Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Κωνσταντίνου και Ελένης, Update


Σήμερα γιορτάζει ο Κωνσταντίνος και η Ελένη.

Κωνσταντίνος ή Κώστας είναι αυτός που δεν είναι Γιάννης ή Γιώργος. Είναι, ας πούμε, ο τρίτος πόλος και κάπου εδώ τελειώνουμε με τα mainstream ονόματα. Είναι το όνομα που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε προαπαιτούμενο για την αναρρίχηση στα υψηλά αξιώματα της Κληρονομικής Δημοκρατίας μας. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι πρόεδροι της δημοκρατίας και πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης έφεραν αυτό το όνομα. Για να μην μπερδευόμαστε και επειδή στην δημοκρατία δεν προβλέπεται επισήμως διαδοχή, δεν λέμε πχ Κωνσταντίνος Β’ αλλά δίνουμε υποκοριστικό, τύπου «Κωστάκης». Αυτό βέβαια ίσως να έχει να κάνει και με την αξία του ως πολιτικού. Σίγουρα όμως δεν έχει να κάνει με το μέγεθος του.

Κωνσταντίνος, όνομα λομπίστικο, κατάφερε και παρέμεινε στις επιλογές των Ελλήνων ακόμα και όταν άρχισαν να ονομάζουν τα αγόρια τους Φρίξο, Φοίβο, Ιάκινθο. Αντικατέστησαν τον Κωστάκη με τον Κωνσταντίνο, δίνοντας του το απολεσθέν εκ της συντμήσεως λούστρο και συνέχισαν κανονικά την ονοματοδοσία προς μεγάλη ευχαρίστηση παππούδων και παππάδων.

Σας έχω και μια πληροφορία που έχει και αυτή την αξία της, όταν ο Κώστας αποκαλείται Κωστάκης, είναι μερακλής και γουστάρει την χωριάτισσα.

Η Ελένη πάλι κρατάει μια αξιοπρεπή θέση στην δημοφιλία των γυναικείων ονομάτων. Μπορεί να μην είναι Μαρία αλλά σίγουρα έχει και αυτή την δυναμική της. Πρωταγωνίστρια στα προβλήματα της αριθμητικής στο δημοτικό μαζί με τον Γιαννάκη και τον Κωστάκη (Η μαμά έδωσε στην Ελενίτσα 10 πορτοκάλια, στον Γιαννάκη πέντε και στον Κωστάκη δύο. Τα μάζεψαν όλα σε ένα πανέρι. Από πόσα πορτοκάλια θα πάρει ο καθένας αν πάρουν όλοι τα ίδια;).

Ισόβια παρτενέρ του Τοτού στα ανέκδοτα που τον έχουν πρωταγωνιστή και σίγουρα ένα από τα ονόματα για τα οποία καλό είναι να μην αναρωτηθούμε. «Ποια Ελένη;». Για κάποιους βέβαια θιασώτες των πρωινών και μεσημεριανών τηλεοπτικών θεαμάτων η απάντηση αβίαστα αναφέρεται στην αιώνια βασίλισσα αυτών των ζωνών.

Η Ελένη μπορεί να ξυπνά πάθη και αποκαλείται και Νίτσα Ελενίτσα Ελενάκι μου και είναι όνειρο μου και το μεράκι μου ή να είναι της επαρχία και της Αθήνας κοιμωμένη. Μυστήριο πλάσμα η Ελένη.

Χρόνια πολλά.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Ο καφές του μάστορα


Ερχόταν που λες ο μάστορας τα παλιά χρόνια στο σπίτι. «Μάστο Νίκο να φτιάξω καφεδάκι», ρωτούσε η νοικοκυρά. «Βαρύ γλυκό, να πάνε τα φαρμάκια κάτω», απαντούσε ο μαστροΝίκος. Έφτιαχνε η νοικοκυρά, του έβαζε και κουλουράκι μαζί και καθόταν, πίνανε τον καφέ μαζί και τα λέγανε. Αν δούλευε στο γιαπί, έβγαζε το μπρίκι, έβαζε τα υλικά που είχε σε γυάλινο βαζάκι, νερό από το λάστιχο και τον «φούσκωνε» μερακλίδικο με το φλόγιστρο του υδραυλικού.

Περάσανε τα χρόνια και ο μάστορας άρχισε να πίνει φραπέ. Αν δούλευε σε σπίτι, του τον φτιάχναν σε γυάλινο ποτήρι, βάζαν και παγάκια και μπόλικη ζάχαρη και ποτέ γάλα και ένα καλαμάκι, χοντρό μπουρί της σόμπας, που έβγαινε από λευκή χάρτινη συσκευασία.  Ο μάστορας το πίνει γλυκό τον καφέ και χωρίς πολλές τσιριτσάντζουλες.

Αν δούλευε στην οικοδομή, έπαιρνε από το περίπτερο «σπαστό» φραπεδάκι, έριχνε μέσα κρύο νερό και το χτυπούσε με μανία, κάνοντας συνήθως τον κόσμο χάλια από τις «διαρροές» του καπακιού. Οι ζάχαρες, σε χάρτινο παραλληλόγραμμο φακελάκι, έβγαιναν σε πλειστηριασμό. Τα είπαμε αυτά. «Ο μάστορας το πίνει γλυκό τον καφέ του».  

Ύστερα ήλθαν τα «φραπέΣ σε πακέτο». Στην αρχή πήγαινε στην «μπουγάτσα» και του φτιάχναν τον καφέ σε πλαστικό άσπρο ποτηράκι. Το καλαμάκι πάντα σε άσπρη χάρτινη συσκευασία. Να το ανοίγεις με το στόμα και να κολλάει το μισό στα χείλια. Ήθελε προσοχή η μεταφορά γιατί τότε τα ποτηράκια δεν είχαν καπάκι και αν ήταν καλός ο μαζί σου ο μπουγατσατζής, σου το γέμιζε μέχρι πάνω.

Έβλεπες στον δρόμο να πλησιάζει το βανάκι  και μετρούσες πόσα καλαμάκια εξείχαν από το ταμπλό για να δεις πόσα μαστόρια είχε μέσα…

Και μετά ήλθε ο καιρός, του «όλα σε πακέτο». Τα ποτήρια έγιναν διαφανή, εντυποσιακά, διπλασιάστηκαν σε μέγεθος, απέκτησαν καπάκι και καλαμάκι μπουρί πολύχρωμο σε διάφανη πλαστική συσκευασία. Ήταν ο καιρός της ευμάρειας και ο φραπές πια δεν μας έκανε. Ο μάστορας έπρεπε να πίνει φρέννντττο. Έμαθε και την καστανή την ζάχαρη, έμαθε και το σιροπάκι, και καμιά φορά τον πίνει και «αντικαφεινέ» να μην τον πειράζει στο στομάχι. Τον πλήρωνε κάτι παραπάνω αλλά ήταν «στάτους σύμπολ» στην οικοδομή. Πρώτοι το ξεκίνησαν οι πιτσιρικάδες και σιγά σιγά το έμαθαν και οι μεγάλοι. «Πάνε ρε Γιωργάκι στο Νίκο στη γωνία να φέρεις φραπεδάκια και κανά κρύο νερό». «Να φέρω φρέντο μάστορα;». Μια δύο τρεις το έμαθε και ο μάστορας το φρέντο και δεν έκανε πλέον χωρίς αυτό. Το καλαμάκι στένεψε και κόντυνε. Ρουφάει, ρουφάει ο μάστορας και ο καφές ακόμα μέσα μένει.

Και ήλθε και η κρίση και ο καφές ο ακριβός, έγινε φτηνός και δίνουν δώρο και το νερό και καμιά φορά και τυρόπιτα μαζί. Δεν χρειάζεται να πηγαίνει ο Γιωργάκης στο Νίκο στην γωνία γιατί ο «Νικός» έχει πλέον ντελίβερι, με μηχανάκι που πάει κόντρα στον μονόδρομο και καβαλάει το πεζοδρόμιο για να φέρει εγκαίρως τον φρένννττττο του μάστορα, σε τσαντάκι thermos για να μην λιώσουν τα παγάκια. Το ποτήρι πάντα ανθοδοχείο, με καπάκι καμπάνα και καλαμάκι μακαρόνι Νο10 σε χρώμα μαύρο.

Και έρχεται το κράτος και ΣΕ λέει καταργώ τα καλαμάκια. Και τώρα τι θα κάνει ο μάστορας χωρίς καλαμάκι!

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ο Γιώργος


Σήμερα γιορτάζει ο Γιώργος. Γιώργος είναι αυτός που δεν είναι Γιάννης ή Κώστας. Οι υπόλοιποι είμαστε μειονότητες με τις οποίες ουδείς ασχολείται.

Εσχάτως ο Γιώργος απαντάται πλέον ως Γεώργιος, αποτέλεσμα της αίσθησης μεγαλείου γονέων που αποφάσισαν να μην ονομάσουν τα παιδάκια τους με τα μοντέρνα ονόματα Υάκινθος, Φοίβος κλπ αλλά να κρατήσουν το όνομα του παππού. Μόνο που ο Κωστάκης έγινε Κωνσταντίνος, ο Γιαννάκης, Ιωάννης και ο Γιωργάκης, Γεώργιος και η ζωή κυλάει χαρούμενα στην όμορφη χώρα μας.

Κάθε Γιώργος είναι άτομο με μεγάλη αξία κάτι σαν ευγενές μέταλλο, αφού «όπου Γιώργος και μάλαμα». Προσωπικά γνωρίζω και μια Μάλαμα αλλά δεν την έχω δει ποτέ με Γιώργο, γι αυτό μην πιστεύετε ότι λένε τα τραγούδια. Τραγούδια γράφει και ο Σωκράτης Μάλαμας αλλά ας μην πιαστούμε και με αυτό γιατί η κουβέντα ξεστρατίζει επικίνδυνα και έχουμε να ευχηθούμε σε πολύ κόσμο.

Ατυχώς είναι τόσοι πολλοί αυτοί που φέρουν το όνομα αυτό που είναι εύκολο να γίνουν μπερδέματα. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά χρειάζονται διευκρινίσεις του τύπου «δεν είμαι εγώ ο Γιώργος που αγαπούσες μια φορά». Κάτι σαν το «δεν είναι αυτό που νομίζεις αγάπη μου».

Η σύζυγος του Γιώργου ονομάζεται Γιώργαινα και καλείται να απαντήσει στην ερώτηση «ο Γιώργος της πού πάει, για πού το βαλε και πού το ξενυχτάει» τώρα που «άναψε το πούρο του, έβαλε το σκούρο του, μπήκε στο αμάξι του». Τώρα με την κρίση και την αριστερή κυβέρνηση που σώζει τον τόπο, ο Γιώργος άναψε ένα στριφτό, φόρεσε σκισμένο τζιν και ανέβηκε σε ένα παπάκι. Αλλά η Γιώργαινα εξακολουθεί να μην μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση. «πού πάει». Σε κάθε περίπτωση και αφού μιλάμε για νυχτερινή διασκέδαση, Γιώργο και για την ακρίβεια Γιωργάκη, θα βρούμε αν δεχτούμε την πρόσκληση και πάμε απόψε στου Θωμά. Η δοξαριά του εορτάζοντος σήμερα Γιωργάκη θα σου κόψει την μιλιά και η Μαρίκα με το ντέφι θα γελάει και θα σου γνέφει. Το ότι χρειάστηκε να μπει Γιώργος και η Μαρία, σφήνα σε τραγούδι για τον καημένο τον Θωμά, δείχνει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού που αναγκάζει τους στιχουργούς να τους περνάνε στη ζούλα, σε τραγούδια για άλλα ονόματα.

Για κάποιο περίεργο λόγο και χωρίς να ερωτηθεί, ο Γιώργος, νιώθει ότι πρέπει να δηλώσει δημοσίως ότι το πώς τον λένε και ότι ποτέ δεν τραγουδάει, για της αγάπης το γλυκό πικρό καημό. Είναι ο ίδιος που αναγκάζει τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα να αναρωτηθεί δημοσίως «μα τι είναι αυτός, μα τι είναι αυτός ο Γιώργος».

Ο Άγιος Γεώργιος, πάντως, ήταν έφιππος στρατιωτικός, που όχι μόνο τα λέει τσεκουράτα αλλά βρίσκει και το φίδι και του κάνει το κεφάλι κρέας, προς μεγάλη τέρψη των Ασιατών που έχουν κατακλίσει τον κόσμο και βρίσκουν μια γκρουρμεδιά για το εορταστικό τραπέζι της ημέρας.  

Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου ήταν από πάντα κινητή. Για να καταλάβεις πόσο μπροστά είναι, ήταν κινητή πριν ακόμα και από την τηλεφωνία.

Οι Γιώργηδες είναι τόσοι πολλοί, που τους βρίσκεις παντού. Γεώργιο είχαμε βασιλιά, πρωθυπουργό, ακόμα και δικτάτορα. Στα χρόνια της δημοκρατίας το όνομα είναι συνυφασμένο με την ήττα, εξ ου και η έκφραση «Γιώργο χάσαμε». Βέβαια  αν μιλάμε για «Γιωργάκη» και χάσαμε και θα πληρώσουμε και θα συνεχίζουμε να πληρώνουμε εις το διηνεκές.

Η θηλυκή εκδοχή του ονόματος δεν είναι τόσο δημοφιλής αλλά είναι πάρα πολύ ισχυρή. Απαντάται συνήθως ως χώρα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης καθώς και ως κλάδος της οικονομίας. Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι για πολλά, πάρα πολλά χρόνια είχε το δικό της υπουργείο. Το Υπουργείο Γεωργίας.

Χρόνια Πολλά στους Γιώργηδες και τις Γεωργίες.

Βόλτα με το ποδήλατο

Ήλθε η άνοιξη, δεχτήκαμε και την επίθεση της θερμιδίασης στα ρούχα, λέω και εγώ ώρα για μια βόλτα με το ποδήλατο στην παραλία. Άμα το κάνεις, κάνε το καλά. Βάζω λοιπόν και το «απλικέσιο» στο κινητό, που μου λέει πώς πάει το work out και βουρ για … work out.

Ξεκινάω Σάββατο απογευματάκι. Να έχει πέσει λίγο ο ήλιος, που μας λέγανε όταν ήμασταν παιδιά. Εξαιρετικά κακή ιδέα. Όλος ο κόσμος το ίδιο είχε σκεφτεί. Μποτιλιάρισμα κανονικό.

Κοντά στο Μέγαρο Μουσικής πέφτω επάνω σε ζευγάρι γονέων περιπατητών με το παιδάκι τους, επάνω σε ποδήλατο. Το ποδήλατο έχει βοηθητικές ρόδες. Το παιδί φοράει χοντρό μπουφάν ενώ σκάει ο τζίτζικας, κράνος, επιγονατίδες, προστατευτικά για τους αγκώνες και γυαλιά ηλίου μεγέθους παρμπρίζ λεωφορείου. Αυτό δεν είναι παιδί. ΜΑΤατζής στα Εξάρχεια είναι. Ατυχώς δεν έκανα έλεγχο να δω αν ακολουθούσε ασθενοφόρο για κάθε ενδεχόμενο…

Τους προσπερνάω μουρμουρώντας κάτι από μέσα μου. Δεν μας πρόσεχαν αρκετά οι γονείς μας ... Έχω απομακρυνθεί αρκετά από το σπίτι και ακούω στα ακουστικά μια ανακοίνωση τύπου μετρό (από διηγήσεις τα ξέρω αυτά γιατί εμείς εδώ μετρό δεν έχουμε) από έναν τύπου που μου λέει στα Εγγλέζικα ότι έκανα το πρώτο χιλιόμετρο, σε πόση ώρα το έκανα και ποιος είναι ο πιο καλός χρόνος. Απλικέσιο δεν ήθελες; Πάρε έναν ακόμα στα αυτιά σου να σε ελέγχει.

Είμαι πλέον στον ποδηλατόδρομο της νέα Νέας Παραλίας. Κάθε τόσο συναντώ τετράτροχα ποδήλατα, με πέντε έξι νοματαίους επάνω, να κάνουν βαριεστημένα πετάλι, μιλώντας στο κινητό.

Η ώρα είναι ιδανική για βόλτα στην παραλία. Ούτε ζέστη ούτε κρύο και ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα στο βάθος. Κόσμος περπατάει. Συνταξιούχοι συν δυο, συν τρεις, συζητάνε για πολιτική. Μαμάδες μπαμπάδες σπρώχνουν καρότσια με μωρά, ή με όχι τόσο μωρά που όμως βαριούνται να περπατήσουν.

Η Σούλα που έβαλε την ψηλή την γόβα, βάφτηκε σαν τρανσέξουαλ, φόρεσε και τα ρούχα της κουμπάρας στον γάμο και βγήκε όλο καμάρι με τον αρραβωνιάρη με το τσερόκι μαλλί και το κολλητό τζιν το ξεβαμμένο στα κατάλληλα σημεία, βόλτα αλα μπρατσέτα, στην «βόλτα του χωριού».

Ένα μπαρ επάνω σε ρόδες, έχει στηθεί σε μια άκρη και προσφέρει καφέδες και ποτά, υπό τους ήχους της μουσικής που παίζει dj παρακαλώ! Παραδίπλα λιγότερο φάνσι τύποι πουλούν μπουκαλάκια με κρύο νερό, ποπ κορν και μαλλί της γριάς.

Έχω αναπτύξει ταχύτητα και αισθάνομαι αθληταράς, καθώς ο τύπος με τις ανακοινώσεις μετρό στα αυτιά μου, κάθε τόσο μου ανακοινώνει ότι ο χρόνος μου βελτιώθηκε. Σκύβω μπροστά για να βελτιώσω την αεροδυναμική μου. Όλα καλά μέχρι που με περνάει σαν σταματημένο, καλλίπυγος κορασίδα που ποδηλατεί με χαρακτηριστική άνεση, χωρίς να κρατάει το τιμόνι αφού τρώει σπόρια και πίνει ένα energy drink με περίεργο χρώμα. Προσγειώνομαι απότομα… αλλά συνεχίζω!

Κάθε τόσο συναντάω και έναν μουσικό που έβγαλε την τέχνη του στην παραλία και την παρουσιάζει στους περιπατητές που τον ανταμείβουν με κέρματα. Η τάση της εποχής τα θέλει όλα ηλεκτρικά και έτσι διαθέτουν ενισχυτές και ηχεία και ο ήχος τους επιβάλλεται βιαίως. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι ακούγονται ευχάριστα. Λαμπρή και διαχρονική εξαίρεση ο βλαμμένος που τραγουδάει σκυλάδικα μπροστά στις ομπρέλες, καταστρέφοντας ρομαντζάδες σε ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις.

Περνάω το άγαλμα του Μεγαλέξανδρου και πέφτω επάνω σε παρέα Τούρκων που βγαίνουν αναμνηστικές φωτογραφίες κάνοντας φασαρία. Μιλούν πολύ και κάθε δεύτερη λέξη, πετούν και ένα malllaka. When in Rome act like Romans. Εξάγουμε πολιτισμό!

Φτάνω στον Λευκό Πύργο. Εδώ πλέον επικρατεί το αδιαχώρητο. Μικροπωλητές κάθε είδους με γεννήτριες φασαριόζες και πολύχρωμα φώτα, κόσμος που πάει να ανέβει στα καραβάκια για βόλτα στον Θερμαϊκό, κάποιοι έχουν ραντεβού και ψάχνονται με την βοήθεια των κινητών, παιδάκια τρέχουν, κάτι μαυρούληδες κάνουν φασαρία φωνάζοντας και γελώντας, οικογένειες μεταναστών με γυναίκες μαντυλοφορούσες. Ένας χαμός.

Κρίνω ότι είναι επικίνδυνο να μπω στο κομμάτι της παλιάς παραλίας και παίρνω τον δρόμο της επιστροφής. Ο Αμερικάνος με τις ανακοινώσεις του μετρό στα αυτιά μου, με εμψυχώνει. Αύριο πάλι.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Θερμιδίαση

Έχω ένα μεγάλο πρόβλημα και χρειάζομαι τη βοήθεια σας. Ίσως κάποιος από εσάς να μπορεί να με βοηθήσει.

Ο καιρός έφτιαξε. Σήμερα το πρωί, ανέβηκα στο πατάρι να κατεβάσω κανένα καλοκαιρινό ρούχο. Με τρόμο διαπίστωσα ότι όλα τα ρούχα μου είχαν πάθει θερμιδίαση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, θερμιδίαση είναι αυτό που παθαίνουν τα ρούχα όταν δέχονται επίθεση από τις θερμίδες.

Θερμίδες, είναι κάτι πολύ μικρά ζωύφια (δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού) μοδιστρούλες που όσο εσύ κοιμάσαι, μπαίνουν μέσα στην ντουλάπα και στενεύουν τα ρούχα σου. Συμπαθέστατες, κατά τα άλλα. Περνάς υπέροχα μαζί τους. Γλυκιές, σαν την αμαρτία, δούλευαν ακούραστα όλο τον χειμώνα και να τώρα τα ολέθρια αποτελέσματα. Κατάφεραν να φέρουν εις πέρας το τεράστιο project και να μικρύνουν όλα τα ρούχα μου.

Δεν μου μπαίνει τί-πο-τα. Χιούστον έχουμε πρόβλημα.

Γκουκλάρισα και είδα ότι καταπολεμούνται μόνο με «κελεμπία». Μια τέτοια πρόκειται να προμηθευτώ αμέσως και με αυτή θα κοιμάμαι, με αυτή θα ξυπνάω. Με αυτή θα πάω και στην παραλία και θα με δείτε στην Χαλκιδική, που σαν αυτή δεν έχει, να κάνω μπάνιο σα να βαφτίζομαι στον Ιορδάνη τον ποταμό.

Κάποια άλλη ιδέα; Κάθε βοήθεια δεκτή.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Ο Θωμάς

Σήμερα γιορτάζει ο Θωμάς. Ο Θωμάς είναι άπιστος. Αλλά «άπιστος» που δεν πιστεύει και όχι σαν τον Γιώργο που είναι πονηρός και αυτά που λέει μην τα τρως και από τις έντεκα και μπρος κυκλοφοράει σαν γαμπρός. Να τα λέμε αυτά γιατί πλησιάζει και του Αγίου Γεωργίου και θα έχουμε παρεξηγήσεις.

Άπιστος ξεάπιστος, ο Θωμάς είναι άνθρωπος φιλόξενος. Έλα απόψε στου Θωμά (Chez Thomas, που λένε και στα Παρίσια), να σου παίξω μπαγλαμά, σου λέει ο άλλος. Στο νόημα για να μπεις θα σου εξηγήσει ο Μπάμπης (που μάλλον είναι Χαράλαμπος), του Γιωργάκη (νατος πάλι ο Γιώργος) η δοξαριά θα σου κόψει την μιλιά και η Μαρίκα με το ντέφι θα γελάει και θα σου γνέφει. Πολλοί μαζευόμαστε και δε μου αρέσει. Τέλος πάντων. Ευτυχώς, στου Θωμά, τα πράγματα είναι ήσυχα και όχι σαν την ταβέρνα του Μανώλη που έπεσε μια ντουφεκιά και τρυπήσαν τα βαρέλια και χυθήκαν τα κρασιά. Και το λες τώρα αυτό εσύ παιδικό τραγούδι μέσα στη βία. Σε τι κόσμος μεγαλώνουμε τα παιδιά μας! Και μεγαλώνει το παιδί και ψηφίζει τον Τραμπ και να τα κουμπούρια γεμισμένα, μπαμ και μπουμ οι κουμπουριές φυτεύεις βόλια μέσα στις καρδιές. Αυτά βέβαια τα κάνει η Μαλάμω που μοσχοβολά θυμάρι, αλλά ας μην πιαστώ και με αυτήν.

Ο Θωμάς, άλλως Tom, είναι το αντίπαλο δέος του Jerry. Ο ένας είναι γάτος και αν πούμε τον πλήρη τίτλο Tom Cat γίνεται πολεμικό αεροσκάφος αλλά καλύτερα να μην τα θυμώμαστε αυτά, μέρες που είναι και ο άλλος ποντίκι. Ας αρκεστούμε στο άκακο τηγάνι με το οποίο ο Jerry περιμένει τον Tom στις γωνίες.

Αυτά είχα να σας πω για τον Θωμά και χρόνια του πολλά. Το ίδιο και στην Θωμαή για την οποία όμως δεν έχουμε ακούσει κάτι.

Άνοιξη

Οδηγώ στην Ανθέων, που για μένα δεν θα γίνει ποτέ Γεωργίου Παπανδρέου. Τόσους δρόμους είχαμε με αδιάφορα ονόματα. Γιατί έπρεπε να αλλάξουμε αυτό;

Στο μυαλό μου χορεύουν, ένα πένθιμο αργόσυρτο χορό, ο χαμένος πιλότος, οι πύραυλοι που ισοπεδώνουν την Συρία και ο Ταγίπ με τις Ταγιπιές του. Είναι τόσο έντονα τα ερεθίσματα που έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα η κρίση και οι αποτυχημένοι διαχειριστές της, που στερούν κάθε προοπτική από την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Ο καιρός έχει γλυκάνει. Το Πάσχα πέρασε και έχουμε πάρει σούπμιτοι την κατηφόρα για το καλοκαίρι. Το ραδιόφωνο παίζει μια μουσική αδιάφορη και ο άνθρωπος πίσω από το μικρόφωνο μας έχει λυπηθεί και μας έχει αφήσει στην ησυχία μας.

Το παράθυρο του οδηγού είναι πάντα ανοιχτό. Χειμώνα, καλοκαίρι. Ξαφνικά μια υπέροχη μυρωδιά επιτίθεται στα ρουθούνια μου. Γυρίζω δεξιά και αριστερά το κεφάλι μου, σαν σκύλος που βρέθηκε σε σουβλατζίδικο. Οι νεραντζιές έχουν ανθίσει και το μεθυστικό τους άρωμα πλανιέται στον αέρα. Το βλέμμα μου καρφώνεται σε μια από αυτές, στην άκρη του πεζοδρομίου. Κανονική τρικυμία στο κρανίο, που δεν έχει… Στα ψηλά κλαδιά κρέμονται ακόμα οι πορτοκαλί καρποί της προηγούμενης χρονιάς. Αυτοί που δεν ωρίμασαν αρκετά, για να πέσουν κάτω. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για αυτούς. Κανείς δεν τους μάζεψε. Πιο κάτω, πάμπολλα άσπρα λουλουδάκια. Οι υπεύθυνοι της αρωματικής επίθεσης, που μόλις δέχτηκα και πιο κάτω νέα φρέσκα, ανοιχτόχρωμα πράσινα φύλλα, σε κλαδιά που βγήκαν φέτος μετά τον περσινό παγετό. Κανονικός θρίαμβος της ζωής και η ομορφιά του να βλέπεις τρεις γενιές, μαζεμένες σε ένα δέντρο. Η γιαγιά, η μάνα και η κόρη! Η χαρά της ζωής και η ελπίδα που γεννάει η άνοιξη.

Έχω μεθύσει από τα αρώματα. Σκέφτομαι τα τραγούδια που έχουν γραφτεί, για τα άνθη της «ξαδέλφης» τους, της λεμονιάς. Τα άνθη που κάποτε στόλιζαν τα μαλλιά της νύφης, στους γάμους που έχουν την τιμητική τους από εδώ και πέρα. Η νύφη έρχεται. Ο οδηγός κορνάρει.

Ωπ δεν είναι η νύφη. Ο οδηγός του από πίσω αυτοκινήτου είναι, που δεν εκτίμησε την ποιητική ανοιξιάτικη ονειροπόληση, και μου λέει κάτι στα «Γαλλικά». Του χαμογελάω. Τον χαιρετάω και συνεχίζω τον δρόμο μου.