Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ξέρεις από slefie;

Θέλει τέχνη η selfie. Δεν μπορεί να την βγάλει επιτυχώς ο καθένας.

Μελέτες έδειξαν ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός που βρίσκεται κάτω από την ηλικία των 25 ετών και μεγάλωσε δίπλα σε  ένα κινητό τηλέφωνο, έχει το ένα του χέρι μεγαλύτερο από το άλλο για να μπορεί να παίρνει την selfie την καλή.  

Αλί σε μας τους φίφτι σάμθινγκ που όταν έρχεται η ώρα της αυτοφωτογράφισης παθαίνουμε πανικό. Δεν είναι μόνο ανατομικό το πρόβλημα, με τα ισομήκη χέρια. Στις ελάχιστες προσπάθειες που έχω κάνει να βγάλω selfie απέτυχα οικτρά. Μου πήρε μια ώρα να μπορέσω να βρω πού είμαι εγώ και πού κοιτάει η κάμερα. Αγωνίστηκα με πάθος να μπω ολόκληρος στο κάδρο και όταν τα κατάφερα είχα το ύφος τους τερματοφύλακα που αγωνιά πριν από το πέναλτι. Φυσικά, για να βάλω και άλλους μαζί μου ούτε συζήτηση. Μου ερχόταν να φωνάξω, παραφράζοντας τον Βέγγο, «ξέρεις από selfie;» μπας και έλθει να με βοηθήσει κανένας Χριστιανός. Όταν επιτέλους πάτησα το κουμπί και γύρισα στην οθόνη να δω τι ψάρια έπιασα, διαπίστωσα ότι η κίνηση του δαχτύλου για να πατήσει το κουμπάκι με είχε αφήσει με ένα μάτι, ένα αυτί ενώ παρουσίαζε ως κύριο θέμα τον σκουπιδοτενεκέ πίσω μου.

Σήμερα το πρωί στη θάλασσα είχα δίπλα μου μια παρέα πιτσιρικάδων. Δεν θα πω «νέων» για ευνόητους λόγους. Εκεί που καθόταν και μιλούσαν σχολιάζοντας την επικαιρότητα κάθε τόσο κάποιος έβγαζε το κινητό του, έδινε μια παράξενη γωνία στον καρπό του και τραβούσε φωτογραφία όλη την παρέα. Η οποία παρέα, προφανώς εκπαιδευμένη, σταματούσε ότι έκανε και έλεγε και έπαιρνε την επίσημη selfoφατσα της. Μετά με κοφτές κινήσεις έκαναν τη φωτογραφία share σε όποιο από τα social media αγαπούσε ο καθένας και μετρούσε αντιδράσεις. Η όλη προσπάθεια έπαιρνε δευτερόλεπτα. Σκεφτόμουν, όχι χωρίς φθόνο, ότι ο δικός μου καρπός δεν μπορεί να πάρει αυτή τη γωνία. Αν έπαιρνε σίγουρα θα καθόμουν γωνιά Τσιμισκή και Αριστοτέλους και θα ζητιάνευα, μυρίζοντας τα τσουρέκια του Τερκενλή «ελεήστε τον παραμορφωμένο». Άσε που δεν έχω selfόφατσα.


Γι αυτό σε λέω. Θέλει αρετή και τόλμη (και εκπαίδευση φυσικά) η καλή η selfie

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Αντίο Ζωίτσα

Πάει και η Ζωίτσα. Κάποτε όταν λέγαμε Ζωή σκεφτόμασταν αυτήν. Μετά ήλθε η άλλη η γκεσταπίτισσα και έτσι, αυτήν που συμπαθούσαμε, την είπαμε Ζωίτσα για να την ξεχωρίζουμε. Η τρίτη του ονόματος, η Ζωζώ, έχει το δικό της trademark και δεν της το παίρνει κανείς.

Τη γνώρισα μέσα από  τις ταινίες της. Πρόσωπο δροσερό, κορμί άλλων προδιαγραφών. Καθαρόαιμο. Δεν τις έβγαζαν έτσι τότε τις γυναίκες στην Ελλάδα.  «Εγχώρια εφάμιλλα των Ευρωπαϊκών» που έλεγαν οι διαφημίσεις της εποχής για ποιοτικά προϊόντα…  

Δεν θα έλεγα ότι είχε κανένα μεγάλο υποκριτικό ταλέντο. Ήταν όμως μια κατηγορία από μόνη της. Στιλάτη με class, που όμως στοίχειωνε τα όνειρα των ανδρών της εποχής της. Και ήταν μια εποχή που ο κινηματογράφος και η μουσική στην Ελλάδα είχε να δείξει πρόσωπα μαγικά. Ήταν τότε που η Ελλάδα ήταν της μόδας, σε όλο τον κόσμο. Οι ξένοι γνώριζαν τις αρχαιότητες, τον γαλάζιο ουρανό και το άσπρο μπλε του Αιγαίου. Θαύμαζαν τη Μελίνα και τον Σεφέρη. Άκουγαν τον Μίκη και τον Μάνο. Χόρευαν με τον Ζορπά και το συρτάκι. Έτρωγαν τζατζίκι και mousakas.

Δεν ήταν το κορίτσι της διπλανής πόρτας, με την τσαχπινιά τη Αλίκης. Δεν είχε το ταλέντο και την μεσογειακή ομορφιά της Τζένης. Ήταν η Ζωίτσα των λαϊκών αναγνωσμάτων, των θυελλωδών ρομάντζων και των έξαλλων πάρτι. Η φωτογραφία της βρισκόταν στο πορτοφόλι του φαντάρου στην δεκαετία του εξήντα και μέσα στις σελίδες ενός από τα πρώτα τεύχη του Ελληνικού Playboy στη δεκαετία του ογδόντα.


Λαμπερή μέχρι το τέλος, κατάφερε να μας εκπλήξει με ένα θάνατο ξαφνικό, που κράτησε την ανάμνηση της συνεπή ως προς την εικόνα που είχαμε γι αυτήν. Ο Θεός ας την αναπαύσει. 

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Old news

-         - Τι έγινε;
-          - Κι άλλο φορτηγό έπεσε επάνω στον κόσμο.
-         - Λονδίνο; Παρίσι; Κάνες;
-         - Στη Βαρκελώνη αυτή τη φορά. Αλλά δεν ήταν μεγάλο φορτηγό. Ήταν πιο μικρό.
-         -  Είχε νεκρούς; Πόσους;
-         - Δώδεκα. Δεκατρείς.

Δεν έχει πλέον σημασία. Δεν θα βάψουμε τα προφίλ μας με τα χρώματα της Ισπανικής σημαίας. Δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν τα χρώματα από την προηγούμενη φορά… Αλήθεια, ποια ήταν η προηγούμενη φορά;  Δεν θα ρωτάμε έντρομοι, όπως μετά το Μπατακλάν, αν τους πιάσανε και πώς είναι τα πράγματα στην πόλη. Διέφυγε ζωντανός ο δράστης; Τον σκότωσαν; Δεν έχει σημασία σου λέω. Συνηθίσαμε.

Θα συγκινηθούμε για λίγο. Θα αγανακτήσουμε. Θα το συζητήσουμε το πρωί στη θάλασσα. Θα δούμε τα έκτακτα δελτία και θα γυρίσουμε στην καθημερινότητα μας. Ηλιοβασιλέματα και ποδαράκια στην παραλία. Χταποδάκια και ουζάκια στις ταβέρνες. Οι φωτιές και ο Αλέξης που απουσίαζε. Οι φωτιές και ο Κυριάκος που ήταν εκεί αλλά δεν είχε σημασία. Βάλε και λίγο την ομαδάρα που πήρε ή δεν πήρε τους παιχταράδες και ξεκινάει την πορεία στης Ευρώπη. Βάλε και τον ΕΝΦΙΑ που πλησιάζει. Θα ανοίξουν και τα σχολεία.

Μάλλον πρέπει να βρουν κάτι νέο για να μας εντυπωσιάσουν οι τρομοκράτες. Old news και το θέ(α)μα δεν πουλάει. Ζούμε στην εποχή της υπερπληροφόρησης. Καταναλώνουμε ειδήσεις σαν τον θεατή του multiplex που κατεβάζει μια παλέτα ποπ κορν στην διάρκεια της ταινίας. Δεν εντυπωσιαζόμαστε πλέον από την είδηση που την έχουμε εξαργυρώσει στο μυαλό μας πριν ακόμα γίνει είδηση. Μετράμε μόνο τα μεγέθη. Πόσοι οι νεκροί; Ήταν πιο πολλοί από την άλλη φορά ή λιγότεροι. Πόσα τα καμένα στρέμματα;  Τίποτα δεν σε εντυπωσιάζει εκτός αν είσαι αυτός που ξεκίνησε για καφέ στο πεζόδρομο της Βαρκελώνης και κατέληξε στο νοσοκομείο ή στο νεκροτομείο. Εκτός αν ανοίξεις την τηλεόραση και δεις τον δικό σου άνθρωπο μέσα στα αίματα, να του σκεπάζουν με ένα σεντόνι το πρόσωπο.

Άραγε ο δράστης νιώθει δικαιωμένος από το αποτέλεσμα της πράξης του ή ξαφνικά ξύπνησε και μεταμεληθείς επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια εις τους πρεσβυτέρους, λέγων ήμαρτον παραδόσας αίμα αθώoν. 


Τι κάθεσαι και με γράφεις τώρα. Έλα αρχίζει το ματς.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Της Παναγίας σήμερα!

Ξημέρωσε η γιορτή της Παναγίας. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η σχέση των Ελλήνων με την Παναγία. Μάνα και φίλη. Στήριγμα στα δύσκολα. «Βοήθα Παναγιά μου». Η πρώτη που θα ευχαριστήσουμε (αν θυμηθούμε να ευχαριστήσουμε) για τα καλά. «Ευχαριστώ Παναγία μου». Έχω και διάφορα άλλα με τα οποία μερικοί συνοδεύουν το όνομα της αλλά δεν είναι της ώρας…

Τη νιώθουμε τόσο δικιά μας που της έχουμε δώσει εκατοντάδες ονόματα να συνοδεύουν το δικό της. Μερικά πολύ ιδιαίτερα και ευφάνταστα. Θυμάμαι το σοκ που είχα πάθει όταν, πριν από χρόνια, είχα επισκεφτεί το μοναστήρι της Παναγιάς της Κουνίστρας στην Σκιάθο.  

Μην ξεχνάμε ότι τα αποτελέσματα της Πάνω Παναγιάς, Κάτω Παναγιάς και Δώθε Παναγιάς κρίνουν τα αποτελέσματα των εκλογών με τον τρόπο ανάλογο με της Ρηνανίας και Κάτω Βεστφαλίας…

Την ημέρα αυτή γιορτάζουν οι Μαρίες. Η Μαρία είναι η θηλυκή βεντέτα των ονομάτων. Κάτι σαν Κώστα + Γιάννη + Γιώργο μαζί σε ένα. Είναι παντού.

Η Μαρία γεννά πάθη και έρωτες. Κάθετε ο Μητσιάς και τραγουδάει ότι μόνος του στην μπυραρία, ονειρεύεται τη νύχτα που την πρωτοφίλησε.

Το όνομα αυτό δεν έχει αρσενικό. Εκτός αν είσαι Ιθπανός και σε λένε αθ πούμε Χοθέ Μαρία (Μαργκάλ;). Ή αν η γιαγιά σου δεν είχε θηλυκό εγγόνι και σε είπαν Μάριο. Τι να πω; Όλα για τους ανθρώπους τα έδωσε ο Θεός…

Στις δεκαπέντε Αυγούστου γιορτάζει και ο Παναγιώτης. Πώς λέμε Μαρία; Καμία σχέση. Οι άνθρωποι που φέρουν το περίεργο αυτό όνομα, που απαντάται μόνο στην Ελλάδα, είναι λίγοι και (ίσως και) καλοί. Καταδικασμένοι στην σιωπή που τους έχει επιβληθεί στην περιοχή του Μπίθουλα “Σιλάνς Παναγιωτάκης». Άνθρωποι γαλαντόμοι που χαρίζουν το όνομα τους και εκεί που δεν ανήκει «Θα πεις τον Δεσπότη Παναγιώτη». Άνθρωποι που γενούν θετικά συναισθήματα. Ο Παναγιώτης αποκαλείται και Πάνος. Ουδέποτε όμως Κάτος.

Σήμερα λοιπόν ημέρα γιορτής. Τα παλιά τα χρόνια ο κόσμος έστελνε στους εορτάζοντες τούρτες και λουλούδια. Οι καιροί είναι πλέον χαλεποί. Ένα tag στα social media σε καμμιά κατοσταριά από τους «τιμώμενους» και έξω από την πόρτα. Κάτι σαν τις παρακλήσεις «υπέρ υγείας» που βάζεις τον παππά να λέει και να λέει και στο τέλος τρώει τα μισά και γιατί δεν τα είπες όλα πάτερ και δεν είναι σωστό και δεν πιάνει έτσι η ευχή και άει στο καλό κολάστηκα με εσάς εδώ μέσα.


Το μυαλό μου σήμερα στις Μαρίες της ζωής μου. Αυτή που δεν είναι πλέον μαζί μας (αλλά είναι πάντα στο μυαλό και την ψυχή μας) και σε αυτή που μεγαλώνει και ανθίζει δίπλα μας. Να τις έχει ο Θεός καλά.

Φωτιές

Για μια ακόμα χρονιά φωτιές καίνε ότι έμεινε άκαυτο τα προηγούμενα χρόνια. Υπέροχα κομμάτια φύσης καταστρέφονται. Ανθρώπινες ζωές κινδυνεύουν. Περιουσίες χάνονται.

Είναι ώρα να ανασκουμπωθούμε και να δούμε τι μπορεί να σωθεί. Αντί για έργα όμως, μόνο λόγια. Λόγια. Λόγια.

Αυτοί στους οποίους έχουμε εμπιστευτεί τις τύχες μας, αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων. Προσπαθούν να διαχειριστούν επικοινωνιακά την ανικανότητα τους, αντί να κάνουν έστω και την τελευταία στιγμή τη δουλειά τους.

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα. Δεν είναι η πρώτη φορά. Ο στρατηγός άνεμος λογικά μετά από τόσα χρόνια θα έπρεπε να είχε αποστρατευτεί. Δυστυχώς φαίνεται να έχει επανέλθει δριμύτερος στην υπηρεσία.

Κυνήγι μαγισσών και κατασκευή εχθρών. Τσομπάνηδες βόσκουν κοπάδια αποδιοπομπαίων τράγων.

Κούνημα δαχτύλου και αλαζονεία από αυτούς που θα έπρεπε να σκύψουν ταπεινά το κεφάλι, να ζητήσουν συγνώμη και να πάνε σπίτια τους ντροπιασμένοι.


Όταν με το καλό φύγουν αυτοί, θα έλθουν οι άλλοι και θα συνεχίσουν να ψάχνουν εχθρούς μέσα στα αποκαΐδια και τρόπους να διώξουν από πάνω τους τις ευθύνες. Η επιτυχία έχει πολλούς πατεράδες, η αποτυχία είναι ορφανή. 

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Παραθεριστικό καλοκαίρι

Λατρεύω τα μέρη τα παραθεριστικά. Όχι τα μέρη των διακοπών των λίγων ημερών αλλά εκείνα που πας και περνάς όλο το καλοκαίρι. Που το κάνεις σπίτι σου για τρεις μήνες. Για όλους εμάς που δεν ευλογηθήκαμε να έχουμε «χωρίο», αυτό είναι το χωριό μας.

Ξυπνάω πρωί και πάω να πάρω ψωμί. Κάθε μέρα διασταυρώνομαι με ένα τύπο που κάνει τζόκινγκ. Είναι διαφορετικός κάθε φορά. Δεν το φανταζόμουν ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί που κάνουν τζόγκινγκ στην Ελληνική ύπαιθρο το έτος 2017. Πολλές φορές μου περνάει από το μυαλό ότι παίζω σε ένα ιδιότυπο Τρούμαν σόου και κάποιος βάζει έναν τέτοιο χαρακτήρα μέσα στο κάδρο για συμπληρώσει το σκηνικό.

Από μακριά ακούγεται ένα μωρό που κλαίει. Από ένα ανοιχτό παράθυρο μια γυναίκα που «ψέλνει» τον άντρα της. Ένας παππούς σέρνει τα πόδια του για να φτάσει στον ίδιο προορισμό με εμένα. Τα σέρνει με τον ίδιο τρόπο που τα σέρναμε μικροί, όταν περπατούσαμε και κλοτσούσαμε ένα άδειο πακέτο σα να τριπλάραμε με μια μπάλα ποδοσφαίρου. Η μπάλα πλέον δεν υπάρχει και ο παίκτης χαίρεται και μόνο που τον βαστάνε τα πόδια του για να πάει στον προορισμό του.

Φτάνω στο μικρό μαγαζάκι που είναι πρατήριο άρτου αλλά έχει και λίγα είδη μπακαλικής.  Ανακούφιση για τους μεγαλύτερους που δεν πρέπει να οργανώνουν σχέδια μεταφοράς στο κέντρο του χωριού, για ψώνια. Μπροστά μου μια γιαγιά με μπουρνουζένιο φόρεμα, ελέγχει την ημερομηνία σε όλα τα γάλατα του ψυγείου πλησιάζοντας τα, ένα ένα, στο δεξί μάτι. Αγαπώ τις γιαγιάδες με τα μπουρνουζένια φορέματα, απομεινάρια κάποια άλλης εποχής, εκτός και αν έφεραν και τέτοια οι Κινέζοι.

Κάθε σπίτι από αυτά τα παλιά τα εξοχικά, είναι γεμάτο με σκελετούς παλαιοτέρων χρόνων. Ένα σαμπουάν αρχαίο, σε συσκευασία νταμιτζάνας που δεν λέει να τελειώσει καθώς χρησιμοποιείται λίγες μέρες κάθε χρόνο. Αγοράστηκε για «λιπαρά μαλλιά» και τώρα πλέον μπορεί να μην υπάρχουν μαλλιά. Η εταιρεία έχει αλλάξει δύο φορές συσκευασία από τότε, αλλά αυτό εκεί σταθερό να δένει με τα πλακάκια του μπάνιου. Φερ φορζέ πολυθρόνες και τραπέζια στα μπαλκόνια και στις βεράντες. Μαξιλαράκια πολύχρωμα και άρωμα από δεκαετία του εβδομήντα. Στυλ πίνουμε βερμούτ και παίζουμε κουμκαν στις κυρίας Λελές…

Το καλοκαίρι θέλει μπάνια και ο καθένας αυτό το μεταφράζει όπως θέλει και μπορεί. Όσο μεγαλώνεις τόσο πιο νωρίς θέλεις να πηγαίνει για μπάνιο. Καμιά φορά θα διασταυρωθούν στον δρόμο, οι νέοι που γυρίζουν από τη νυχτερινή διασκέδαση στην παραλία με τους παππούδες που έχουν βάλει την πετσέτα στον ώμο και κατηφορίζουν για τη θάλασσα. Αργό το βήμα αλλά μέχρι να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα, θα έχουν φτάσει! Διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για το πόσο υπέροχη είναι η θάλασσα την ώρα αυτή. Τα χρόνια τους να φτάσουμε για να το μάθουμε…

Ξεχωριστές είναι οι Κυριακές, στα μέρη αυτά. Κοντοβράκιδες παραθεριστές διασταυρώνονται με κυρίες κάποιας ηλικίας, στολισμένες λατέρνες έτοιμες για την εκκλησία. Περιμένουν να περάσει να τις πάρει η φίλη με τον άντρα της που ακόμα οδηγεί. Κρατούν στο χέρι βεντάλια και φυσιούνται ακατάπαυστα ενώ το πρόσωπο με το μπόλικο φτιασίδι ιδρώνει επικίνδυνα. Ο άντρας την φίλης ανταγωνίζεται σε παλαιότητα την αρχαία Mercedes που οδηγεί, αγκαλιάζει το τιμόνι, κοιτάει στο βάθος και όποιον πάρει ο χάρος.


Αγαπάμε παραθεριστικό καλοκαίρι και αυτό το ΣΚ είναι στην κορύφωση του. Καλημέρα. 

Το ΠΣΚΔΤΤ του καλοκαιριού

Και να που ήλθε το ΠΣΚ και λίγο από Δε και σίγουρα Τρ να μην σου πω και Τε.

Είναι το πιο χύμα διημερο-τριημερο-τετραήμερο άντε βδομάδα του χρόνου. Το αλήτικο, το άντε μωρέ, το νυν απολύεις, το πάμε και βλέπουμε, το ευλαβικό, το απ’ όλα.

Έχεις βγάλει παπούτσια και περπατάς ξυπόλυτος σε πλακάκια, άμμο, χώμα και νιώθεις σα να περπατάς πάνω στο νερό. Φεύγεις από την πόλη και βγάζεις ένα ένα τα ρούχα σαν κρεμμύδι ή σαν το μωράκι καρέτα καρέτα που βγαίνει από το αυγό και βαδίζει προς τη θάλασσα.

Αν δεν χαλαρώσεις και αυτό το πώς το είπαμε, τέλος πάντων, δεν πρόκειται να χαλαρώσεις ποτέ.

Το νου σας γεμάλια. Το φθινόπωρο και ο χειμώνας θα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Γίνεται; Βεβαίως και γίνεται! Γι αυτό πάμε να φύγουμε από δω και μη ρωτάς πού πάμε. Σε θάλασσες και αμμουδιές. Σε μπιτσόμπαρα και ερημικές, αν βρείτε, παραλίες. Σε βουνά και λαγκάδια. Με αεροπλάνα και βαπόρια και αν έχουμε μαζί και τους φίλους τους παλιούς ακόμα καλύτερα. Καθήστε κάτω από τον ίσκιο του γέρικου πλατάνου στο χωριό του παππού. Πιείτε νερό από την βρύση που τρέχει από τότε που ο μπαμπάς σας λέρωνε τα βρακιά του και τον κυνηγούσε η γιαγιάς σας. Χορέψτε στο πανηγύρι του χωριού ή πάνω στην μπάρα του μοδάτου κλαμπ.

Καθήστε σε ταράτσες και μπαλκόνια με φίλους και οικογένεια. Ξενυχτήστε χωρίς λόγο. Ξυπνήστε αργά ή νωρίς, πάλι χωρίς λόγο. Χύμα είπαμε και το εννοούμε.

Όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά, πάντα πάντα θα `ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει.


Άντε και από Τετάρτη, Πέμπτη ή όποτε τέλος πάντων σας 

φωτίσει ο Θεός να γυρίσετε βλέπουμε. Τα προβλήματα εκεί 

θα είναι δεν χάνονται. Ανοίξτε ένα κουτάκι στο μυαλουδάκι

σας, βάλτε τα μέσα κλειδώστε και βάλτε το κλειδί στην … 

Πέμπτη.



Πάμε.