεν είχε χρήματα, δεν ήξερε την γλώσσα, ούτε καν γνώριζε πού να ψάξει. Σε μια στιγμή απόγνωσης εκμυστηρεύτηκε  το πρόβλημα του στον φίλο του τον Ουαέλ. Εκείνος στην αρχή δεν είπε τίποτα. Μερικές μέρες μετά του είχε βρει τη λύση. Δεν περίμενε ότι ο Ουαέλ ήξερε από αυτά. «Το Σάββατο το βράδυ, θα βγεις ίσια επάνω από εδώ στην εθνική. Εκεί έχει ένα parking. Θα περιμένεις. Θα περάσει ένας τύπος με μηχανή. Θα σε ρωτήσει αν χρειάζεσαι κάτι. Θα τους πεις το όνομα μου. Εκείνος ξέρει τι θα κάνει.». Σταμάτησε για λίγο. Το κοίταξε θλιμμένα. «Είσαι σίγουρος;». Ήταν σίγουρος…

Του φάνηκε περίεργη η ιστορία αλλά ο Ουαέλ φαινόταν να ξέρει καλά για τι μιλάει. Είχε ακούσει σκόρπιες κουβέντες για την οργάνωση που είχε ένα μακρύ χέρι που έφτανε μέχρι τους καταυλισμούς των προσφύγων αλλά εκείνος δεν είχε καταλάβει τίποτε μέχρι τώρα.

Οι μέρες μέχρι το Σάββατο περνούσαν αργά, βασανιστικά. Την Κυριακή οι άπιστοι είχαν τα Χριστούγεννα τους και  δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία. Η καρδιά του, του έλεγε ότι ήταν έτοιμος. Η οργή του ξεχείλιζε. Δεν είχε δοκιμάσει ξανά, δεν είχε κάνει πρόβα, πώς θα μπορούσε άλλωστε; Πίστευε όμως ότι αν είχε το υλικό δεν θα είχε πρόβλημα να φέρει την αποστολή εις πέρας. Θα φορούσε το γιλέκο γύρω από το σώμα του και θα πήγαινε στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, όταν οι εκείνοι θα μαζευόταν να γιορτάσουν και … μπουμ!

Το Σάββατο ξύπνησε πολύ πρωί. Δίπλα στο αντίσκηνο η φωτιά, που είχαν ανάψει το προηγούμενο βράδυ, είχε σχεδόν σβήσει και κάπνιζε γεμίζοντας τον αέρα με μια βαριά μυρωδιά καμένου που μπούκωνε τα ρουθούνια του. Βρωμιά και λάσπες παντού. Χειμώνας, αλλά δεν είχε πολύ κρύο. Οι άλλοι κοιμόντουσαν μέσα. Γύρισε και τους κοίταξε για τελευταία φορά. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια από την αδελφούλα του. Από τότε που είχαν φύγει από την πατρίδα, είχε γαντζωθεί επάνω του και τον κοιτούσε σαν θεό της. Άραγε τι θα έκανε τώρα που αυτός θα χανόταν; Έπνιξε ένα λυγμό και σκούπισε ένα δάκρυ πριν προλάβει να τρέξει στο μάγουλο του. Δεν ήταν ώρα για τέτοια. Έπρεπε να είναι δυνατός μέχρι το τέλος. Είχε πάρει την απόφαση του, δεν θα έκανε πίσω τώρα.

Έκανε μεταβολή και ξεκίνησε για τον προορισμό του. Το ήξερε ότι ήταν πολύ νωρίς αλλά ήθελε να έχει φύγει όταν θα ξυπνούσαν. Υπολόγιζε ότι θα χρειαζόταν κανένα δίωρο και κανονικό περπάτημα για να φτάσει μέχρι το πάρκινγκ. Την είχε ξανακάνει την διαδρομή μια φορά όταν είχαν φύγει με τον Ουαέλ και δύο ακόμα παιδιά για να δουν τι υπάρχει πέρα από τον καταυλισμό. Προχωρούσε με ζωηρό βήμα, σα να έκανε παρέλαση. Μπροστά του έβλεπε μόνο τον σκοπό του.

Του πήρε λίγο παραπάνω αλλά τελικά έφτασε στο πάρκινγκ. Δεν ήταν πολύ μεγάλο και παντού ήταν πεταμένα σκουπίδια. Βρομούσε άσχημα, από τις ακαθαρσίες. Χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε ότι τελικά δεν ήταν μόνο ο καταυλισμός τους βρώμικος και άσχημος. Όλη αυτή η χώρα έτσι ήταν. Πόσο την μισούσε!  Ένα φορτηγό πλησίασε και έκοψε ταχύτητα. Υπακούοντας σε μια εσωτερική παρόρμηση κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους για να μην τον δουν. Το βαρύ όχημα έστριψε και μπήκε μέσα. Ο οδηγός άνοιξε τη μεγάλη πόρτα και κατέβηκε. Από το ραδιόφωνο, του αυτοκινήτου, ακουγόταν μια μουσική που θύμιζε αυτή της πατρίδας του, αλλά τα λόγια ήταν σε άλλη γλώσσα. Τον είδε να πηγαίνει προς τα χωράφια βιαστικός. Φαίνεται ότι όλοι για τον ίδιο λόγο σταματούσαν εκεί και έτσι εξηγούνταν και η μυρωδιά…  Ξαλάφρωσε, έφτυσε κάτω, επέστρεψε, μπήκε βιαστικά στην ψηλή καμπίνα, έβαλε μπρος και εξαφανίστηκε, όπως είχε έλθει.

Εκείνος δεν ήθελε να βγει από την κρυψώνα του. Ένιωθε βολικά εκεί μέσα στα φυλλώματα και πρέπει να ήταν και πιο ζεστά από ότι έξω. Κάθισε εκεί όλη τη μέρα. Στο πάρκινγκ σταμάτησαν αλλά δύο αυτοκίνητα, ΙΧ αυτή τη φορά, για τον ίδιο λόγο με το φορτηγό. Οι ώρες περνούσαν αργά αλλά κάποια στιγμή άρχισε να σουρουπώνει. Σκεφτόταν ότι οι δικοί του θα είχαν αρχίσει να τον ψάχνουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφευγε το πρωί και γύριζε το βράδυ και έτσι δεν θα τους φαινόταν παράξενο. Σκεφτόταν ότι δεν θα τους ξανάβλεπε ποτέ του. Την μάνα του, τον πατέρα του, τους θείους του. Περισσότερο όμως σκεφτόταν εκείνη. Ήταν σίγουρος ότι όταν μεγάλωνε θα καταλάβαινε και θα ήταν περήφανη γι αυτόν. Τώρα όμως;

Είχε νυχτώσει για τα καλά. Ο ήχος από πολλές μηχανές που πλησίαζαν τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Έκοψαν τα ταχύτητα και μπήκαν στο πάρκινγκ. Δεν μπορεί να ήταν αυτός που περίμενε. Ο Ουαέλ του είχε μιλήσει για έναν μοτοσικλετιστή και αυτοί που ήλθαν ήταν τρεις.

Σταμάτησαν και «ξεπέζεψαν». Φορούσαν δερμάτινα μαύρα ρούχα, άσπρα κράνη και οι μηχανές τους ήταν τεράστιες στα ίδια χρώματα. Εκεί που ήταν το ντεπόζιτο είχαν ζωγραφισμένα κάτι περίεργα σχήματα. Στο πίσω μέρος βρισκόταν κρεμασμένα μεγάλα δερμάτινα σακίδια. Φαινόταν από αυτούς που κάνουν μεγάλα ταξίδια, οδηγώντας τα μεταλλικά άλογα τους για μέρες. Έβγαλαν τα κράνη και τα δερμάτινα βαριά γάντια τους. Τεντωθήκαν. Τα πρόσωπα που αντίκρισε ήταν έκπληξη για αυτόν. Περίμενε να δει σκληροτράχηλους μηχανόβιους, με μακριά μαλλιά, μούσια και τις χαρακτηριστικές τις φουσκωμένες από τις πολλές μπύρες κοιλιές. Αντί για αυτούς είδε τρεις άντρες, εκεί γύρω στα σαράντα. Ο πρώτος, που πρέπει να ήταν και ο πιο μεγάλος, ήταν ψηλός, με σγουρά μαλλιά και χρυσά γυαλάκια. Ο δεύτερος ήταν πολύ αδύνατος, με μάγουλα που έκαναν λακκάκια και σχεδόν ενωνόταν μεταξύ τους. Ένα μακρύ αραιό μουσάκι κρεμόταν από το πιγούνι του, λες και ήταν ψεύτικο και κάποιος το είχε κωλύσει εκεί.   Ο τρίτος ήταν κοντός και χοντρούλης. Έμοιαζε σαν ανθρώπινη μπάλα. Το κεφάλι του ήταν σαν πεπόνι και είχε δύο έξυπνα ματάκια που ανοιγόκλειναν συνέχεια σα να μην μπορούσε να εστιάσει καλά. Το δερμάτινο σακάκι φαινόταν να του κλείνει με δυσκολία. Σίγουρα τον ζόριζε πολύ κατά την διάρκεια του ταξιδιού.

Παρέμεινε κριμένος μέσα στην φυλλωτή κρυψώνα του. Δεν ήξερε τι να κάνει. Αδύνατο κάποιος από αυτούς να ήταν αυτός που περίμενε. «Έλα βγες έξω και μη φοβάσαι», είπε ο ψηλός με τα χρυσά γυαλάκια, στην γλώσσα του, κοιτώντας προς το μέρος του. Πάγωσε. Μας πώς τον είδε; Πού ήξερε ότι ήταν εκεί; Τελικά μήπως ήταν αυτός που περίμενε; Τι ήταν όλοι οι άλλοι;

Βγήκε δειλά, δειλά. Είχε αρχίσει να τρέμει. Από το κρύο; Από τον φόβο; «Έλα μη φοβάσαι», είπε πάλι ο ψηλός. Οι άλλοι τον κοιτούσαν χαμογελαστοί. Πήρε λίγο θάρρος. Τεντώθηκε. Όρθωσε το ανάστημα του για να μην φανεί ο φόβος του. «Το φέρατε;». Τον λόγο πήρε η μπαλίτσα με το κεφάλι πεπόνι. «Ταξιδεύουμε εδώ και ένα μήνα. Είναι κανονισμένο να έλθεις μαζί μας». Τελικά όλοι μιλούσαν την γλώσσα του. Ταράχτηκε. «Δεν είναι αυτή η συμφωνία. Μου δίνετε αυτό που είναι να μου δώσετε και φεύγετε. Ποιοι είσαστε; Πού πάτε;». Δαγκώθηκε. Μήπως δεν έπρεπε να ρωτάει τόσα πολλά; Η μπαλίτσα χαμογέλασε καλοκάγαθα. «Είμαστε επιστήμονες. Ακολουθούμε μια σειρά από σημάδια, που έχουμε μαζέψει δουλεύοντας εδώ και ένα χρόνο και με βάση έναν εξελιγμένο αλγόριθμο οδηγηθήκαμε στην περιοχή αυτή». Έβγαλε από την τσέπη του ένα iphone, χτύπησε το τζαμάκι και η οθόνη φωτίστηκε. Άρχισε να ανοίγει παράθυρα και να του εξηγεί κάτι ακαταλαβίστικα. Όσο πιο πολύ του εξηγούσε, τόσο πιο πολύ μπερδευόταν. Στο τέλος του είπε και πάλι «γι αυτό θα έλθεις μαζί μας. Είσαι και εσύ μέρος του σχεδίου».

Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν πλέον προφανές ότι με αυτούς του είχε κλείσει συνάντηση ο Ουαέλ. Αλλά γιατί; Άλλο είχε ζητήσει αυτός και άλλα του έλεγαν αυτοί οι περίεργοι τύποι. Δεν φαινόταν να έχει επιλογή. Ήταν ένας και ήταν τρεις και ακόμα χειρότερα φαίνεται ότι γνώριζαν το σχέδιο του, που όμως δεν φαινόταν να τους απασχολεί καθόλου. «Θα έλθω μαζί σας, αν μου δώσετε αυτό που έχουμε κανονίσει». Πού το έβρισκε τόσο θάρρος; Απόρησε και αυτός με τον εαυτό του. Για πρώτη φορά πήρε τον λόγο ο αδύνατος με το παράξενο μουσάκι. «Θα έλθεις μαζί μας και όλα θα γίνουν όπως πρέπει. Σε διαβεβαιώ ότι όλα έχουν υπολογιστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια». Λέγοντας αυτά, έβγαλε από τον σάκο που κρεμόταν στο πίσω μέρος της μηχανής του ένα δερμάτινο μπουφάν και ένα κράνος και του τα έδωσε. «Έλα πάρε, αλλά μην μας καθυστερείς άλλο. Μένουμε πίσω στο πρόγραμμα. Θα ανέβεις μαζί μου γιατί με τους άλλους δεν χωράς», είπε και γύρισε ρίχνοντας ένα κοροϊδευτικό βλέμμα στους άλλους δύο.
Ντύθηκε γρήγορα και ανέβηκε. Δεν είχε καβαλήσει ξανά μηχανή. Τουλάχιστον όχι τέτοια γιατί μια φορά είχε ανέβει σε ένα παπάκι ενός συμμαθητή του στο σχολείο αλλά αυτό ήταν άλλο πράγμα.  Ο οδηγός του, άνοιξε το iphone και το στερέωσε επάνω σε μια βάση στο τιμόνι. Ξεκίνησε πρώτος και οι άλλοι ακολούθησαν. Τώρα έτρεχαν στον μεγάλο δρόμο. Ο αέρας τον πάγωνε όπου έβρισκε ελεύθερη επιφάνεια. Το μυαλό του ήταν μια μπερδεμένη σούπα. Πού πήγαιναν; Πώς θα εφάρμοζε το σχέδιο του; Θα προλάβαινε;

Πρέπει να κόντευε πια μεσάνυχτα. Πρέπει να πλησίαζαν στην πόλη. Φωτισμένα κτίρια διαδέχτηκαν το μαύρο του άδειου τοπίου. Δεν είδαν παρά ελάχιστα αυτοκίνητα και ακόμα λιγότερους ανθρώπους. Πέρασαν από ένα μαγαζί που είχε από έξω ένα τεράστιο δέντρο φτιαγμένο από φωτισμένους σωλήνες. Δεν είχε δει ξανά κάτι τέτοιο. Από έξω κόσμος πολύς. Νέοι, άντρες και γυναίκες φορώντας τα καλά τους. Πρέπει να ήταν κάποιο κέντρο διασκέδασης. Ο οδηγός γκάζωσε και απομακρύνθηκαν γρήγορα. Ξανά ερημιά. Ένα άσπρο φως σε σχήμα αστεριού άρχισε να αναβοσβήνει στην οθόνη του κινητού. Τον ένιωσε να τραντάζεται. Κάτι είπε στους άλλους στην ενδοσυνεννόηση σε μια γλώσσα που δεν την κατάλαβε. Ιαχές χαράς από την ομάδα.

Είχαν μπει για τα καλά μέσα στην πόλη. Παντού ψηλά κτίρια. Φωτισμένοι δρόμοι. Φωτισμένες βιτρίνες. Άνθρωποι πουθενά. Μπροστά η δική τους μηχανή και πίσω οι άλλες δύο. Είχαν φτάσει σε μια μεγάλη πλατεία δίπλα στη θάλασσα και το αστέρι στην οθόνη του κινητού έγινε κόκκινο. Σταμάτησε να αναβοσβήνει. Ο αδύνατος με το μούσι, που ήταν σαν ψεύτικο, κοκάλωσε την μηχανή. Δίπλα ήλθαν και στάθηκαν και οι άλλοι δύο. Έβγαλαν τα κράνη. Δεν μίλησαν, μόνο κοιτάχτηκαν με πρόσωπα που έλαμπαν.

Σαν υπνωτισμένοι άνοιξαν τους σάκους που κρέμονταν στο πίσω μέρος των μηχανών τους και έβγαλαν από ένα κουτί. Τρία περίεργα κουτιά με σχέδια ζωγραφισμένα από έξω, παρόμοια με αυτά που ήταν επάνω στα ντεπόζιτα των μηχανών. Ταράχτηκε. Λες να ήταν αυτό που είχε παραγγείλει; Ρώτησε αλλά απάντηση δεν πήρε. Δεν του έδιναν σημασία. Λίγο πιο πέρα, σε μια άκρη της πλατείας, υπήρχε ένας σκελετός από μια ξύλινη βάρκα.

Ξεκίνησαν με τα κουτιά προτεταμένα στα χέρια. Μπροστά ο ψηλός, πίσω ο αδύνατος, από πίσω η μπαλίτσα και τελευταίος αυτός. Κατευθυνόταν στην βάρκα. Περίεργο σκηνικό. Δύο κατσίκια, ένα πρόβατο και μια αγελάδα, καθόταν ήσυχα. Γύρισε και είδε τον σκελετό της βάρκας. Μέσα ήταν μια γυναίκα και ένας άντρας. Εκείνη κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μωράκι, φασκιωμένο. Μπορούσε να δει πια καθαρά το πρόσωπο της που έλαμπε. Οι τρεις επιστήμονες πλησίασαν και σταμάτησαν μπροστά της. Ο ένας μετά τον άλλο γονάτισαν και άφησαν τα κουτιά που κρατούσαν μπροστά στα πόδια της. Κανένας δεν μίλησε. Εκείνος κοιτούσε σαν κούτσουρο. Δεν μπορούσε να πιστέψει όλο αυτό που έβλεπε μπροστά του. Ένιωσε την ψυχή του να γαληνεύει. Η οργή και το μίσος είχαν εξαφανιστεί. Σκέφτηκε την αδελφούλα του, την μάνα του, τον πατέρα του. Η μάνα, ο πατέρας, το μωρό μέσα στον σκελετό της βάρκας, είχαν ξαφνικά γίνει η μάνα του, ο πατέρας του, η αδελφούλα του, μέσα στο αντίσκηνο,  όπως τους αποχαιρέτησε, χωρίς να μιλήσει, το πρωί. Ξαφνικά ήθελε να βρεθεί κοντά τους και να τους αγκαλιάσει. Προσευχήθηκε βουβά στον Θεό του να έχει καλά το νεογέννητο. Προσευχήθηκε να τελειώσει ο πόλεμος και να γυρίσουν στο σπίτι τους. Να μην υπάρχουν πια πόλεμοι και οι άνθρωποι να σταματήσουν να μισούν ο ένας τον άλλον.

Οι τρεις επιστήμονες βγήκαν από την βάρκα και κατευθύνθηκαν προς τις μηχανές τους. Κανένας δεν μίλησε. Σα να εκτελούσαν μια αυστηρά προδιαγεγραμμένη χορογραφία. Από πίσω και αυτός, σαν το σκύλο που ακολουθεί το αφεντικό του. Ανέβηκαν στις μηχανές και ξεκίνησαν.




Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Στολίσαμε στην Θεσσαλονίκη. Ο ένας τον άλλο…

ΟΚ, την στολίσαμε την πόλη για τα Χριστούγεννα. Μην είναι το δέντρο που πνίγηκε στον Θερμαϊκό; Μην είναι τα έλατα από τα αζήτητα του έμπορα στην παραλία. Μην είναι οι περσινές γιρλάντες από τα Jumbo;

Όχι δεν είναι το δέντρο που πνίγηκε. Δεν είναι τα έλατα από τα αζήτητα. Δεν είναι οι περσινές γιρλάντες από τα Jumbo.

Τότε τι είναι; Για να καταλάβουμε περιμέναμε το επιμύθιο. Κάτι σαν το «όνομα του ρόδου» ένα πράμα. Οι μισοί νόμιζαν ότι η διακόσμηση δεν είχε τελειώσει. Δεν προλάβανε οι άνθρωποι, θα τους σκοτώσουμε χρονιάρες μέρες; Εδώ ένα μετρό και το πάμε τρεις γενιές. Άλλοι ότι απλώς δεν τα βάψανε. Είναι και το χιονάτο λευκό που δεν θυμίζει και πολύ Χριστούγεννα. Λίγο αλμπίνο, το Χριστούγεννο φέτος στην ερωτική τσουρεκούπολη.

Τέλος πάντων, το έργο τελειωμένο είναι και μάθαμε ότι είναι και Χριστουγεννιάτικο. Την φάτνη την έχουνε στο αμπάρι της γαλέρας. Μπορεί και να μην πρόλαβαν να την ξεφορτώσουν. Μπορεί και να την κρύβουν να μην την βρουν οι βλαμμένοι που κάθε χρόνο πάνε και κλέβουν το μωρό από την πλατεία. Ο Χριστός και η Παναγία είναι πρόσφυγες και τραβάνε κουπί με παρέα που θα τρέλαινε και Discovery channel και National Geographic μαζί. Στην πλώρη σύσσωμο το δημοτικό συμβούλιο, παρέα με την πνευματική ηγεσία της πόλης να φωνάζουν «πρέπει να είσαι λέρα για να κυβερνάς γαλέρα». Σουρεαλισμός!

Και έτσι άρχισε ο καυγάς. Ο καλλιτέχνης έχει δίκιο, εσείς δεν καταλαβαίνετε τσόλια, λέει ο ένας.

Εμείς δεν καταλαβαίνουμε ή εσείς που δεν βάλατε ένα δεντράκι πράσινο με λαμπάκια, σαν αυτά που ξέρουμε; Να το μετράμε και βλέπουμε ποιος το έχει μεγαλύτερο. Πού είναι οι αγιοβασίληδες με τα μαύρα μπίχλα γένια και το ψωριάρικο πόνυ;

Είσαστε μικρό χωριό, πικρό και δεν θα γίνετε ποτέ άνθρωποι. Θα τα πάρουμε και θα τα πάμε αλλού που μας καταλαβαίνουν.

Σας πήραμε, σας πήραμε, φλουρί Κωνσταντινάτο.

Μας πήραμε, μας πήρατε, βαρέλι δίχως πάτο.

Θέλουμε Ρουβά πάνω από τα δέντρα και Βανδή μέσα από τα τζάμια.

Θέλουμε κάποιους που … πού να σας λέμε δεν θα καταλάβετε.

Πας μη κουλτουρέλλην … βάρβαρος.

Σε όποιον αρέσουμε για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε.

Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα… είμαστε!

Στολίσαμε στην Θεσσαλονίκη. Ο ένας τον άλλο…

Τι;

Ότι κατάλαβες.





Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Το νέο θερμόμετρο

Ζητείται φιλάνθρωπος εφευρέτης να σχεδιάσει και να κατασκευάσει το απόλυτο gadget της μέσης και μεγάλης ηλικίας. Ναι ρε φίλε, έχουμε και οι κάπως σιτεμένοι δικαίωμα στην gadgetήλα!

Θερμόμετρο ηλεκτρονικό, που να έχει μεγαααάλη οθόνη, με μεγάλα γράμματα. Αυτά που κυκλοφορούν εκτός από θερμομέτρηση, σου κάνουν και έλεγχο όρασης. Έναν έλεγχο στον οποίο φυσικά κόβεσαι.

Η οθόνη να είναι φωτιζόμενη και να μπορείς να πατήσεις ένα κουμπάκι και να σου λέει την θερμοκρασία σου, μέσα από κάποιο κριμένο μεγαφωνάκι. Θα ήταν καλό να μπορείς να επιλέξεις και την φωνή που θα σου εκφωνήσει τα καλά ή κακά νέα. Αν, ας πούμε είσαι γυναίκα, να διαλέγεις Σάκη να σου λέει «Ουάου τριάντα επτά και μισό. You are hot baby!».  Αν είσαι άντρας να ακούς μια φωνή από αυτές των ροζ γραμμών να σου λέει όλο υπονοούμενο «μμμμ τριάντα οχτώ και μισό και δεν σου φαινόταν…» και να κάνει ακόμα και την βιταμίνη C στις ταμπλέτες δίπλα σου, να κοκκινίζει. Φυσικά θα πρέπει να υπάρχει και η unisex επιλογή με την Αλέκα Κανελίδου και την φοβερή φωνή της, που θα ταιριάζει με την δικιά σου.


Όλα εγώ πρέπει να τα σκέφτομαι; Η δημοσίευση αυτή γίνεται 11/12/2016 10:13 ώρα Ελλάδος. Για τα προϊόντα που θα κυκλοφορήσουν μετά την ημερομηνία αυτά παίρνω 10% επί των πωλήσεων.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ο καλός Ηγεμόνας

Καθόταν στο παλάτι του, τρώγοντας και πίνοντας με τους αυλικούς του. Ο λαός πεινούσε αλλά εκείνος και οι δικοί του έτρωγαν με χρυσά κουτάλια. Ο ηγεμόνας μισομεθυσμένος σηκώθηκε τρικλίζοντας, ήπιε μια γουλιά κρασί και σκούπισε το στόμα του με την ανάποδη του μανικιού του.

-          Ησυχία! Πρόσταξε με βροντερή φωνή.

Όλοι σταμάτησαν να μιλάνε.

-          Αποφασίζω να μοιράσω από ένα πουγκί γρόσια στα γεροντάκια, για τα Χριστούγεννα.
Σούσουρο μέσα στην αίθουσα που γινόταν το όργιο.

-          Μα εξοχότατε, τόλμησε να πει ένας από τους αυλικούς, πριν από μερικές μέρες του πήραμε τρία. Ποιο το νόημα να τους επιστρέψουμε το ένα, αφού σε λίγο θα πρέπει να τους πάρουμε και άλλα.

-          Πόσο βλάκας είσαι. Γι αυτό εσύ θα είσαι πάντα ένας τιποτένιος αυλικός και εγώ ο Ηγεμόνας. Τους παίρνουμε ότι έχουν και δεν έχουν και στη συνέχεια τους επιστρέφουμε κάτι ψίχουλα ως ελεημοσύνη. Η δύναμη μας βρίσκεται στο να τους μάθουμε να τρώνε από το χέρι μας και ας τους ταΐζουμε με αυτά που τους πήραμε. Τους αφαιρούμε κάθε δυνατότητα να βγάλουν τίμια το ψωμί τους και να προκόψουν και έτσι θα τους ελέγχουμε για πάντα. Έτσι και αλλιώς πάλι σε μας θα έλθουν τα γρόσια. Την δόση του φόρου θα πληρώσουν και τα Τέλη Κυκλοφορίας για το αμαξάκι του παιδιού. Είναι νοικοκυραίοι αυτοί, δεν θέλουν να χρωστάνε. Ένα σαρδόνιο γέλιο γέμισε την αίθουσα.

-          Σατανικό. Πάω να ετοιμάσω την αίθουσα με το τζάκι, που δεν ανάβει. Θα έχω σε επιφυλακή και τα συνεργεία της τηλεόρασης έξω από την Εθνική να δείξουν τους παππούδες να τσαλαπατιούνται για να πάρουν την ελεημοσύνη. Είσαστε σπουδαίος!

-          Είμαι!




Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Κόπι πάστε και επί γης ειρήνη...

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Τα μαγαζιά στολίστηκαν, εδώ και καιρό, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προσελκύσουν το, έτσι και αλλιώς, μειωμένο αγοραστικό ενδιαφέρον των πελατών τους. Το σπίτι μας στολίστηκε και αυτό, ακολουθώντας την, σχετικά πρόσφατη συνήθεια μας, να στολίζουμε από τις αρχές του Δεκεμβρίου. Μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Αρχίσαμε ήδη τις προετοιμασίες για τα γλυκά και τα εορταστικά τραπέζια.

Μαζί με τις προετοιμασίες αρχίζουν και τα διαδικτιακά κλισέ της εποχής. Δεν ξέρω που κοιμούνται έντεκα μήνες και ποιος τα ξυπνάει κάθε τέτοια εποχή, αλλά είναι τα ίδια κάθε χρόνο. Ξεκινάμε από τα πιο ανώδυνα που έχουν να κάνουν με όμορφες εικόνες με τζάκια, Χριστουγεννιάτικά δέντρα, παιδάκια, γατάκια, σκυλάκια με αγιοβασιλιάτικους σκούφους, και κράξιμο στο Last Christmas και τους Wham. Μετά πέφτουμε στα σκληρά.

«Ψωνίστε από το μαγαζάκι της γειτονιάς για να βοηθήσετε μια οικογένεια να στείλει τα παιδιά της στα Αγγλικά και όχι από τα πολυκαταστήματα όπου τα έσοδα μεταφράζονται σε παχυλά μπόνους και κότερα για τα μεγαλοστελέχη». Αυτή την έτοιμη εικονίτσα κοινοποιεί  για να κάνει το καθήκον του προς την κοινωνία, ο άλλος από … το καφέ ενός πολυκαταστήματος περικυκλωμένος από τις σακούλες με τα ψώνια που μόλις έχει κάνει από εκεί. Ψωνίστε εσείς, εγώ απλώς ποστάρω, που είναι και τζάμπα.

«Φέτος θέλω να έλθει κάποιος να μου κάνει μια αγκαλιά τόσο δυνατή που να κολλήσουν όλα όσα έχουν σπάσει μέσα μου». Προφανώς δεν ήλθε πέρσι που κυκλοφορούσε το ίδιο ποστάκι και έτσι τον ξανακαλείς φέτος. Η αλήθεια είναι ότι αν σε σφίξει πολύ κάποιος μάλλον θα καταλήψεις με σπασμένα πλευρά στο νοσοκομείο χρονιάρες μέρες αλλά μη σου χαλάσω το όνειρο.

«Φέτος κάνε ένα γεύμα για ένα παιδάκι που πεινάει και ας μη νηστέψεις καθόλου». Αντιλαμβάνομαι το πνεύμα της φράσης αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι αυτός που το γράφει ξέρει και πολλά πράγματα για τη νηστεία.

Φαίνεται ότι η κρίση, μας έχει κάνει πολύ τζάμπα ψυχοπονιάρηδες και ευαισθητούληδες. Τέτοιες μέρες ακόμα περισσότερο από ότι όλο τον χρόνο. Διαβάζουμε κάτι. Εκείνη την ώρα μας φαίνεται γλυκούτσικο και χωρίς πολλή σκέψη, το κοινοποιούμε και η αποστολή μας ολοκληρώνεται. Με τον ίδιο τρόπο που κοινοποιούμε την ανάγκη για αίμα για το παλικάρι που καρφώθηκε με την μηχανή … πριν από καμιά δεκαριά χρόνια ή την φωτογραφία της σκυλίτσας που χάθηκε και την ψάχνουν.

Στα πρώτα χρόνια της κινητής τηλεφωνίας κυκλοφορούσαν διάφορα «ευφάνταστα», «χιουμοριστικά» SMS, τα οποία έστελνε ο ένας στον άλλο. Κανονικό κόπι πάστε χωρίς να βάλει ούτε την υπογραφή του. Τώρα την σκυτάλη πήραν τα social media. Ευκολάκι και τζάμα.

Αχ καλή μου κρίση. Χάρη σε εσένα γλυτώσαμε από ρεπορτάζ για χλιδάτα Χριστούγεννα, για «αποδράσεις» σε μέρη εξωτικά και για δώρα για «εκείνον που τα έχει όλα». Γλιτώσαμε από τα δέντρα που κρέμονταν ανάποδα από το ταβάνι, όταν ξέμεναν από ιδέες οι διακοσμητές. Τώρα πιάσαμε τα κείμενα «που μιλάνε στις καρδιές των ανθρώπων». Άντε να τελειώνεις και εσύ να έλθουμε λίγο στα ίσα μας.



Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Τράβα μια selfie.

Αν δεν ήταν ΟΡΛ, με απορίες για το τι κρύβεται μέσα στα αυτιά μας, τότε ο άνθρωπος που αποφάσισε να προσθέσει μπροστινή κάμερα στα κινητά, λογικά σκεφτόταν τις ανάγκες για τις βιντεοκλήσεις που τότε ξεκινούσαν να μπαίνουν στη ζωή μας. Αυτό που μάλλον δεν περνούσε από το μυαλό του ήταν η τρέλα με τις selfie φωτογραφίες.

Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, άλλο φωτογραφία και άλλο selfie. Στην φωτογραφία κάθεσαι στήνεσαι, μόνος ή με παρέα, και έχεις από την απέναντι μεριά τον φωτογράφο ο οποίος με περισσότερη ή λιγότερη τέχνη αποθανατίζει τη στιγμή. Από την εφεύρεση της φωτογραφία και πέρα, τα μέσα μόνο άλλαξαν, η ιδέα καθόλου.

Η selfie, η οποία απετέλεσε τη νέα λέξη της χρονιάς του 2013 για το λεξικό της Οξφόρδης, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Είναι η διαδικασία κατά την οποία στήνεσαι, μόνος ή με παρέα, με ένα χέρι προτεταμένο προσπαθώντας να χωρέσεις τον κόσμο όλο μέσα στο κάδρο που δημιουργεί η κάμερα του κινητού.

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Το ανθρώπινο γένος γρήγορα κατάλαβε ότι του είναι δύσκολο να κρατάει το χέρι του τεντομένο, ενώ προσπαθεί να καδράρει την εικόνα αλλά και να πάρει μια αξιοπρεπή πόζα για να την περάσει στις επόμενες γενεές ή τουλάχιστον για να μην το περάσουν γενεές δεκατέσσερεις όσοι την δουν στα social media.

Οι selfies δημιούργησαν νέες τεχνολογικές ανάγκες και οι εταιρείες με χαρά δίνουν λύσεις στα νέα προβλήματα των χρηστών. Έτσι τα νέα κινητά τηλέφωνα διαθέτουν όλο και καλύτερης ποιότητας κάμερες από την εμπρόσθια πλευρά. Σε αυτές έχουν προστεθεί και φλας, γιατί τι να την κάνεις τη νυχτερινή έξοδο στα μπουζούκια αν δεν μπορείς να βγάλεις μια αξιοπρεπή selfie με το λαϊκό ίνδαλμα ή το αμόρε μέσα στο σκοτάδι και να  την ποστάρεις ασκαρδαμυκτί στο facebook και το tweeter να σκάσουν φίλοι και εχθροί.

Όταν οι άνθρωποι είδαν ότι το μήκος του χεριού τους δεν τους αρκούσε να δώσουν διέξοδο στις καλλιτεχνικές ή ματαιόδοξες ανησυχίες τους εφεύραν το σελφοκόνταρο ή σελφιστίρι (με τις λέξεις που γράφω σήμερα έχω οδηγήσει σε απόγνωση τον αγαπητό κορέκτορα ο οποίος, προφανώς, δεν έχει καταφέρει να ενημερωθεί για τις νέες εξελίξεις). Πρόκειται για ένα ματσούκι αυξομειούμενου μήκους (σαν αυτού της σφουγγαρίστρας) στην μια άκρη του οποίου τοποθετείται το κινητό, δίνοντας στον χρήστη τα παραπάνω εκατοστά μήκους που θα του προσφέρουν την ηδονή… της τέλειας αυτοφωτογραφίας. Μην χαμογελάς πονηρά. Αυτό ακριβώς κάνει και αν δεν έχεις  την τύχη να διαθέτεις το μήκος των χεριών του Παναγιώτη Φασούλα, ο οποίος, σύμφωνα με τον αστικό μύθο, έσβηνε το τσιγάρο στην άσφαλτο απλώς βγάζοντας το χέρι έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, τότε θα βρεις πολύ χρήσιμο αυτό το εξάρτημα. Ως παιδί άλλης εποχής δεν μπορώ να μην σκεφτώ τις καταπληκτικές selfie  που θα έβγαζε ο χάρτινος ήρωας των παιδικών μας χρόνων ο Τιραμόλα.

Τα τεχνικά, κουτσά στραβά, τα λύσαμε. Πάμε τώρα και στα καλλιτεχνικά. Η selfie η καλή, αυτή που θα αποσπάσει από 500 Like και πάνω, θέλει το selfoχαμόγελο. Καθόμουν χθες και παρακολουθούσα παρέες νέων παιδιών να βγαίνουν selefie. Ειδικά οι κοπέλες φορούσαν συντονισμένα όλες μαζί την ίδια χαμογελαστή μουτσούνα. Δεν πάει να μαλώνανε ένα δευτερόλεπτο πιο πριν; Με το που εμφανίζεται η αναποδογυρισμένη οθόνη του κινητού με τα πολλά μεγαπίξελ, παγώνουν και φορούν όλες μαζί την μουτσούνα «ΠερνάμεΥπέροχαΣταΠαρασκήνιαΚαιΑυτόΒγαίνειΠροςΤαΈξωΚοίταΠόσοΥπέροχηΕίμαιΕγώΌχιΣανΤιςΆλλεςΤιςΚακομούτσουνεςΠουΕίναιΜαζίΜουΩχΜαρούλιΕίναιΑυτόΣτοΔόντιΜουΚωλοσαλάτεςΚωλοδίαιτα» Το άγγιγμα του Joker για όσο χρόνο χρειαστεί για να βγει η εικόνα ή καλή. Αμέσως μετά έλεγχος και αν περάσει από το quality control, ικανοποιώντας όοοολους τους εικονιζόμενους, άμεσο ποστάρισμα για σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης.

Ομολογώ ότι δεν έχω καταφέρει να βγάλω μια selfie της προκοπής. Δάχτυλο στο φακό, κλειστά μάτια, η μύτη που δεν χώρεσε στο κάδρο,οι συνηθέστερες αιτίες που δίνουν ένα αποτέλεσμα «μην την τυπώσεις» που λέγαμε και στον καιρό των φιλμ στον φωτογράφο. Ίσως το κείμενο αυτό να είναι αποτέλεσμα τις ζήλιας εναντίον των πιο επιδέξιων και εκπαιδευμένων με τις λαμπερές selfies. Πού να ξέρεις, Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!



Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Στο αεροδρόμιο

Είχε κανένα δίωρο να σκοτώσει μέχρι να έλθει η ώρα της πτήσης του. Βολτάριζε βαριεστημένα σπρώχνοντας την μικρή βαλιτσούλα με τα ροδάκια, που κουβαλούσε από πάνω της και την άλλη του υπολογιστή. Θυμήθηκε ότι την μέθοδο αυτή της μεταφοράς την λένε Piggyback γιατί έτσι λέει κουβαλάει η γουρουνίτσα τα γουρουνάκια της. Τι πήγε και θυμήθηκε…

Η ζωή έχει γίνει πλέον σύνθετη. Όταν ταξιδεύεις δεν σε πειράζει αν θα πεινάσεις ή αν θα διψάσεις. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να μην ξεφορτιστούν αυτά τα μαραφέτια, κινητά, λάπτοπ, τάμπλετ και αν ξεφορτιστούν να βρεις τρόπο να τα φορτίσεις γρήγορα. Σε αυτά η επαφή σου με το σπίτι και την δουλειά, σε αυτά η κάρτα επιβίβασης, σε αυτά και ο χάρτης και η πλοήγηση στα μέρη που θα πας. Σβήνουν και χάνεται ο κόσμος. Μεγάλη η ευκολία, με τίμημα την εξάρτηση. Τελικά τίποτα δεν είναι τζάμπα στη ζωή.

Χάζευε τον κόσμο γύρω του. Μπορούσε να περνάει ώρες και να κάνει μόνο αυτό. Τα αεροδρόμια έχουν τόσες ιστορίες να πουν…

Διασταυρώθηκε με μια ξανθιά νεαρή όμορφη κοπέλα. Δεν θα ήταν πάνω από εικοσιπέντε χρονών. Φορούσε ένα μάλλινο φόρεμα που ανεδείκνυε την φουσκωμένη κοιλίτσα των πρώτων μηνών της εγκυμοσύνης. Το πρόσωπο της ήταν γεμάτο δάκρυα και στα χέρια κρατούσε μια όμορφη ανθοδέσμη με ροζ τριαντάφυλλα. Πώς να τα συνδέσεις τώρα αυτά. Δάκρυα λύπης, χαράς, χωρισμού. Πού να ξέρεις;

Άκουσε το ήχο του ηλεκτρικού αμαξιδίου που ερχόταν από πίσω του. Παραμέρισε για να περάσει. Ήταν από αυτά τα άσπρα που βλέπεις στα γήπεδα του γκολφ. Δίπλα στον οδηγό, που φορούσε την στολή του αεροδρομίου, καθόταν ένας παππούς με σωληνάκι οξυγόνου κάτω από την μύτη και βλέμμα απλανές. Από πίσω, με αντίθετη φορά από αυτή την κίνησης καθόταν η γιαγιά. Λίγο πιο νέα και σίγουρα σε … καλύτερη κατάσταση. Κρατούσε επάνω στα πόδια της μια μεγάλη βαλίτσα με καρό επένδυση από εκείνες τις παλιομοδίτικες τις τετραγωνισμένες, που νόμιζες ότι πια βλέπεις μόνο στις Ελληνικές ταινίες του εξήντα να τις κουβαλάει η ψυχοκόρη από το χωριό. Είχε βλέμμα αγχωμένο. Άραγε πήγαιναν ή ερχόταν από την θεραπεία;

Ένα νεαρό ζευγάρι αγκαλιασμένο φαινόταν να δίνει θερμά φιλιά αποχωρισμού. Το παρουσιαστικό εκείνου φωνάζει από μακριά ότι είναι φαντάρος και ας μην φοράει στολή. Εκείνη σαφώς μικρότερη του, τον φιλάει και κλαίει. Τέλειωσε η άδεια και θα κάνει καιρό να το ξαναδεί. Θέλει να πάει να της πει ότι τώρα από την στιγμή που παρουσιάζεσαι μέρα που βγαίνει δεν ξαναμπαίνει. Ότι στα χρόνια του υπηρετούσαν σχεδόν δύο χρόνια. Ξαφνικά αισθάνεται γέρος.

Πάει να περάσει από τον έλεγχο. «Τις ακτίνες» που λένε και οι πιο μεγάλοι. Πέντε σειρές. Όλες έχουν κόσμο εκτός από την δεύτερη. Του κάνουν σινιάλο να περάσει από αυτήν. Τον περιμένει μια κοπέλα με την άθλια στολή των σεκιούριτη του αεροδρομίου. Πριν προλάβει να του πει τι να βγάλει και τι να βάλει, την ρωτάει χαμογελώντας «εσάς γιατί δεν σας παίζουν». «Η ιστορία της ζωής μου», του απαντάει με ένα πικρό χαμόγελο. Το πείραγμα έφερε αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Βγάζει λάπτοπ, κινητό, ζώνη, κέρματα, το νεσεσέρ με τα είδη του λουτρού, μπουφάν και περνάει ανάλαφρος από την πύλη η οποία αδιαφορεί και δεν καταδέχεται να του κάνει «μπιπ». Έτσι κανένας άλλος δεν ασχολείται μαζί του. Ενώ ξανασυναρμολογεί τον εαυτό και την πραμάτεια του, γυρίζει της χαμογελάει και της λέει κάτι που αυτή την φορά ζεσταίνει το πρόσωπο της με ένα λαμπερό χαμόγελο.

Ψάχνει να βρει την πύλη του. Από πίσω ακούει φωνές και κάτι σαν ποδοβολητό. Ένα μπουλούκι τον ακολουθεί και ασυναίσθητα παραμερίζει σαν να φοβάται ότι θα τον ποδοπατήσουν. Μπαμπάς, μαμά γύρω στα σαράντα, τρία παιδιά διαφόρων ηλικιών με το μικρότερο στο καρότσι που το σπρώχνει το αδελφάκι του. Μαζί μια γιαγιά με μαύρο φόρεμα και μαύρο τσεμπέρι σαν βγήκε από αναγνωστικό της δεκαετίας του εβδομήντα. Φωνάζουν, μαλώνουν, γελούν με μια αστεία ελληνοαμερικάνικη προσφορά, μπλέκοντας Ελληνικά και Αγγλικά στην ίδια πρόταση. Βιάζονται να προλάβουν την πτήση τους.

Φτάνει στην πύλη. Είναι νωρίς. Λίγος κόσμος ακόμα. Η κοπέλα με την στολή συνοδού εδάφους κάνει τις προετοιμασίες της στο υπολογιστή κάτω από το γκισέ με ύφος πολυάσχολο. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, με κοντό αγορέ γκρι μαλλί, προφανώς ξένη, κάθεται και διαβάζει μόνη της ένα βιβλίο. Δεν βλέπεις πια ανθρώπους να διαβάζουν βιβλία ή εφημερίδες σε αεροδρόμια και σταθμούς. Όλοι με ένα έξυπνο τηλέφωνο στο χέρι κάνοντας την κίνηση που θυμίζει μαέστρο που διευθύνει ορχήστρα καθώς γυρίζουν τις virtual σελίδες της συσκευής.

Κάθεται και αυτός σε μια γωνία. Φροντίζει να έχει κοντά μια πρίζα. Ανοίγει το λάπτοπ και αρχίζει να γράφει όσα είδε.



Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Αεροφαγία

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ταξιδεύω τακτικά, κυρίως για επαγγελματικούς λόγους. Τις περισσότερες φορές μόνος με αεροπλάνο.

Οι αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους, που είναι ένα σχετικά καινούργιο φρούτο για μένα, έχουν ένα μεγάλο καλό. Δεν σε ταΐζουν δεν σε ποτίζουν. Για την ακρίβεια και που σου δίνουν καρέκλα να κάθεσαι φαίνεται να το θεωρούν πολύ αλλά ακούω ότι όπου να είναι αυτό θα αλλάξει… Μπορεί να σου σπάνε λίγο τα νεύρα με τις  αεροσυνοδούς σε ρόλο πλανόδιου πωλητή,  να προσπαθούν να σου πουλήσουν άνοστους καφέδες , λαστιχένια σάντουιτς, σπόρια, πατατάκια, τσιπς, σάμαλι, μαλλί της γριάς, κολόνιες, ακόμη και ξυστό! Αλλά σε γενικές γραμμές σε αφήνουν στην ησυχία σου.

Στις άλλες, τις κανονικές, ο εφιάλτης λέγεται γεύμα. Ακόμα και αν δεν φας εσύ, θα φάνε όλοι οι άλλοι. Κάθομαι πάντα στον διάδρομο. Από εκεί τουλάχιστον έχω μια διέξοδο προς την ελευθερία του απλωμένου ποδιού. Αυτός που κάθεται στην περίφημη θέση στο παράθυρο, παλεύει από την μια με τα τοιχώματα του αεροπλάνου, που αρνούνται να βγουν πιο έξω, για να του κάνουν λίγο χώρο, ενώ δίνει την μάχη του αγκώνα για μια θέση στο ακουμπιστήρι, με τον διπλανό του. Στον μεσαίο δεν θα αναφερθώ διότι αυτός απλώς έχει χάσει. Η θέση που κάθεσαι αποκτά ιδιαίτερη σημασία την ώρα του φαγητού. Σήμερα σε μια από τις τρεις συνεχόμενες πτήσεις μου, τελικά έπεσα στην ώρα που τρώνε. Κοπιάστε, που λένε και στο χωριό μου. Κόπιασα, τι να έκανα, αλλά η εμπειρία ήταν δραματική. Μετά την απογείωση βλέπω το τρόλεϊ με τα φαγητά να με πλησιάζει και με πιάνει κρύος ιδρώτας.

Τσουπ τσουπ έρχεται η βιαστική αεροσυνοδός και μου μοστράρει τον δίσκο. Ο δίσκος αυτός έχει το μέγεθος αυτουνού που χρησιμοποιεί η θεία μου για να μου σερβίρει γλυκό του κουταλιού αλλά χωρίς το σεμεδάκι. Σε αυτό το δισκάκι λοιπόν κάποιος πρωταθλητής του Jenga με τον οποίο συνεργάζεται η καλή εταιρεία έχει χωρέσει ένα κουπάκι για καφέ, πρώτο πιάτο σερβιρισμένο σε κάτι σαν ποτίστρα για καναρίνια, κυρίως πιάτο σε αλουμινένιο ταψάκι μιας χρήσεως κλειστό από πάνω σε στυλ kinder έκπληξη, ξέμπαρκη συσκευασία με κρακεράκια, ένα la vache qui rit, λες και κάποιος μεγαλύτερος των πέντε χρόνων θέλει να φάει αυτό το πράμα, δεύτερη ποτίστρα για καναρίνια που περιέχει το επιδόρπιο, μια κλειστή συσκευασία με το πιρούνι, το κουτάλι και το  μαχαίρι της Barbie, μαζί με αλάτι, πιπέρι, ζάχαρη, γάλα για τον καφέ, υγρή πετσετούλα, στεγνή πετσετούλα. Μόνο αυτά. Αν ναι και ένα μπαλάκι ψωμάκι, το οποίο μερικές φορές σερβίρεται και ζεστό. Όχι σήμερα…

Ανοίγω το τραπεζάκι. Τι θα πιείτε; Ρωτάει η αεροσυνοδός.  Ωχ και άλλα καλούδια πάνω στο τραπέζι, σκέφτομαι εγώ. Θα πιώ, όμως. Θα πιώ για να ξεχάσω.

Αρχίζω το ξεπακετάρισμα. Κάθε φορά λέω θα το κάνω με πρόγραμμα και τάξη και κάθε φορά ο πρωταθλητής του Jenga με νικάει. Παίρνω το κρακεράκια και προσπαθώ να ανοίξω την «πρακτική συσκευασία». Ανοίγω και το παιδικό τυράκι και φυσικά στην μέση του ανοίγματος μένω με το κομμένο κόκκινο κορδελάκι στο χέρι. Αποχαιρετούμε την πρακτική συσκευασία και μαχαιρώνουμε το αλουμινόχαρτο για να μας παραδώσει το περιεχόμενο του.  Παλεύω με το μαχαιράκι της Barbie να αλείψω το κρεμώδες τυρί στα κρακεράκια που σπάνε και με γεμίζουν ψίχουλα, ενώ το ποτηράκι κλυδωνίζεται επικίνδυνα.

Τελειώνω όπως όπως με αυτά, χωρίς ευτυχώς σοβαρές απώλειες, και περνάω στο πρώτο πιάτο, το σερβιρισμένο στην πρώτη ποτίστρα του καναρινιού. Ντολμαδάκι γιαλαντζί, με μια τουφίτσα ταραμοσαλάτας στο πλάι (!) και μια ελιά. Αυτό αποφάσισε ο σεφ για μας. Κοιτάω αν υπάρχει κανένα κριμένο ουζάκι, λαγάνα, χαρταετός, αλλά τίποτα. Μισές δουλειές κάνετε εκεί στα εστιατόρια των αιθέρων. Παρόλη την γκρίνια φαίνεται σαν κάτι που μπορώ να φάω και δεν το αφήνω να πάει χαμένο. Το φύλλο του ντολμά είναι κάπως σκληρό. Προσπαθώ να κόψω την τροφή μου με το μαχαιροπίρουνο της Barbie. Με τους αγκώνες κολλημένους στο σώμα, για να μην ενοχλήσω την διπλανή Γιαπωνεζούλα, που κάνει ακριβώς το ίδιο, μοιάζω σαν καθιστό χορευτή που χορεύει «τα παπάκια» σε πάρτι ενηλίκων της δεκαετίας του ογδόντα ή ανηλίκων σήμερα. Κάθε τόσο κοιτάζω, με καχυποψία, γύρω μου για να εντοπίσω την κριμένη κάμερα. Δεν μπορεί, κάποιος μου την έχει στημένη!

Με αυτά και με αυτά έρχεται η ώρα να περάσω στο κυρίως. Ανοίγω το ιδρωμένο καπάκι του Kinder έκπληξη αλουμινένιου ταψακίου και με παίρνει μια μυρωδιά (δεν θα πω μπόχα γιατί σε κάποιους μπορεί να αρέσει)  από ψάρι κοκκινιστό στον φούρνο με κριθαράκι, μαγειρεμένο ποιος ξέρει πότε. «Ψά- ρι κοκ-κι-νι-στό στον φού-ρνο με κρι-θα-ρά-κι» Ακούω μέσα μου μια φωνή να ουρλιάζει συλλαβίζοντας. Σκέφτομαι την Έφη να γελάει και να μου φωνάζεις. «Άλλαξες τρία αεροπλάνα αλλά το ψάρι του Σαββάτου δεν τω γλίτωσες». Κλείνω όπως όπως το καπάκι, κρατώντας την μύτη μου. Πείνα προβλέπεται.

Δεν φάγαμε που δεν φάγαμε το φαγητό, ας ευχαριστηθούμε το γλυκό. Το ρεβανί, περιέργως είναι μια χαρά φτιαγμένο και σιροπιασμένο. Το καταβροχθίζω με βουλιμία υπό το έντρομο βλέμμα της Γιαπωνεζούλας που δεν φαίνεται να το θεωρεί του γούστου της. Φέρνω στο μυαλό την μητέρα μου που μας μάλωνε μικρούς όταν «πηγαίναμε να χορτάσουμε με γλυκά». Η ανάγκη μάνα, η ανάγκη…

Ήλθε η ώρα του καφέ. Η ευγενική αεροσυνοδός γυρνάει σαν την πιο καλή γκαρσόνα, που είναι αυτή, με μια κανάτα στο χέρι όλους τους κερνά. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουν στα αεροπλάνα και ο καφές είναι πάντα καμένος. Τον πίνουμε και τον καφέ με εσωτερική γκρίνια για το καμένο μαυροζούμι.

Σκέφτομαι τις διαφημίσεις με τις αεροσυνοδούς μοντέλα, που σερβίρουν υπέροχα γεύματα στον αέρα και γελάω πικρά από μέσα μου.


Γκρινιάρης εγώ; Γιατί το λέτε αυτό;