Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Ο καφές


Ετοιμάζομαι να πιώ τον τρίτο καφέ της ημέρας. Μου αρέσει να ξυπνάω νωρίς και έτσι όλα τα κάνω γρήγορα.
 
Καφές φίλτρου με άρωμα … καφέ. Δεν αντέχω τις γεύσεις κολόνια. Αν ήθελα να πιώ σοκολάτα, φουντούκι, αμύγδαλο ή Chanel no 5, θα έπινα σοκολάτα, φουντούκι, αμύγδαλο ή Chanel no 5. Δεν θα τα έβαζα μέσα στο καφέ μου…

Ο καφές, για μένα, πρέπει να μυρίζει καφέ. Να είναι δυνατός, πολύ δυνατός και να έχει μέσα φρέσκο άπαχο γάλα. Ξέρω ότι λένε ότι το γάλα μέσα στο καφέ δεν κάνει καλό. Σκασίλα μου. Έτσι μου αρέσει έτσι τον πίνω. Ήμουν κάποτε σε ένα επαγγελματικό γεύμα στην Γαλλία. Όταν ήλθε η ώρα του καφέ και ζήτησα και γάλα, γυρίζει μια Γαλλίδα και μου λέει «ζις ις βερι μπεντ φορ γιορ στομακ». Ναι μωρή, τρώτε ότι ξύγκι και βούτυρο υπάρχει, όλες τις αηδίες του ζωικού βασιλείου και σας έφταιξε το γαλατάκι μέσα στον καφέ. Τέλος πάντων, μου αρέσει να ζω επικίνδυνα. Στην κόψη του ξυραφιού, και έτσι βάζω γάλα στο καφέ μου. Το γάλα δεν πρέπει να είναι ζεστό γιατί έτσι εξασφαλίζω ότι δεν θα καώ με την πρώτη γουλιά. Η ζάχαρη φυσικά απαγορεύεται. Αν θέλω γλυκό υπάρχει πάντα ο μπακλαβάς.

Δεν αγαπάω τους καφέδες υπερπαραγωγές. Πας να πάρει ένα καπουτσίνο και σε αρχίζουν. Με αφρόγαλα ή με σαντιγί. Κανέλα θέλετε; Τρούφα; Να κάνω ένα σχεδιάκι στον αφρό; Λοιπόν κοπελιά, πολύ το κουράσαμε. Έναν καφέ ζήτησα όχι να χτίσουμε σπίτι. Ο καπουτσίνο θέλει αφρόγαλα το ίδιο ποθώ και εγώ. Κανέλα στο ρυζόγαλο, την μπουγάτσα και το σαλέπι. Τρούφα στις πάστες. Σχεδιάκια να κάνεις στο χαρτί όταν περιμένεις να έλθει ο πελάτης, αν έχεις καλλιτεχνικές ανησυχίες. Εγώ δεν θέλω να πίνω τον καφέ μου και να έχω τύψεις ότι κατέστρεψα την Μόνα Λίζα του αφρόγαλου.

Παναγίτσα μου. Τι γκρινιάρης!



Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Μια πάστα βρε παιδιά!



Λαχτάρισα να φάω μια πάστα. Μια πάστα από τις παλιές. Από τα χρόνια που οι άνθρωποι πήγαιναν στο ζαχαροπλαστείο και έπαιρναν πάστες, διαλέγοντας από πέντε «μοντέλα». Από τότε που πήγαιναν επίσκεψη με κουτί πάστες στο χέρι.
 
Θέλω μια σοκολατίνα με σοκολάτα μαστιχωτή. Σοκολάτα, όχι κάτι σαν σοκολάτα, να την τρως και να μην μπορείς να μιλήσεις. Δε με ενδιαφέρουν οι θερμίδες.

Την θέλω τετράγωνη με παλιομοδίτικο στόλισμα. Σοκολατένια «γιρλάντα» επάνω σαν περισπωμένη. Να την κόβεις και να μένει σταθερό τη σχήμα της. Επάνω επάνω κερασάκι και τριμμένο σαν φυστικ. 

Μέσα παντεσπάνι να έχει, και αυτό, κομματάκια από ξηρούς καρπούς και μια υποψία από ποτό. Στο ενδιάμεσο και πάλι σοκολάτα. Αυτή πιο μαλακιά, πιο ελφριά.

Τα κατακόρυφα τοιχώματα, παρακαλώ, να είναι «σοβαντισμένα» με ταπεινό σοκολατένιο «σκουληκάκι». Έτσι λέγαμε μικροί την τρούφα.

Την θέλω σερβιρισμένη σε διαφανές, σκαλιστό πιατάκι, με τα τελειώματα να ανεβαίνουν προς τα επάνω. Σαν αυτά στα οποία σε κερνούσαν οι παλιές οι θείες. 

Το κουταλάκι ασημένιο, μεγάλο, με σκαλίσματα στη λαβή.

Ζητάω πολλά;


Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Στο 33...

Πήρα το λεωφορείο της γραμμής 33 από την στάση του Μουρούζη στην Μητροπόλεως. 

Κόσμος πολύς. Το αυτοκίνητο παλιό, πρέπει να ήταν από τα πιο παλιά που κυκλοφορούν. Έτριζε με το παραμικρό καθώς κινιόταν αργά επάνω στον δρόμο και σου έδινε την εντύπωση ότι κινδύνευε να διαλυθεί. 

Ο οδηγός ταίριαζε απόλυτα με το όχημα του. Πενηνταπεντάρης με κουρασμένο, σχεδόν παραιτημένο βλέμμα, φανελάκι – πουκάμισο – πουλοβεράκι – μπουφάν, αγέλαστος, αλλά και μια ευγένεια ασυνήθιστη. Από αυτές που δεν συναντάς πια. Την ευγένεια του παλιού ανθρώπου που πραγματικά νοιαζόταν. Πού έλεγε ότι πρέπει να γίνει η δουλειά και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην γίνει σωστά. Οδηγούσε φρενάροντας για την επόμενη στάση, σχεδόν μόλις ξεκινούσε από την προηγούμενη. Μεγάλη προσοχή, σα να μετέφερε νιτρογλυκερίνη ή αυγά έτοιμα να σπάσουν.

Το λεωφορείο γεμάτο ασφυκτικά. Βρήκα ένα μέρος να σταθώ κοντά στην μπροστινή πόρτα. Κάθε φορά που κάποιος έπρεπε να κατέβει, κατέβαινα και εγώ για να τον διευκολύνω. Το καμπανάκι της στάσης και αυτό παλιομοδίτικό. Ντινννν και άναβε ένα φωτάκι επάνω από την πόρτα. Το φωτιστικό δεν έγραφε stop όπως στα καινούργια. Είχε ένα πλαστικό κάλυμμα κιτρινισμένο από τον καιρό που συγκρατιόταν από δύο στραβοκολλημένα κομμάτια χαρτοταινίας. Άναβε και φωτιζόταν ένα τμήμα του διαδρόμου δυσανάλογα μεγάλο. Πρέπει να είχαν βάλει πιο μεγάλη λάμπα. Έντονο φως αλλά και χολεριασμένο. Κανονική παρακμή.
Όταν αραίωσε ο κόσμος έβλεπα τα πρόσωπα των επιβατών να φωτίζονται από φωτιστικά φθορισμού με διαφορετική φωτεινότητα, στερεωμένα στην οροφή. Σκεφτόμουν ότι κάπως έτσι θα πρέπει να είναι το χρώμα του προσώπου τους λίγο μετά αφού θα εγκαταλείψουν τον μάταιο τούτο κόσμο… Το είχα διαβάσει κάποτε σε ένα βιβλίο του Τσάντλερ και δεν μπορούσα να αποφύγω τον συνειρμό αυτό.

Δύο κοπέλες δίπλα μου φλυαρούσαν σε όλη την διαδρομή. Όχι δυσάρεστα, όχι πολύ φωναχτά, αλλά δίπλα τους ήμουν, άκουγα. Η μια παντρευόταν και συζητούσαν για τις προετοιμασίες του γάμου. Με το καλό!

Ένας μπαμπάς με μια κόρη, λίγο πριν από την εφηβεία, στέκονταν και αυτοί όρθιοι δίπλα μου και δεν αντάλλαξαν κουβέντα σε όλη την διαδρομή. Ακόμα και για να κατέβουν, όταν έφτασαν στη στάση τους, συνεννοήθηκαν με τα μάτια. Το κορίτσι κρατούσε μια χαρτοσακούλα που ανέδινε μια μυρωδιά από ζεστή χορτόπιτα. Υγιεινή διατροφή σκέφτηκα που υποστήριζε το ψηλόλιγνο σουλούπι που μοιραζόταν με τον πατέρα της. 

Φτάσαμε στην στάση μου. Ντριννν και εγώ και το stop της πόρτας που δεν έγραφε stop, φώτισε την τελευταία εικόνα που πήρα μαζί μου.

Καλό βράδυ.

Η γραμμή 33



Πήρα το λεωφορείο της γραμμής 33 από την στάση του Μουρούζη στην Μητροπόλεως. 

Κόσμος πολύς. Το αυτοκίνητο παλιό, πρέπει να ήταν από τα πιο παλιά που κυκλοφορούν. Έτριζε με το παραμικρό καθώς κινιόταν αργά επάνω στον δρόμο και σου έδινε την εντύπωση ότι κινδύνευε να διαλυθεί. 

Ο οδηγός ταίριαζε απόλυτα με το όχημα του. Πενηνταπεντάρης με κουρασμένο, σχεδόν παραιτημένο βλέμμα, φανελάκι – πουκάμισο – πουλοβεράκι – μπουφάν, αγέλαστος, αλλά και μια ευγένεια ασυνήθιστη. Από αυτές που δεν συναντάς πια. Την ευγένεια του παλιού ανθρώπου που πραγματικά νοιαζόταν. Πού έλεγε ότι πρέπει να γίνει η δουλειά και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην γίνει σωστά. Οδηγούσε φρενάροντας για την επόμενη στάση, σχεδόν μόλις ξεκινούσε από την προηγούμενη. Μεγάλη προσοχή, σα να μετέφερε νιτρογλυκερίνη ή αυγά έτοιμα να σπάσουν.

Το λεωφορείο γεμάτο ασφυκτικά. Βρήκα ένα μέρος να σταθώ κοντά στην μπροστινή πόρτα. Κάθε φορά που κάποιος έπρεπε να κατέβει, κατέβαινα και εγώ για να τον διευκολύνω. Το καμπανάκι της στάσης και αυτό παλιομοδίτικό. Ντινννν και άναβε ένα φωτάκι επάνω από την πόρτα. Το φωτιστικό δεν έγραφε stop όπως στα καινούργια. Είχε ένα πλαστικό κάλυμμα κιτρινισμένο από τον καιρό που συγκρατιόταν από δύο στραβοκολλημένα κομμάτια χαρτοταινίας. Άναβε και φωτιζόταν ένα τμήμα του διαδρόμου δυσανάλογα μεγάλο. Πρέπει να είχαν βάλει πιο μεγάλη λάμπα. Έντονο φως αλλά και χολεριασμένο. Κανονική παρακμή. 

Όταν αραίωσε ο κόσμος έβλεπα τα πρόσωπα των επιβατών να φωτίζονται από φωτιστικά φθορισμού με διαφορετική φωτεινότητα, στερεωμένα στην οροφή. Σκεφτόμουν ότι κάπως έτσι θα πρέπει να είναι το χρώμα του προσώπου τους λίγο μετά αφού θα εγκαταλείψουν τον μάταιο τούτο κόσμο… Το είχα διαβάσει κάποτε σε ένα βιβλίο του Τσάντλερ και δεν μπορούσα να αποφύγω τον συνειρμό αυτό.

Δύο κοπέλες δίπλα μου φλυαρούσαν σε όλη την διαδρομή. Όχι δυσάρεστα, όχι πολύ φωναχτά, αλλά δίπλα τους ήμουν, άκουγα. Η μια παντρευόταν και συζητούσαν για τις προετοιμασίες του γάμου. Με το καλό!

Ένας μπαμπάς με μια κόρη, λίγο πριν από την εφηβεία, στέκονταν και αυτοί όρθιοι δίπλα μου και δεν αντάλλαξαν κουβέντα σε όλη την διαδρομή. Ακόμα και για να κατέβουν, όταν έφτασαν στη στάση τους, συνεννοήθηκαν με τα μάτια. Το κορίτσι κρατούσε μια χαρτοσακούλα που ανέδινε μια μυρωδιά από ζεστή χορτόπιτα. Υγιεινή διατροφή σκέφτηκα που υποστήριζε το ψηλόλιγνο σουλούπι που μοιραζόταν με τον πατέρα της. 

Φτάσαμε στην στάση μου. Ντριννν και εγώ και το stop της πόρτας που δεν έγραφε stop, φώτισε την τελευταία εικόνα που πήρα μαζί μου.

Καλό βράδυ.