Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Θα πας στο συλλαλητήριο;

Πώς να σε το πω; Είμαι μπερδεμένος.

Δεν είμαι ο τύπος που πάει στις πορείες και τα συλλαλητήρια. Δεν πάω σε πολιτικές συγκεντρώσεις και ομιλίες. Βαριέμαι αφάνταστα. Θυμάμαι ότι είχα κατέβει σε μια πρώτη πρώτη συγκέντρωση «αγανακτισμένων» στον Λευκό Πύργο. Γρήγορα ένιωσα έξω από τα νερά μου και αποχώρησα. Δεν πήγα στους Μένουμεευρώπηδες αν και επιθυμούσα διακαώς να μείνουμε Ευρώπη.

Αύριο θα γίνει ένα συλλαλητήριο με θέμα το όνομα της γειτονικής χώρας. Όταν το έμαθα σκέφτηκα «ωραία, να πάτε». Μετά άρχισαν να το καταδικάζουν χλιαρά ή ζεστά κυβέρνηση, αντιπολίτευση, διοίκηση της εκκλησίας. Ψύλλοι στα αυτιά με μπήκανε, ω ω.

Καλά, η κυβέρνηση, έχει αναλάβει εργολαβία να κλείσει εις βάρος των Ελλήνων όποιο θέμα τους καίει. Λογικό να μην θέλει να υπάρχουν αντιδράσεις.

Η αντιπολίτευση όμως; Οι «εδώ και τώρα εκλογές για να σωθεί ο τόπος;». «Να πάνε ή να μην πάνε οι βουλευτές της, πράττοντας κατά συνείδηση». Ωραία. Δηλαδή, εγώ σας λέω να μην πάτε, αλλά δεν κάνει να φανώ και ότι είμαι αντίθετος σε κάτι που καταφανώς αντιτίθεται στις κυβερνητικές μεθοδεύσεις. Χαχόλικα πράγματα. Έλλειψη πολιτικής ή ανειλημμένες δεσμεύσεις προς τρίτους;

Είναι και η διοίκηση της εκκλησίας. Πού είναι οι πύρινοι από άμβωνος λόγοι για την Ελληνικότητα της Μακεδονίας; Που είναι οι παπάδες μπροστάρηδες; Αλήθεια γιαγιά, του σου είπε ο παπάς στο κήρυγμα και τι ο δεσπότης;

Κάτι μυρίζει εδώ και μυρίζει άσχημα. Κάτι σαν συμπαιγνία και όχι σαν εθνική συνεννόηση. Η εθνική συνεννόηση πρέπει να έχει ως αντικείμενο την προώθηση, με ενιαία γραμμή, των εθνικών συμφερόντων και όχι την άνευ όρων συνθηκολόγηση.

Είναι και οι Χρυσαυγίτες που θα προσπαθήσουν να καπελώσουν την συγκέντρωση και μάλλον βολεύουν όλους τους προηγούμενους.

Είναι και οι «αντιεξουσιαστές» (αριστερός καθρέφτης της Χρυσής Αυγής) που θα προσπαθήσουν να εξουσιάσουν και να φοβίσουν τους φιλήσυχους πολίτες που θα κατέβουν να διαδηλώσουν για το αυτονόητο.

Είναι και τα σούργελα με τις ασπίδες, τους θώρακες και τις στολές του Μεγαλέξανδρου, που δεν με κάνουν ακριβώς να καμαρώνω.

Είναι και διάφορες, ευτυχώς όχι πολλές, φωνές που προσπαθούν να παρουσιάσουν το Σκοπιανό ως πρόβλημα των Μακεδόνων και όχι όλων των Ελλήνων.


Είναι κάτι φορές που μπαίνει ο διάολος μέσα μου και ίσως πάω στο συλλαλητήριο γιατί πολλά δεν με αρέσουν από αυτά που βλέπω. Όχι ότι θα αλλάξω κάτι, αλλά δεν το σηκώνει το τομάρι μου άλλο δούλεμα. 

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Περί μπλε χαπιών και άλλων δαιμόνων

Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους γιατί μάλλον πέσαμε στην λούμπα αυτού που κοιτούσε το δάχτυλο που έδειχνε τον ήλιο.

Μου είναι αδιάφορο αν ο δήμαρχος πηγαίνει σε οίκους ανοχής, είτε στα πλαίσια της επαφής με τους δημότες, είτε ως πελάτης.

Μου είναι αδιάφορο αν έχει ερωτικές σχέσεις. Ελπίζω να έχει και του το εύχομαι, όπως το ίδιο εύχομαι σε όλους μας.

Μου είναι αδιάφορο αν παίρνει τα μπλε χαπάκια με τις χούφτες και το γλεντάει ή αν περνάει τα Σαββατόβραδα βλέποντας «Στην υγειά μας» στην TV τρώγοντας νερόβραστη σούπα.

Δε με ενδιαφέρουν οι σεξουαλικές επιδόσεις ενός εβδομηνταπεντάχρονου, όπως δεν θα με ενδιέφεραν φυσικά, ακόμα και αν ήταν τριαντάχρονος. Υποθέτω ότι δεν εκλέχτηκε δύο φορές γι αυτές.

Με ενδιαφέρουν όμως οι επιδόσεις του στα θέματα που του έχουμε αναθέσει να διαχειριστεί για λογαριασμό μας. Με ενδιαφέρει η διαχείριση της καθαριότητας. Με ενδιαφέρει η αναρχία και η ολοκληρωτική ήττα της νομιμότητας στα θέματα κατάληψης δημοσίου χώρου. Με ενδιαφέρει το παρεμπόριο που ανθεί. Με ενδιαφέρουν τα τριπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα μηχανάκια που κάνουν βόλτες σε πεζοδρόμια και πεζόδρομους και εσχάτως και τα ποδήλατα με τους ποδηλάτες που πιστεύουν ότι είναι υπεράνω νόμων. Αν και αυτοί οι τελευταίοι νομίζω ότι δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του, πλην φυσικά του κομματιού που αφορά τους ποδηλατοδρόμους που, μαζί με τις λεωφορειολωρίδες,  αποτελούν ένα από τα ανέκδοτα της πόλης. Με ενδιαφέρουν τα ΤΑΧΙ που έχουν κάνει πιάτσα όλο το κέντρο και τις λεωφορειολωρίδες της Όλγας. Με ενδιαφέρει η εγκατάλειψη της υπέροχα αναπλασμένης Νέας Παραλίας. Με ενδιαφέρουν οι καντίνες, και τα καρότσια με το μαλλί της γριάς με τα νέον και τις γεννήτριες που μπορούν και αυθαιρετούν χωρίς να τους ακουμπάει κανένας. Τέλος με ενδιαφέρουν οι, επιεικώς, επιπολαίες παρεμβάσεις του σε εθνικά θέματα.

Εμένα λοιπόν αυτά με ενδιαφέρουν, αγαπητέ κύριε δήμαρχε, αλλά φοβάμαι ότι δεν λύνονται ούτε με μια χούφτα μπλε χαπιών, ούτε με μια νταμιτζάνα  Σουπερμαντολίνης (πού την θυμήθηκα!). Το πουλάκι πέταξε και δυστυχώς δεν αναφέρομαι σε αυτό για το οποίο συζητάει η πόλη από χθες.


Καλό σαββατοκύριακο. 

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Εορτή των Θεοφανίων

Η γιορτή των Θεοφανίων σήμερα. Γιορτάζει ο Φώτης, η Φωτεινή, η Φανή, η Φώφη και φυσικά η σουλτάνα η Φωφώ που δεν φοβάται κανέναν. Χρόνια τους πολλά. Υγεία και καλή φώτιση, μέρα που είναι.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στον Ρούντολφ που έχει μύτη φωτεινή και έτσι είναι ο μόνος που καταφέρνει να συμμετέχει σε δύο από τις τρεις μεγάλες γιορτές του δωδεκαημέρου. Για να δούμε τώρα ποιόν θα κοροϊδεύουν τώρα οι άλλοι τάρανδοι;

Θα πάμε στην εκκλησία να παρακολουθήσουμε την λειτουργία των Θεοφανίων με τον αγιασμό των υδάτων. Θα ακούσουμε το υπέροχο «εν Ιορδάνη» που είναι το αγαπημένο μου απολυτίκιο. Θα μας βρέξει ο ιερέας με τον βασιλικό και μετά θα βγούμε έξω και θα παίξουμε το καθιερωμένο κατανυκτικό ξύλο για ένα γέμισμα ποτηριού με αγιασμό. Η γιαγιά με την γούνα σκυλάρ, που μυρίζει ναφθαλίνη, σε σπρώχνει με όλη την ορμή που δίνουν εκατό κιλά, αμπαλαρισμένα σε ένα κορμί ένα και πενήντα. Από δίπλα ο παππούς που φωνάζει οργισμένος «τσκ τσκ τσκ δεν θα γίνουμε ποτέ άνθρωποι» καθώς κάνει κεφαλοκλείδωμα σε κάποιον που πήγε να του πάρει την θέση που οδηγεί στην κάνουλα. Την σκηνή παρακολουθεί με απαξιωτικό χαμόγελο νεαρός με μούσι και ακουστικά στα αυτιά, που λέει μέσα από τα δόντια του «μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος» και ορμάει πάνω από όλους, σαν ροκ σταρ που πέφτει επάνω στο κοινό του σε συναυλία. Έχουμε και δουλειές, δεν θα φάμε εδώ όλη την μέρα.

Στη συνέχεια θα πάμε στο σπίτι και θα κόψουμε την βασιλόπιτα με αύξοντα αριθμό 4711. Για την σημερινή μέρα κρατάμε μια πεντανόστιμη τριφτή εκδοχή του γλυκού, που έφτιαχνε η μητέρα μου και συνεχίζει να φτιάχνει η αδελφή μου συνεχίζοντας την παράδοση. Αυτήν την τρώω με συνοδεία φέτας (ναι ρε φίλε εμένα έτσι με αρέσει) και ζεστού καφέ καθώς ακούμε τα καράβια να σφυρίζουν στο Πειραιά, ενώ άθεοι κυβερνώντες σταυροκοπιούνται για να μην κακοκαρδίσουν παπάδες και ευσεβής ψηφοφόρους. Ψηφαλάκια είναι αυτά…

Από σήμερα, το όμορφο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, που αναβοσβήνει στο σαλόνι είναι κάτι σαν προτεινόμενος για αποχώρηση σε reality show. Δεν θέλουμε να φύγει αλλά να «έτσι είναι το παιχνίδι» και εμείς θα το αγαπάμε και ας είναι διαλυμένο σε πολλά κομμάτια μέσα στο πατάρι. Πριν από αυτό θα πρέπει να πάρουμε μια βαθιά ανάσα και να αρχίσουμε το ξεστόλισμα. Παραδοσιακά θα ξεχαστεί ένα στολίδι «κάτω» το οποίο θα περιμένει τα επόμενα Χριστούγεννα, σαν το χιόνι που δεν λιώνει και περιμένει το επόμενο.

Οι μαθητές και οι καθηγητές (γιατί να το κρύψουμε άλλωστε) βλέπουν με τρόμο τον σχεδόν ανοιξιάτικο καιρό και αναπολούν τα μπερεκέτια του περσινού χιονιά, με τα σχολεία που άνοιξαν λίγο πριν κλείσουν για το Πάσχα. Το μήνυμα είναι σαφές. Από Δευτέρα σχολείο. Τον πόνο και την θλίψη τους δεν συμμερίζονται δημοτικοί άρχοντες που νιώθουν ανακουφισμένοι καθώς δεν έχουν να διαχειριστούν παγωμένες αλατιέρες και δρόμους που κλείνουν με μια πούδρα χιονιού.


Και του χρόνου.

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Η Άννα είναι φοιτήτρια. Συμπληρώνει το χαρτζιλίκι της, κάνοντας baby seating σε παιδάκια. Παραμονή Πρωτοχρονιάς με σχέδια μεγάλα για την «πιο λαμπρή νύχτα του χρόνου». Το ετοιμάζουν από την αρχή του μήνα. Δεν την ξαναπαθαίνουν όπως πέρσι, που βρέθηκαν να γυρνούν από μαγαζί σε μαγαζί σαν τις άδικες κατάρες, χωρίς να βρίσκουν κάπου να τους δεχτούν. Φέτος έχουν κλείσει με την παρέα σε ένα μαγαζί που το να βρεις τραπέζι, ισοδυναμεί με πρώτο λαχνό στο τζόκερ. Ο γνωστός, του γνωστού και τελικά Ναι! Συνεννοήσεις, κόντρα συνεννοήσεις. Και «τι θα βάλεις;» και «πώς θα πάμε;» και «θα έλθει τελικά εκείνος;». Θα έλθει!

Την προπαραμονή δέχεται μήνυμα από την κυρία Γεωργία, μαμά ενός από τα παιδιά που «κρατάει» κάποια βράδια. Έχει χάσει το άντρα της πριν από δύο χρόνια και η κορούλα της, η Φοίβη, είναι τεσσάρων χρόνων. «Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά μήπως θα μπορούσες να έλθεις για λίγες ώρες, το βράδυ της παραμονής, για να κρατήσεις την Φοίβη; Είναι πολύ σημαντικό για μένα. Δεν θα αργήσω και μετά μπορείς να βγεις. Κερνάω εγώ μετά την έξοδο σου». Το μήνυμα την βρήκε με την κολλητή της την ώρα που έκανε το «εορταστικό μανικιούρ». «Θα αστειεύεται βέβαια». Για όλα τα λεφτά του κόσμου, δεν χάνει την έξοδο αυτή. Θα είναι και «εκείνος».

Πιάνει το τηλέφωνο για να πει «ευχαριστώ, αλλά…». Το σηκώνει η κυρία Γεωργία. «Χρόνια Πολλά, πώς περάσατε τα Χριστούγεννα; Ωπ περίμενε, θέλει να σου μιλήσει η Φοίβη. Μου παίρνει το τηλέφωνο από τα χέρια». «Γιάθου. Χλόνια Πολλά. Θα έλθειθ αύλιο παλέα μου; Θ’αγαπώ πολύ πολύ. Θε λατλεύω!». Όλα αυτά ποτάμι. Εκεί που ήταν έτοιμη να αρνηθεί ευγενικά, έχασε τα λόγια της. Το κάστρο κατελήφθη εξ εφόδου. «Θα έλθω, κούκλα μου». Η φίλη της δεν πίστευε στα αυτιά της. «Καλά εί σαι χα ζίιιι;». Απάντησε κοφτά με τρόπο που δεν σήκωνε πολλά πολλά. «Θα πάτε εσείς και θα έλθω», της είπε κοφτά.

Την επόμενη μέρα, από το μεσημέρι και μετά άρχισαν οι προετοιμασίες. Ούτε νύφη! Κανονικό μποτέ… Είπαμε θα είναι και «ποφτός» το βράδυ. Στολίστηκε και ξεκίνησε για το σπίτι της μικρής. Εκείνη μόλις την είδε έκανε σαν τρελή. Σα να είχε δει τη νεράιδα του παραμυθιού. Εκεί που την είχε συνηθίσει με φόρμες, άβαφη, τώρα την έβλεπε μια κούκλα σημαιοστολισμένη. Δεν χόρταινε να την βλέπει.

Η μαμά έφυγε βιαστικά με την υπόσχεση να γυρίσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κούκλα και αυτή! Η μικρή ζούσε ένα όνειρο. Έπαιξαν για λίγο. Έκανε ότι την στόλιζε και την έβαφε και εκείνη. Γρήγορα κουράστηκαν. Κάθισαν αγκαλιά στον καναπέ, έσβησαν τα φώτα και απολάμβαναν τα φωτάκια που αναβόσβηναν στο μεγάλο δέντρο. Έβαλαν να δουν το «πολικό εξπρές». Πριν καλά καλά ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι με το τρένο τα μάτια της μικρής έκλεισαν. Κοιμόταν εκεί στην αγκαλιά της γουργουρίζοντας ευτυχισμένη. Η Άννα ισορροπούσε ανάμεσα στην ευτυχία της στιγμής και στην προοπτική του νυχτερινού ξεσαλώματος. Δεν άργησαν να κλείσουν και τα δικά της μάτια.

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε καθίσει έτσι. Άνοιξε τα μάτια της και είδε την κουρτίνα του σαλονιού να ανεμίζει. Θα έπαιρνε όρκο ότι την είχε βρει κλειστή. Μπροστά στο δέντρο, σκυμμένος, βρισκόταν ένας νέος άντρας. Πήγε να φωνάξει αλλά δεν της έβγαινε η φωνή. Εκείνος την κατάλαβε και γύρισε, την κοίταξε με ένα ήρεμο χαμόγελο, βάζοντας το δάχτυλο μπροστά στο στόμα, σε σήμα «ήσυχα, μην φωνάξεις». Έγνεψε προς την μικρή που κοιμόταν αμέριμνη. Η μορφή του της φαινόταν γνωστή και δεν της γεννούσε κάποια ανησυχία. Γύρισε και κοίταξε την φωτογραφία από την γάμο της κυρίας Γεωργίας. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος! Σάστισε. Εκείνος φαινόταν να διασκεδάζει με την σαστιμάρα της. Άφησε ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο «για δώρο» κάτω από το δέντρο και ένα μικρούτσικο σε ένα από τα κλαδιά. Σηκώθηκε ήρεμα, πλησίασε στον καναπέ, πέρασε το χέρι του πάνω από την Φοίβη που κοιμόταν, σε ένα αόρατο χάδι. Εκείνη σα να ανατρίχιασε μέσα στον ύπνο της.

Ύστερα γύρισε και χαμογέλασε στην Άννα. Της έγνεψε «αντίο» και βγήκε από την πόρτα του μπαλκονιού. Πετάχτηκε όρθια, ξυπνώντας για λίγο την μικρή, που κάτι μουρμούρισε και μετά ξαναβολεύτηκε στον καναπέ συνεχίζοντας τον ύπνο της. Η μπαλκονόπορτα ήταν κλειστή. Έξω ακουγόταν πυροτεχνήματα και κόρνες. Ο χρόνος είχε αλλάξει και ο κόσμος πανηγύριζε γεμάτος ελπίδα.

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μήπως είχε ονειρευτεί; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Κοίταξε το δέντρο. Το μεγάλο κουτί βρισκόταν στη βάση του δέντρου. Το μικρό στα κλαδιά. Ακριβώς εκεί που τα είχε αφήσει ο επισκέπτης. Δεν είχε ονειρευτεί λοιπόν. Αλλά πώς;

Κλειδιά ακούστηκαν στην πόρτα. Η κυρία Γεωργία ήταν συνεπής στην υπόσχεση της. Δεν άργησε. Μίλησαν ψιθυριστά για να μην ξυπνήσουν την μικρή. Η Άννα μιλούσε με πάθος περιγράφοντας όσα είχαν συμβεί. Πλησίασε το δέντρο και πήρε στα χέρια της το μικρό κουτάκι. Το άνοιξε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μέσα σε αυτό βρισκόταν μια βέρα. Ίδια με αυτή που φορούσε στο χέρι της και ένα χαρτί γραμμένο με ένα καλλιγραφικά γράμματα «συνέχισε». Κάθισαν δίπλα δίπλα στον καναπέ, σαν παλιές φίλες, και της είπε για έναν άντρα που είχε γνωρίσει στη δουλειά και που φαινόταν ότι θα ήταν καλός σύντροφος για εκείνη και πατέρας για την κόρη της. Είχε πολλούς ενδοιασμούς, γιατί θεωρούσε ότι ήταν πολύ νωρίς για να κάνει αυτό το βήμα…

«Τώρα ξέρεις…» της είπε με μια σοβαρότητα δυσανάλογη προς την ηλικία της. Σηκώθηκε την φίλησε και της είπε ότι ήταν σίγουρη πως η νέα χρονιά θα ήταν μια καλή χρονιά για εκείνη και την κόρη της. Έδωσε ένα φιλί και στην μικρή, φόρεσε το παλτό της και έφυγε χαμογελαστή για να πάει να βρει την παρέα της και … τον «ποφτό».


Θα είναι μια πραγματικά καλή χρονιά. Το εύχομαι για όλους μας.

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Crash Test δέκα σημείων. Santa Claus VS Άγιος Βασίλης

Τελικά Άγιος Βασίλης ή Santa Claus; Κάναμε crash test δέκα σημείων και σας το παραθέτουμε.

Προσωπικά ψηφίζω τον πρώτο.

1. Ο Άγιος Βασίλης είναι βεντέτα, όπως ταιριάζει σε έναν άγιο του βεληνεκούς του. Έρχεται και δεν μας καταδέχεται. Μην βλέπεις που οι άλλοι έχουν το Hollywood από πίσω και τους κάνει αβάντες.

2. Έρχεται από την Καισαρεία και λογικά φέρνει μαζί του παστουρμάδες και σουτζούκια, που είναι πιο κοντά στη γεύση και την κουλτούρα μας. Όχι από τον Βόρειο Πόλο φέρνοντας που στο τσακίρ κέφι, παράγει … παγάκια.

3. Είναι σεμνά ντυμένος και φυσικά δεν φοράει ερυθρόλευκα που αγριεύουν την ΠΑΟΚτσίδικη ψυχή μας.

4. Μας αγαπάει. Δεν βάζει όρους και προαπαιτούμενα. Δεν είναι σαν το Eurogroup, ας πούμε. Δεν ρωτάει, ας πούμε, να μάθει “who’s been naughty and who’s been nice”. Δώρα σε όλο τον κόσμο. 

5. Δεν έρχεται από την καμινάδα σαν τον κλέφτη. Μπορεί λοιπόν να καλύψει το target group όλων ημών που δεν έχουμε τζάκι και χρησιμοποιούμε φυσικό αέριο για την θέρμανση μας και αδίκως περιμένουμε τόσα χρόνια, τον χοντρό να κατέβει.

6. Σέβεται τον θεσμό της οικογένειας. Δεν είναι κανένας μπερμπάντης. Δεν θα ακούσεις ποτέ ένα παιδί να λέει “I saw mommy kissing Άγιος Βασίλης”. Δεν κάνει τέτοια ο δικός μας.

7. Έρχεται με τα πόδια και γι αυτό είναι στυλάκι. Ούτε έλκηθρα, ούτε Ρούντολφ με κόκκινες μύτες, φωτεινές. Ούτε γάλατα, ούτε μπισκότα, δίπλα στο δέντρο. Santa μου, αν είναι για ένα δωράκι να με πιείς το γάλα και να με φας τα μπισκότα, δεν κάναμε τίποτα…

8. Έχει όνομα σοβαρό. «Άγιος Βασίλειος». Όχι Σάντα. Εμείς την Σάντα την έχουμε έξω από την Θεσσαλονίκη και δεν την προτιμούμε. Δεν είναι τυχαίο το παλαιό φανταρίστικο σύνθημα «καλύτερα κομάντα παρά στη Νέα Σάντα».

9. Ο Άγιος Βασίλης είναι μορφωμένος, «Μέγας», διδάσκαλος. Ο Santa ένα ΧΟ ΧΟ ΧΟ ξέρει να λέει. Ούτε καν Χ.Ο. που θα μας έβρισκε τα τηλέφωνα που ψάχνουμε.


10. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό. Όταν εμείς λέμε ότι «ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει», εννοούμε φυσικά το πόσο υπέροχος είναι και όχι ότι το ότι κυριολεκτικά «δεν υπάρχει». Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Santa. Sorry folks

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Δεύτερα μέρα Χριστουγεννων

Pacta sunt servanda, όσα συμφωνήσαμε τηρήθηκαν. Ήταν μια όμορφη Χριστουγεννιάτικη γιορτή στο σπίτι, παρέα με τους ανθρώπους που αγαπούμε. Το μεσημεριανό εορταστικό τραπέζι τελείωσε κατά τις εννέα το βράδυ!

Κάθομαι στο σαλόνι με μόνο φως τα φωτάκια του δέντρου που αναβοσβήνουν. Από ότι μπορώ να δω, η διακόσμηση έχει αλλάξει. Δύο μεγάλα τραπέζια με λευκά λινά τραπεζομάντηλα, στέκονται στη μέση το σαλονιού. Επάνω τους, υπολείμματα Χριστουγεννιάτικης διακόσμησης και λεκέδες από κρασί. Κάτι σαν το “before” στην διαφήμιση του Essex, την συνδρομή του οποίο σύντομα θα ζητήσουμε.

Όλοι κοιμούνται και εγώ πάω πασπατεύοντας, μέσα στα σκοτάδια, για να βρω το laptop, χωρίς να τους ξυπνήσω. Με χίλια ζόρια το βρίσκω. Ήταν κάτω από κάτι μαξιλάρια με Χριστουγεννιάτικό κέντημα. Πού να είναι άραγε τα γυαλιά μου; Αδύνατο να βρεθούν. Θα την παλέψω μεγαλώνοντας τα γράμματα σε διάσταση που τα κάνει ορατά και από το φεγγάρι.

Πηγαίνω στην κουζίνα και βλέπω το ποτηρόδασος. Βρίσκεται λίγο πριν από την κοιλάδα με τα ταψιά και την γάστρα, δυτικά των υψωμάτων των πιάτων. Στο βάθος του ορίζοντα τα «καλά» μαχαιροπίρουνα, αντανακλούν το φως της λάμπας και βιώνουν την δική τους ανατολή. Ωραία γεωγραφία!

Επιστρέφω στο σαλόνι. Μέσα στο κεφάλι μου ακούγεται Βοσκόπουλος! «Απόψε Χριστούγεννα στην πόλη, παιδιά και ονειροπόλοι». Special note to myself. Το τραγούδι που ακουγόταν την ώρα που σε πήγε ο ύπνος χθες βράδυ, όταν ξεράθηκες στην πολυθρόνα, είναι αυτό το οποίο θα παίζει στο κεφάλι σου, το επόμενο πρωί. Γι αυτό να είσαι προσεχτικός.

Πρέπει να πω ότι η απόφαση του Eurogroup του σπιτιού που έθετε ως προαπαιτούμενο, την βρώση τουλάχιστον μιας μερίδας άνοστου πουλιού για την εκταμίευση της δόσης της γέμισης, τηρήθηκε με αυστηρότητα. Ίσως στο μέλλον να πρέπει να φανούμε πιο ελαστικοί δίνοντας έκτακτο συμπληρωματικό επίδομα γέμισης στους συνδαιτημόνες μας που δοκιμάστηκαν ακόμα σκληρότερα τρώγοντας λευκό στήθος αντί για μπούτι. Είναι κάτι που χρήζει διερεύνησης. Σκέφτομαι επίσης από του χρόνου, να εντάξουμε στα προαπαιτούμενα και τις σαλάτες. Δύο στρέμματα περιβόλι έπλυνα και έκοψα με το χέρι, όπως κάνουν οι Chef στα καλά εστιατόρια και τις τηλεοράσεις. Τα χέρια μου έγιναν σαν της νοικοκυράς πριν εφευρεθεί το AVA special – ένα καλλυντικό στην κουζίνα σας. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας ενημερώσω ότι αυτό το post περιέχει τοποθέτηση προϊόντων. Πολλά τα έξοδα τα εορτών και δεν βγαίνω μάνα μου…

Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα περισσευμάτων. Τρως τα ίδια με την γιορτή, μόνο που το κάνεις φορώντας μπιτζάμες, φόρμες, ρόμπες. Βλέπεις πώς δείχνει η γαλοπούλα (Θεέ μου δεν θα τελειώσει ποτέ;) όταν την τρως στο πιάτο το καθημερινό και τι γεύση έχει το κρασί, όταν το πίνεις στο ταπεινό κολονάτο ποτήρι της κουζίνας.

Φέτος εμπλουτίζω την ημέρα αυτή, με βίντεο στο Youtube από συναυλίες του Ντέμη Ρούσσου. Ο άνθρωπος αυτός έκανε μερικές εξαιρετικές ενδυματολογικές επιλογές, οι οποίες, μετά το πέρας των εορτών, πιστεύω ότι θα μου φανούν πολύ χρήσιμες…

Η ώρα περνάει. Πάω να φτιάξω καφέ, για να έχω κάπου να βουτήξω το panettone μου. Ναι εμείς, από μικροί, δεν νιώθαμε Χριστούγεννα αν δεν τρώγαμε panettone. Μετά θα βάλω να ακούσω τον μεγάλο τενόρο Mario Lanza και θα κατευθυνθώ προς την κουζίνα για τα περαιτέρω.


Και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά και αν γίνεται και καλύτερα.

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Να τα πούμε;

Κάλαντα δεν έλεγα όταν ήμουν πολύ μικρός. Λίγο η γειτονιά που δεν ήταν ακριβώς γειτονιά, ήμουν και ντροπαλός, το project δεν δούλευε. Τα είπα μόνο στην πέμπτη και έκτη του δημοτικού, ξεψαρώνοντας λίγο με την βοήθεια των φίλων μου.

Ήμασταν μια υπέροχη τριάδα. Βρεθήκαμε και πάλι μετά από πάρα πολλά χρόνια μέσα στο fb. Δεν τους tagάρω γιατί έχουν γίνει πια μεγάλοι και τρανοί και μπορεί να μην θέλουν να μαθαίνει ο κόσμος τι έκαναν στα νιάτα τους… Ήμασταν, που λες,  μαζί στο σχολείο, μαζί στο ποδόσφαιρο δίπλα από τα μάρμαρα του Διοικητηρίου, μαζί και στα κάλαντα. Η ομάδα είχε μόνο ένα προβληματάκι. Ο ένας από τους τρεις ήταν καλλίφωνος και ήξερε να παίζει και μουσικό όργανο. Την εποχή εκείνη το μουσικό όργανο στο δημοτικό, ήταν η μελώδικα. Πρόβλημα μεγάλο καθώς αυτός που μπορούσε να τραγουδήσει καλά, έπρεπε να φυσάει και το κακόφωνο όργανο. Ο δεύτερος της παρέας είχε επίσης αρκετά καλή φωνή και έτσι λίγο το έσωζε το πράγμα. Η αφεντιά μου ήταν και είναι ότι πιο φάλτσο έχετε ακούσει στη ζωή σας. Μπορώ να φαλτσάρω ακόμα και στον εθνικό ύμνο. Έψαλα τα κάλαντα όμως με όλη μου την δύναμη και όποιον έπαιρνε ο χάρος.

Παραμονή Χριστουγέννων, καλή ώρα σαν και σήμερα, κάναμε την προσυγκέντρωση στο σπίτι μου. Η μαμά μου μας κερνούσε γλυκά, να πάρουμε δύναμη, κατά πώς έλεγε, και κάναμε όπως όπως μια πρόβα ακούγοντας κάλαντα από ένα σαρανταπεντάρι δισκάκι, στο αρχαίο Philips πικαπ, που γινόταν και βαλιτσάκι! Εξορμούσαμε μετά στο μεγάλο ταξίδι για το χαρτζιλίκι των γιορτών. Πρώτα στην πολυκατοικία. Σιγουράκι. «Αχ, Παναγιωτάκη, τι ωραία που τα λέτε με τους φίλους σου. Συμμαθητές είσαστε;» και να ένα καλό μπαξίσι αφού ήμασταν και γνωστοί και μάλλον ντρέπονταν τους γονείς μου. Μετά βγαίναμε στον δρόμο. Ανεβαίναμε στον τελευταίο όροφο κάθε πολυκατοικίας με το ασανσέρ και κατεβαίναμε με τα πόδια χτυπώντας κουδούνια και λέγοντας κάλαντα. Οι περισσότεροι  μας άνοιγαν. Κάποιες φορές ακούγαμε πίσω από την πόρτα «μην ανοίγεις, μην ανοίγεις». «Να τα πούμε;» «Πείτε τα, πείτε τα» και σπάνια «Μας τα είπαν»…  Απαράβατος κανόνας «να τα λέμε όλα». No short version. Ήμασταν τίμιοι προς τους «πελάτες».

Καμιά φορά διασταυρωνόμασταν με άλλες ομάδες «καλαντάριδων». «Στον πέμπτο να πάτε, είναι μια γιαγιά, δίνει πολλά!». Κάποιοι όντως έδιναν καλό χαρτζιλίκι, κάποιοι άλλοι φραγκοδίφραγκα και καμιά καραμέλα. Θυμάμαι παππούδες και γιαγιάδες ανήμπορους να σέρνονται μέχρι την είσοδο και να βλέπουν συγκινημένοι σε εμάς, τα εγγόνια τους που ήταν μακριά. Νέους γονείς με το μωράκι στην αγκαλιά, να στέκουν όλο καμάρι και να ακούν για τον νοικοκύρη του σπιτιού, που του ευχόμαστε να ζήσει χίλια χρόνια.

Το μεσημέρι κουρασμένοι και παγωμένοι γυρίζαμε στο σπίτι. Σε μια είσοδο πολυκατοικίας κάναμε την μοιρασιά. Οι τσέπες βροντούσαν και ανακοινώναμε όλο καμάρι τον τζίρο του «μαγαζιού».


Καλά Χριστούγεννα με πολλά χαρούμενα κάλαντα στην πόρτα σας.