Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

"Καταξίωση"

Κάθε ηλικία έχει τα δικά της status symbols και το δικό της επίπεδο καταξίωσης.

Το παιδί προσχολικής ηλικίας, το ξέρει ο μπακάλης της γωνίας ή ο περιπτεράς και το κερνάει καραμέλες και κανένα παγωτό το καλοκαίρι.

Μεγάλωσες και πήγες στο σχολείο. Μπράβο! Είναι σημαντικό να σε ξέρει η δασκάλα ή η καθηγήτρια του διπλανού τμήματος, ακόμα και να δεν είσαι μαθητής της. Κάπως ξεχωρίζεις βρε αδελφέ. Αν σε ξέρει και ο Λυκειάρχης (όχι επειδή σε απέβαλε) ακόμα καλύτερα.

Στον στρατό η γνωριμία με τον επιλοχία που βγάζει τις υπηρεσίες και με τον λοχαγό που δίνει τις άδειες και ρίχνει τις φυλακές, είναι επιβεβλημένη και χρήσιμη.

Έρχεται ο καιρός που πιάνεις δουλειά. Άλλο να σε ξέρει ο Γενικός και άλλο ο κλητήρας στην είσοδο. Έχει διαπιστωθεί βέβαια ότι, κατά περίπτωση, μπορεί και οι δύο να σου φανούν χρήσιμοι για διαφορετικούς λόγους και σε διαφορετικά επίπεδα.

Έπιασες δύο ευρώ στην τσέπη σου και άρχισες να ζεις την καλή ζωή. Η καταξίωση έρχεται με τον υπεύθυνο του νυχτερινού μαγαζιού, που θα σε πάει πρώτο τραπέζι πίστα παρακάμπτοντας ουρές και κρατήσεις, την τραγουδιάρα που θα σου αφιερώσει το τραγουδάκι με ένα κλείσιμο του ματιού και την λουλουδού που σε κερνάει πανεράκια. Δεν είναι αυτό το γούστο σου; Ούτε και μένα. Γι αυτό σου έχω και άλλο.  Ο μετρ του high restaurant που θα σου βρει τραπέζι ακόμα και αν το μαγαζί είναι γεμάτο και θα σου εξασφαλίσει το κρασί που θέλεις, από την, και καλά, ιδιωτική συλλογή του ιδιοκτήτη. Αν το μαγαζί δεν είναι χάι, βγαίνει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης με τον οποίο γνωρίζεστε με το μικρό όνομα και σου λέει «κάνω λογαριασμό σε εκείνη την παρέα στη γωνία και θα σου το ενώσω με το άλλο τραπεζάκι και θα σε βολέψω. Έχω φοβερή σπαλομπριζόλα σήμερα».

Μεγάλωσες και άλλο και απέκτησες τον απεχθή τίτλο του μεσήλικα;  Το χαϊλίκι μεταφέρεται από τη νύχτα στη μέρα. Σε φροντίζει ο φούρναρης και σου κρατάει το ψωμί, που παίρνεις, πριν να τελειώσει. Στον πάγκο της λαϊκής σε αποκαλούν με το μικρό σου όνομα και το πρόθεμα «κύριε» (καμπανάκι ότι δεν είσαι νέος πια) και σου βάζουν από το καφάσι που είναι από την πίσω μεριά και όχι από το ίδιο με τον υπόλοιπο λαό… Ο χασάπης σου λέει να περιμένεις λίγο και σου «περιποιείται» προσωπικά το κρέας, παραμερίζοντας τα τσιράκια. Με τα ψάρια του ψαρά κλείνεις ραντεβού από την προηγούμενη μέρα και τραγουδούν «είμαστε αλάνια»!

Περνάει και αυτή η ηλικία και αρχίζεις τα κολλητιλίκια με τους γιατρούς και την κοπέλα που σου παίρνει αίμα για τις εξετάσεις στο μικροβιολογικό εργαστήριο. Στην τράπεζα δεν χρησιμοποιείς ΑΤΜ ή Θεός φυλάει e banking, αλλά σέρνεις τα πόδια σου και πας σε κάποια από τα γραφεία ή σε αυτό του διευθυντή ακόμα και για να σου ενημερώσουν το βιβλιάριο, να δεις αν μπήκε η σύνταξη και το ενοίκιο από εκείνη την γκαρσονιέρα στο κέντρο. Ποτέ στην ουρά με τους άλλους. Σε επίπεδο καταξίωσης σκέφτεσαι ότι το μόνο που σου μένει είναι να στενοχωρηθεί ο νεκροθάφτης που θα σε θάψει. Ξέρω. Κούφια η ώρα που το ακούει, χτύπα ξύλο, κουνήσου από τη θέση σου… Ωραία, τα έκανα όλα και έτσι δεν κινδυνεύετε.


Καλημέρα και καλή Κυριακή.

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Όνειρο ήταν.

Γύρισα από τη δουλειά πολύ κουρασμένος, σωματικά και ψυχικά. Κάθισα στην πολυθρόνα και πριν καλά καλά το καταλάβω με πήγε ο ύπνος. Ένας ύπνος βαθύς, λυτρωτικός για το σώμα και την ψυχή. Ένας ύπνος γεμάτος όνειρα.

Ονειρεύτηκα, λοιπόν, ότι γιορτάζαμε την επέτειο του Πολυτεχνείου, τιμώντας τους αγωνιστές και τις ιδέες που εξέφραζαν. Χωρίς να χρειάζεται η πόλη να γίνει «αστακός». Με την αστυνομία παρούσα για να διευκολύνει όσους θέλουν να κινηθούν στο κέντρο και να διαδηλώσουν και όχι για να «παίξει» κλεφτοπόλεμο με τριάντα αλήτες. Πολίτες που, με την ευκαιρία της επετείου, συζητούν και θα προβληματίζονται για την γενιά του Πολυτεχνείου που αλλιώς ξεκίνησε και αλλιώς κατέληξε. Για τους λόγους που προκάλεσαν την εξέγερση. Που έκαναν επιτέλους μια ανοιχτή συζήτηση για την χούντα και όλους αυτούς που την αποδέχτηκαν, συνέπλευσαν μαζί της και πιθανώς τώρα την αναπολούν. Πολίτες που δεν θα έκρυβαν το παρελθόν σε ανήλιαγα υπόγεια προσποιούμενοι ότι η Ελένη τους από το Κωσταλέξη της ιστορίας τους απλώς δεν υπάρχει.

Ονειρεύτηκα μια κοινωνία που δεν αποδέχεται, ως κάτι φυσιολογικό, τον αλήτη που σπάει το πανεπιστήμιο κριμένος πίσω από τον βιασμό της έννοιας του ασύλου. Αναγνωρίζει τον φασίστα-λύκο που φοράει την προβιά του δημοκράτη. Μια κοινωνία με νόμους και θερμούς που λειτουργούν και γίνονται σεβαστοί από τους πολίτες της.

Ονειρεύτηκα παιδιά που τιμούν την προσπάθεια που έκαναν τα ίδια και η οικογένεια τους  το καλοκαίρι, για να έχουν ένα ποιοτικό σχολικό περιβάλλον και δεν επιτρέπουν σε κανέναν αλήτη να πάει να βανδαλίσει το δεύτερο σπίτι τους. Παιδιά ενεργούς πολίτες της κοινωνίας τους, που αντιλαμβάνονται ότι το σπίτι τους δεν σταματάει στην πόρτα του διαμερίσματος τους.

Ονειρεύτηκα πολιτικούς  που λογοδοτούν για τις πράξεις τους, απέναντι σε αυστηρούς πολίτες. Σε πολίτες που είναι το ίδιο αυστηροί προς τους πολιτικούς αλλά και προς τους εαυτούς τους. Πολίτες που απαιτούν την εφαρμογή των νόμων και την λειτουργία του πολιτεύματος. Που δεν αποδέχονται να πνίγεται ο διπλανός του και αυτός που απέτυχε να του εξασφαλίσει την ασφάλεια, να του πετάει λάσπη από επάνω.

Ονειρεύτηκα μια πολιτική ηγεσία που να παρουσιάζει ένα ενιαίο σοβαρό πρόσωπο προς το εξωτερικό της χώρας. Ανθρώπους σοβαρούς που να ακολουθούν μια εξωτερική πολιτική μακρόπνοη και με στόχους, απαλλαγμένη από τα μικροσυμφέροντα του κάθε πολιτικάντη.

Ονειρεύτηκα ανθρώπους που δουλεύουν με σύστημα και πρόγραμμα και όχι τσαρλατάνους που όταν το πλοίο βυθίζεται μετά και από δικούς τους κακούς χειρισμούς, να αμολούν μια φωτοβολίδα και να περιμένουν να θαυμάσουμε την φωτοβολίδα.

Ονειρεύτηκα ένα κράτος πολιτών με αλληλοσεβασμό. Ένα κράτος που ο πολίτης θεωρεί αδιανόητο να παραβεί τους νόμους και που όμως γνωρίζει ότι οι νόμοι είναι εκεί για να καθορίσουν τους κανόνες της κοινής ζωής των πολιτών.

Ύστερα ονειρεύτηκα ότι όλα αυτά γινόταν στην Ελλάδα, την πατρίδα μου που αγαπώ και τιμώ. Την Ελλάδα που έφτασα να σκέφτομαι ότι δεν είναι το καλύτερο μέρος για να ζω με την οικογένεια μου. Την Ελλάδα με το εξαιρετικά βαρύ πια περιβάλλον, που  κάνει έστω και ένα σύντομο ταξίδι σε μια άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, ευκαιρία για μερικές ελεύθερες χαρούμενες ανάσες.

Ξύπνησα και αρνήθηκα να πιώ καφέ ή να πάρω την κρυάδα της επικαιρότητας, πριν να μοιραστώ μαζί σας το όνειρο μου. Να το καταγράψω πριν το χάσω. Καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο.



Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που’χει κάτι απ΄ τις … γιορτές.

Γιορτή στο σχολείο σήμερα για τους μαθητές, κλειστά τα πανεπιστήμια. Όχι για να τιμήσουν την επέτειο, αλλά για λόγους ασφαλείας.  Για εκείνους είναι περίπου όπως ήταν για εμάς η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου. Γεγονότα που έζησαν οι γονείς τους αλλά εκείνους δεν τους λένε τίποτα. Τραγούδια της Βέμπο τραγουδούσαμε εμείς. Θεοδωράκη, Λοΐζο και Σαββόπουλο αυτοί. Χωρίς συγκίνηση, χωρίς να καταλαβαίνουν ακριβώς σε τι αναφέρονται. «Η πλατεία ήταν γεμάτη …». Με 4.000 αστυνομικούς, που κοιτούν και έχουν εντολή να μην αντιδράσουν. Με τους «γνωστούς αγνώστους». Με τους πολιτικούς που ψάχνουν για την καλή φωτογραφία με το στεφάνι. Με λάσπες και πτώματα, φέτος.

Ο φοιτητής ίσως και να κάνει ένα πέρασμα από την πορεία, αν την κάνει κέφι η παρέα. Περπατά και παράλληλα στέλνει μηνύματα και βγάζει και μια selfie. «Μεταδίδει ζωντανά», αν φτάνουν τα μεγκαμπαίτς στο πρόγραμμα του κινητού. Check in σε πορεία προς το Αμερικάνικο προξενείο, των Αμερικάνων που είναι πλέον σαν την παλιά διαφήμιση του ASSOS φίλτρο. Έχουν παντού μόνο φίλους. Αριστεροί προσκυνημένοι ποτέ νικημένοι. Πορεία πάντα με τον φόβο για τους γνωστούς άγνωστους που σπάνε και να ρημάζουν. Check in, με τον φόβο μελλοντικού background check όταν θα πάει να αναζητήσει την τύχη του σε άλλες πολιτείες γιατί στην Ελλάδα δεν…

Παλιοί αριστεροί αγωνιστές και «αγωνιστές»  βρίσκονται με φίλους παλιούς και να είναι η πορεία ένα είδος reunion που θα καταλήξει στο βράδυ για κρασάκι. Έτσι να θυμηθούμε τα παλιά… Πιο καλά τα παλιά γιατί τα νέα καλύτερα να τα ξεχνάμε. Πίκρα, απογοήτευση και γλυκές αναμνήσεις δύσκολων εποχών που έχουν πάρει την γλυκιά πατίνα που τους δίνει ο χρόνος. Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που’χει κάτι απ΄ τις … γιορτές.

Η «17 Νοέμβρη» είναι σίγουρα το πιο λερωμένο brand name στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Από την συμμορία των δολοφόνων μέχρι την περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου, που ρήμαξε και αυτή με πολλούς τρόπους την πατρίδα της όταν της δόθηκε η ευκαιρία να κυβερνήσει. Οι πιο προνοητικοί από αυτούς τώρα πια έχουν αποσυρθεί, εκόντες άκοντες , και ξεκοκαλίζουν τα έτοιμα. Κάποιοι άλλοι δεν σταματούν πουθενά και κάνουν διεθνή καριέρα δίπλα σε βασιλιάδες και πρίγκιπες. Είναι πολλά τα λεφτά Άρη και πολλοί από την γενιά αυτή βρήκαν τρόπο να κεφαλαιοποιήσουν και να εξαργυρώσουν την νεανική επαναστατικότητα τους. Μια φίλη είχε κάποτε παρατηρήσει ότι στη Θεσσαλονίκη, η προέκταση της (οδού) Λαμπράκη, είναι η 17 Νοέμβρη! Με τρόμο αναμένω την ονοματοδοσία πιθανής νέας επέκτασης…

Ευτυχώς έχουμε κυβέρνηση της αριστεράς και έναν πρωθυπουργό που ίσως να πάει σήμερα μια βόλτα από το Πολυτεχνείο να καταθέσει στεφάνι. Στα μουλωχτά στα γρήγορα «με ισχυρή αστυνομική προστασία». Το πολυτεχνείο που τελούσε υπό κατάληψη «καθαρίστηκε» χθες από παρακρατικές ομάδες αριστερών αναρχικών που επέβαλαν την τάξη! Η δουλειά να γίνεται. Το σημαντικό είναι να βγει η είδηση ότι ο πρωθυπουργός πήγε εκεί. Να βγει και μια φωτογραφία με το στεφάνι και ας το πετάξει σαν φρίσμπι από μακριά για να προλάβει να φύγει μακριά από την αυθόρμητη ή διατεταγμένη οργή των παρευρισκόμενων. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και τώρα που πέρασε απέναντι άλλοι έχουν αναλάβει την δουλειά που έκανε αυτός και παρέα του τόσα χρόνια. Είναι και μερικοί τους ευρύτερου χώρου που δεν πρόλαβαν να καταλάβουν θέσεις και να επωφεληθούν από κρατικές αργομισθίες και έτσι αντιδρούν. Τον φτύνουνε και για μια ακόμη φορά, θα προσπαθήσει να μας πείσει ότι έβρεχε. Είναι και η ιστορία με τον τέως φονιά των λαών Αμερικάνο και νυν φίλο, που θέλει να θυμάται στο εξωτερικό και να ξεχνάει στο εσωτερικό. Κατά πώς λέει και ο Νεγρεπόντης στα Μικροαστικά του, «σιγά σιγά πώς γύρισε παλιούς φίλους πώς μίσησε πώς έγινε και απάτησε όσους πολύ αγάπησε…»


Καλημέρα, και του χρόνου καλύτερα, αν και δεν το βλέπω.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος.

Χθες είχαμε μια δύσκολη μέρα στη δουλειά (λες και υπάρχουν και εύκολες) και δεν βρήκα τον χρόνο να επισκεφτώ τα διάφορα ειδησεογραφικά sites. Έχω εγκαταστήσει στο κινητό, μια από αυτές τις εφαρμογές που σου παρουσιάζουν τα “breaking news”. Χθες είχε μετατραπεί σε ένα κοντέρ που μετρούσε νεκρούς…

Πόνος, θλίψη, οργή. Πού είναι το κράτος; ρωτάμε όλοι. Ποιος είναι το κράτος; ρωτάω εγώ.

Το κράτος είναι εκεί που το θέλουμε και είναι όπως το θέλουμε. Δεν είναι δυνατόν να ζητάω το κράτος είναι παρών όταν βρέχει, όταν πιάνει φωτιά και όταν γίνεται σεισμός ενώ θέλω να απουσιάζει όταν χτίζω μέσα στο χείμαρρο, όταν αγοράζω τα καμένα και όταν διαλέγω τον μάστορα που θα μου κάνει το πανωσήκωμα σε μια νύχτα χωρίς βουλή χωρίς Θεό, σαν βασιλιάς σε αρχαίο δράμα.

Πού είναι οι υπεύθυνοι; Πού είναι οι υπουργοί, περιφερειάρχες, οι δήμαρχοι; Είναι ακριβώς εκεί που τους βάλαμε και θα τους ξαναβάλουμε. Αποδεχόμαστε πλήρως τον υπουργό που δέχεται την καταστροφή στον Αργοσαρωνικό, την περιφερειάρχη που φαίνεται ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά της με την αντιπλημμυρική προστασία, τον δήμαρχο που του πάγωσαν οι αλατιέρες. Θα τους ψηφίσουμε με την πρώτη ευκαιρία ξανά. Τους αποδεχόμαστε όπως και εκείνοι αποδέχονται εμάς και το συμφεροντάκια μας, τον δημόσιο υπάλληλο που την κοπανάει ή που «τα ξύνει» στη δουλειά. Τον «βολικό» που «τα παίρνει» και τον «στριφνό» που καταποντίζεται στην υπηρεσία γιατί θέλει να είναι σωστός, τυπικός, ευσυνείδητος.

Ο όρος «ακραία καιρικά φαινόμενα» είναι μια πολύ βολική διατύπωση, που εφευρέθηκε από κάποιον υπουργό σε μια από τις τελευταίες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και από τότε βόλεψε μια χαρά και τους Νεοδημοκράτες και τώρα και τους Συριζαίους. «Ακραία καιρικά φαινόμενα» είναι αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν «αποδιοπομπαίο τράγο». Βρίσκουμε κάποιον ή κάτι και του φορτώνουμε τα πάντα, αποποιούμενοι τις ευθύνες μας.  Ναι χθες φαίνεται ότι έβρεξε πολύ. Όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από το σύνηθες (δεν θα πω φυσιολογικό γιατί στην φύση δεν υπάρχει φυσιολογικό) τότε ο σχεδιασμός μας λέει ότι είναι αποδεκτό να έχουμε ζημίες (κάποιες φορές μεγάλες) αλλά απαράδεκτο να θρηνήσουμε ανθρώπινα θύματα. Εδώ λοιπόν ο στόχος του σχεδιασμού χάθηκε πλήρως. Το σύστημα δεν λειτούργησε και μάλιστα όχι μια φορά αλλά τουλάχιστον σε δεκαπέντε περιπτώσεις. Τι θα γίνει; Τίποτε εκτός από δεκαπέντε κηδείες… Θα κλάψουμε και θα στενοχωρηθούμε για μερικές μέρες. Θα ανεβάσουμε σημαίες μεσίστιες. Θα φωνάξουμε στα καφενεία και στη συνέχεια θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι κάναμε, να ψηφίζουμε αυτούς που ψηφίζαμε για τους λόγους που τους ψηφίζαμε. Για να μας κάνουν τη δουλίτσα μας.

Συγνώμη Κεμάλ αλλά σήμερα θα σε καληνυχτίσω πρωί. Ίσως επειδή δεν ξημέρωσε, ίσως γιατί νιώθω ότι θέλω να βρεθώ μακριά, σε άλλο ημισφαίριο. 

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Μέρα βροχερή

Να χαμε να λέγαμε χειμώνας. Τη μια μέρα λιακάδα, γυαλί ηλίου και ανοιχτό παράθυρο και την επόμενη βροχή και κρύο μπούζι, με υγρασία.

Τα φώτα του δρόμου έχουν σβήσει. Το λιγοστό φως της μέρας, που ξημερώνει, συμπληρώνουν τα φανάρια της τροχαίας και τα κόκκινα στοπ των αυτοκινήτων. Αντανακλώνται στον βρεμένο οδόστρωμα και τη μια δείχνουν τη λακκούβα που έχει γεμίσει νερό και την άλλη την άσφαλτο που ξεπλένεται. Χαράς ευαγγέλια για τις φίλες που θα αρχίσουν να δημοσιεύουν φωτογραφίες μοντέλων με γκέτες, μακριά πουλόβερ και μια κούπα καφέ στο χέρι, μπροστά στο τζάκι. Τις σκέφτομαι με ρόμπα χοντρή, παντόφλα και κοντή κάλτσα, ρολά στο μαλλί και έναν Ελληνικό στο χέρι να ποστάρουν ρομαντικές φωτογραφίες.

Εγώ πάλι ονειρεύομαι ότι είμαι πιτσιρίκι, φοράω γαλότσες και χοντρή καρό μουσαμαδιά για να κατέβω στον δρόμο να χοροπηδήξω μέσα στα νερά. Εκεί που το νερό γεμίζει την λακκούβα και καθρεφτίζει τον συννεφιασμένο ουρανό. Η βροχή συνεχίζει να πέφτει και σπάει την εικόνα γεμίζοντας την ήρεμη «γυάλινη» επιφάνεια με ομόκεντρους κύκλους. Σε λίγο θα έλθουν και άλλα παιδιά. Θα παίξουμε εκείνο το παιχνίδι που πηδούσες μια εσύ και μια ο άλλος, με τα πόδια ανοιχτά, προσπαθώντας να βρέξεις περισσότερο από όσο θα βραχείς.

Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι στο Παρίσι. Σε μια γειτονιά που με φιλοξένησε για λίγες μέρες πριν από ένα χρόνο. Έχουμε ανακαλύψει τυχαία, ότι κάτω από το σπίτι μας στήνεται υπαίθρια αγορά για τρεις μέρες κάθε εβδομάδα. Ο καιρός, σαν τον σημερινό, έτσι βροχερός με κρύο και υγρασία. Φοράω ότι πιο ζεστό είχα προνοήσει να πάρω μαζί μου και το πανωφόρι που το αγόρασα από εκεί πριν από δύο μέρες και να που ήλθε η ώρα να το χρησιμοποιήσω. Είμαι μεγάλος και έχω άσπρα μαλλιά στο κεφάλι, αλλά αυτό είναι το μόνο που με συνδέει με την πιθανή σοφία της ηλικίας. Δεν παίρνω ομπρέλα και ας γίνω παπί. Βγαίνω έξω και περπατώ. Η μεγαλύτερη παραχώρηση που κάνω είναι να βάλω την κουκούλα. Σύντομα την αποχωρίζομαι και αυτή γιατί με κάνει να νιώθω σαν τον λύκο που δε μπορεί να γυρίσει το κεφάλι του. Ας βραχώ. Από ζάχαρη δεν είμαι. Προσπερνάω τους πάγκους με τα κινέζικα μπλιμπλίκια και τους άλλους με τα βρακιά και τις μαϊμού μπλούζες της Παρί. Προχωράω παρακάτω και βγαίνω εκεί που είναι τα μαγαζιά με τα παλιά. Απίστευτη εξειδίκευση! Ο ένας έχει παλιά παιδιά παιχνίδια. Ο άλλος πιάτα και μαχαιροπίρουνα. Παραδίπλα βιβλία και περιοδικά. Μια μεγάλη μάντρα, στη γωνία, με άναρχα στοιβαγμένα μπρούτζινα μεγάλα λιοντάρια και βαριές σκαλιστές πόρτες που παραπέμπουν σε περιφράξεις πύργων στη Γαλλική εξοχή.

Ούτε και εγώ ξέρω πόση ώρα περπατάω. Στο ράδιο του μυαλού μου ακούω τη φωνή του Καλογιάννη να μου τραγουδάει «λαβομάνα στυλ και ανθοστήλες κράνη, πιάτα, ξιφολόγχες και αρβύλες. Πήγα για να βρω καμιάν αντίκα, και τα όνειρά σου να πουλάνε βρήκα». Πας παντού αλλά τα ακούσματα τα παιδικά τα παίρνεις μαζί σου.

Σταματάω σε έναν πάγκο που ψήνει διάφορα. Άραβες αυτοί, Έλληνας εγώ, εξοπλισμένος με τα Γαλλικά του σχολείου, καταφέρνουμε να βγάλουμε άκρη. Βρίσκομαι να τρώω ένα «μπουρί» αραβικής πίτας παραγεμισμένο με διάφορα ψιλοκομμένα κρέατα, πιπεριές και κρεμμύδια, αρωματισμένα με βαριά μπαχάρια. Έχω ένα φόβο για την ποιότητα αλλά δεν μπορώ να μην απολαύσω την πλούσια γεύση. Κάθε βουκιά και μια έκρηξη αρωμάτων στο στόμα μου.


Η βροχή έχει σχεδόν σταματήσει. Είναι και Σάββατο. Έχουμε να κάνουμε τα ψώνια της εβδομάδας. Θα πάω στη λαϊκή της Μακεδονίας, με την υπαίθρια αγορά μιας συνοικίας του Παρισιού στο μυαλό μου. Η βροχή είναι παντού ή ίδια. Ομπρέλα δε θα πάρω. Δεν μπορείς να κάνεις υπαίθριες συναλλαγές κρατώντας ομπρέλα. Ξεκίνησε ένα όμορφο, μελαγχολικό Σαββατοκύριακο και να που τα κατάφερα να μην γράψω για τον φονιά που του δώσαν άδεια να βγει βόλτα και τους αρχηγούς που θέλουν να γίνουν αρχηγοί χωρίς να έχουν κόμμα και ψηφοφόρους. Καλημέρα. 

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Στο αερδρόμιο

Πρωί πρωί της Παρασκευής, ακόμα είναι νύχτα έξω και ας άλλαξε η ώρα, κάθομαι στην αίθουσα αναχωρήσεων του αεροδρομίου και παρατηρώ τους ανθρώπους. Οι ταξιδιώτες του πρώτου, άντε και του δεύτερου δρομολογίου για Αθήνα (που είναι και οι πιο πολυάριθμοι) έχουν το δικό τους στυλ και τους δικούς τους κώδικες.

Βλέπω μια ομάδας περίπου δέκα ατόμων. Οι περισσότεροι είναι άντρες με σκούρα κουστούμια αλλά μαζί και δύο γυναίκες μόνο. Η μια φοράει σκούρο φόρεμα ενώ η άλλη μαύρο κουστούμι και άσπρο πουκάμισο. Σα να θέλει να μην ξεχωρίζει από τους άνδρες συναδέλφους της. Στελέχη εταιρειών με έδρα την Αθήνα. Η ποιότητα των ρούχων ανάλογη με το μέγεθος της εταιρείας.  Κατεβαίνουν για εκπαίδευση ή για meeting. Τώρα το πρωί, οι άντρες είναι φρεσκοξυρισμένοι, μυρίζουν after save. Το βράδυ όταν επιστρέφουν, τους βλέπεις κάτω από το χτικιάρικο φως του αεροπλάνου και τους λυπάσαι. Τσαλακωμένοι, με φάτσες κουρασμένες σα να έχει περάσει από πάνω τους φορτηγό. Οι γυναίκες συνήθως κρατιούνται πιο καλά μέχρι το τέλος. Ένας από αυτούς το έχει δει πενθήμερη εκδρομή με το σχολείο, λέει χοντρά αστεία, μιλάει και γελάει φωναχτά. Από δίπλα και ο πέφτουλας που όλο κάτι λέει στα «κορίτσια» και ελπίζει…  Είναι και ο «μεγάλος» που το παίζει σοβαρός. Συνήθως φοράει το πιο καλό κουστούμι και φαίνεται να νιώθει λίγο άβολα ως επικεφαλής της ομάδας. Κάτι ανάμεσα σε γυμνασιάρχη και λοχία στο στρατό. Κοντά του ο γλείφτης που δεν μπορεί να ησυχάσει και την πέφτει στο «μεγάλο» βομβαρδίζοντας τον με νούμερα, τη στιγμή που αυτός ο φουκαράς, που δεν βρίσκεται πλέον στην πρώτη νεότητα, νοσταλγεί το κρεβατάκι του. Θέλει να τον στείλει στο διάολο πρωινιάτικα αλλά συγκρατείται και τον αντιμετωπίζει με ένα συμβατικό χαμόγελο.

Λίγο παραπέρα, ένας κύριος που σίγουρα έχει καβατζάρει τα εξήντα,  με το στυλ πωλητή σε δευτεροκλασάτη εταιρεία, κάθεται σε μια γωνία. Έχει φορέσει τα γυαλιά της πρεσβυωπίας χαμηλά στη μύτη, έχει ανοίξει βιβλιαράκι ημερολόγιο, από τα παλιά, και σημειώνει επάνω σε αυτό με μανία. Χαρτάκια, χαρτούδια μέσα σε αυτό, του υπενθυμίζουν τις διάφορες υποχρεώσεις του. Κάτι σαν pop up windows. Προφανώς τα smartphones και η νέες τεχνολογίες τον αφήνουν αδιάφορο. Όλα επάνω του φαίνονται λίγο «κουρασμένα». Από το βλέμμα του, ως το παλιό κουστούμι και τα παπούτσια με τα πολλά χιλιόμετρα.

Μια νεαρή κοπέλα, έβαλε τα καλά της για να ταξιδέψει. Φοράει στην πλάτη σακιδιάκι γνωστής μάρκας, κρατάει τσάντα laptop, φοράει ακουστικά και σκρολάρει με μανία στο κινητό με την τεράστια οθόνη. Αποπνέει την σιγουριά και την αυθάδεια της ηλικίας που τα ξέρει όλα. Όλα επάνω της είναι τόσο clean αλλά και τόσο εύθραυστα.

Ένα ζευγάρι με τα δύο μικρά παιδάκια που σέρνονται νυσταγμένα και γκρινιάρικα. Ο όγκος των αποσκευών τους, μαρτυράει ότι θα αλλάξουν πτήση για μέρη πιο μακρινά στην Αθήνα. Η μαμά απευθύνεται στα παιδιά στα αγγλικά. Ο μπαμπάς στα Ελληνικά. Εκείνα σέρνονται κάτω στα μάρμαρα παίζοντας νωχελικά με τα παιχνίδια τους. Η Ελληνίδα μάνα θα τρελαινόταν με αυτή την εικόνα.

Ένας μοναχός συνοδευόμενος από έναν νεαρό λαϊκό στέκονται σε μια άκρη ήσυχα. Δεν έχουν αποσκευές. Ένα κομποσκοίνι κοσμεί το χέρι του νεαρού, με την χαρακτηριστική αμφίεση «θεούσου». Ο μοναχός αποπνέει μια οσμή λιβανιού ανάμεικτη με αυτή του ανθρώπου που παραμελεί την προσωπική του υγιεινή. Μιλάνε χαμηλόφωνα.  

Ένας άνδρας λίγο πριν τα εξήντα και μια νεαρή και όμορφη κοπέλα λίγο μετά τα είκοσι πέντε προχωρούν βιαστικοί. Εκείνος φοράει κουστούμι με γραβάτα, έχει κρεμασμένα από το λαιμό γυαλιά με κορδονάκι και κρατάει ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα. Εκείνη φοράει ταγιέρ που φωνάζει «παρακαλώ πάρτε με στα σοβαρά». Η στενή φούστα την αναγκάζει να κάνει πολλά γρήγορα βήματα ισορροπώντας επάνω σε ψηλοτάκουνες γόβες, για να ακολουθήσει τον ρυθμό του συνοδού της. Η εικόνα μου λέει ότι είναι δικηγόροι που κατεβαίνουν για δικαστήριο στην Αθήνα.

Μοναχικοί λύκοι, σαν και του λόγου μου, κρατάνε μια τσάντα και προγραμματίζουν στο μυαλό τους, όσα θα ακολουθήσουν στην ημέρα. Έχουν αυτοματοποιήσει τις διαδικασίες του αεροδρομίου. Ανοίξτε την τσάντα. Βγάλτε το laptop. Ανοίξτε την οθόνη. Κινήσεις κοφτές που έχουν επαναληφθεί εκατοντάδες φορές. Σε λίγο θα μπουν στο αεροπλάνο. Ο καθένας, για τους δικούς του λόγους, έχει τις προτιμήσεις του για την θέση την οποία επιλέγει.


Doors to arm and cross check…

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Ο γκρινιάρης πάει παρέλαση

Χθες το πρωί, περπάτησα στη Νέα Παραλία από το Ποσειδώνιο μέχρι τη Σχολή Τυφλών όπου και στάθηκα για να παρακολουθήσω την παρέλαση.

Πέρασα από την εκκλησία του Αγίου Φωτίου και άκουσα από μεγάφωνα «ντουντούκες» και αναρωτήθηκα ποιος ο λόγος να γίνεται αυτή η κακόφωνη επιβολή του «θέλω» του ενός προς τον άλλο. Είναι ενδιαφέρον ότι κάποιοι πιστεύουν ότι αυτή η βλακεία βοηθάει την Χριστιανική θρησκεία.

Είδα και φωτογράφισα την θάλασσα υπέροχα μπουρινιασμένη και ανακατεμένη. Τα εμπορικά και πολεμικά πλοία έστεκαν περήφανα χωρίς να νοιάζονται για τον θυμό της σα να ήταν ένα γυναικείο καπρίτσιο, μέχρι που ηρέμησε και εκείνη. Ο αέρας δυνατός, μας υποχρέωνε να περπατούμε σκυμμένοι προς τα εμπρός και να παίζουμε παιχνίδια ισορροπίας που μας έφεραν γέλια.

Βρήκαμε μια θέση να σταθούμε, χωρίς πολλούς ανθρώπους να μας κόβουν τη θέα, λίγο μετά τη Σχολή Τυφλών.

Ο ΠΤΔ κατέβηκε από αυτοκίνητο και προχώρησε προς την εξέδρα μπροστά από ένα μάλλον παγωμένο κοινό. Κάθε τόσο γυρνούσε δεξιά και αριστερά και ευχόταν, σε ανθρώπους που αδιαφορούσαν για αυτό(ν), χρόνια πολλά. Μάλλον δεν του βγήκε το επικοινωνιακό.. Ενδιαφέρουσες οι φιγούρες των ανδρών της secret service.

Απέναντι μας, ένας ένστολος αστυνομικός κάποιας ηλικίας (αυτό σημαίνει, πλέον, μεγαλύτερος από μένα), από αυτούς που ήταν επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης, των έτσι και αλλιώς ήσυχων θεατών, έβγαζε κάθε τόσο φωτογραφίες με το κινητό του. Ανθρώπινη εικόνα που μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Πάντως ο άνθρωπος το ζούσε.

Στο πρώτο κομμάτι, της παρέλασης, μου έκανε εντύπωση το πόσοι «άσχετοι» παρέλασαν. Μέχρι και ασθενοφόρο ιδιωτικής εταιρείας οδικής βοήθειας και σύλλογος συλλεκτών παλαιών στρατιωτικών οχημάτων! Κοινό χαρακτηριστικό όλων, το χύμα το κύμα. Ακόμα και αν το επεδίωκαν δύσκολα θα πήγαιναν τόσο ασύντακτα και ασυντόνιστα.

Ήλθε η ώρα των μηχανοκίνητων. Δεν ξέρω τι τους είχαν πει να κάνουν ή πού είχαν να πάνε μετά, πάντως ουδέποτε στο παρελθόν έχω δει να κινούνται με τόσο μεγάλη ταχύτητα σε παρέλαση. Αυτό φυσικά δεν αποθάρρυνε το κοινό που αρκετές φορές ζητωκραύγασε ενθουσιασμένο.

Λίγο πριν αρχίσουν τα πεζοπόρα αποφασίσαμε να φύγουμε καθώς η βροχή δυνάμωνε. Από το βάθος ακούγαμε να τραγουδούν για την Μακεδονία την ξακουστή και να φωνάζουν για την Ελληνικότητα της. Ο κόσμος ανταποκρινόταν θετικότατα αν και εμένα, που είμαι γνωστός γρουσούζης και ουδέποτε μου πέρασε από το μυαλό η αμφισβήτηση της Ελληνικότητας της, με εκνεύρισαν αυτά τα πιασάδικα κολπάκια. Σαν αυτούς που έρχονται και μιλούν για την ερωτική Θεσσαλονίκη. Τέλος πάντων, οι παρελάσεις γίνονται για να τονώσουν το εθνικό αίσθημα.

Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, κάτω από μια χαλαρή βροχούλα. Εκεί στο ύψος της εξέδρας, είχαν κλείσει το πεζοδρόμιο με σχοινιά και έπρεπε να κάνουμε παράκαμψη. Είδα ένα κτίσμα από το οποίο έβγαιναν κάποιοι αστυνομικοί και υπέθεσα ότι ήταν οι τουαλέτες για τις οποίες είχα διαβάσει αρκετά το τελευταίο διάστημα, αλλά ουδέποτε τις είχα δει. Λογικό, κατά μια έννοια, αφού δεν υπάρχει σχετική σήμανση. Αποφάσισα να κάνω αυτοψία! Ο χώρος καθαρός και χωρίς οσμές. Με υποδέχτηκε μια κυρία η οποία μου είπε ότι τα καζανάκια δεν δουλεύουν αλλά στο τέλος του διαδρόμου υπάρχει βρύση και κουβάς τα οποία έπρεπε να χρησιμοποιήσω! Αναρωτήθηκα γιατί αφού είχε νερό η βρύση με τον κουβά δεν είχε το υπόλοιπο δίκτυο, αλλά ήμουν τόσο χαρούμενος που δεν μου είπε να κάνω τον Άη Γιώργη και να παλέψω με το θηρίο, όπως λέγανε στους νεοσύλλεκτους στο στρατό, που δεν ασχολήθηκα περισσότερο…

Ανακουφισμένος … βγήκα και συνεχίσαμε την βόλτα στην παραλία. Εκεί που είναι τα πευκάκια και τα παγκάκια είδα, προς μεγάλη λύπη μου, ότι το «μέλλον της Ελλάδας» που πριν παρελάσει περήφανα είχε βρει καταφύγιο εκεί, είχε αφήσει ένα απίστευτο σκουπιδαριό με πεταμένα μπουκάλια νερού και χυμών. Αναζήτησα τους κάδους, οι οποίοι ήταν άδειοι…

Σε λίγο εμφανίστηκαν τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα. Σταθήκαμε και θαυμάσαμε τις εντυπωσιακές φιγούρες του πιλότου του σμήνους επιδείξεως και στη συνέχεια επιστρέψαμε στο σπίτι για το εορταστικό γεύμα.

Το καλό με τις παρελάσεις είναι ότι μεσολαβεί ένας χρόνος μεταξύ των επαναλήψεων τους και έτσι προλαβαίνουμε να ξεχάσουμε τα στραβά και να κρατήσουμε τα καλά κατά την προσφιλή συνήθεια του ανθρώπινου μυαλού.


Και του χρόνου.