Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η φωτιά της Θεσσαλονίκης

Επειδή πολλά άκουσες, θα σου πω εγώ πώς άρχισε η πυρκαγιά της Θεσσαλονίκη για να μην ρωτάς εδώ και εκεί και τζάμπα υποχρεώνεσαι. ‘Ασε που θα σε περάσουν για ντουγάνι αστοιχείωτο.

Την επόμενη μέρα ήταν γιορτή. Ρε γυναίκα, να πιούμε κανένα ουζάκι με τους κουμπάρους, αύριο που είναι γιορτή, της λέει; Φτιάξε και κανένα μεζεδάκι να γουστάρουμε. Γιατί όχι, λέει εκείνη.

Έβαλε λοιπόν να τηγανίσει μελιτζάνες. Μεζέ καλό που τον κάνεις και έτσι και αλλιώς και τραβάει και ούζο. Καλό το τηγανιτό, αλλά το τηγάνι θέλει την ώρα του, άσε που πιτσιλάει όλο τον τόπο και τζάμπα σφουγγάριζα εγώ, δούλα με έχετε εδώ μέσα. Αμάν πια! Όσο τηγάνιζε άνοιξε το facebook. Και να η selfie με το τηγάνι και να κοιτάξτε τι έκανα. Βροχή τα Like. Και είσαι θεά. Και θέλω και εγώ. Ξεχάστηκε η άμυαλη, πολύ δεν ήθελε, πήραν φωτιά τα λάδια.

Εκείνα τα χρόνια τα σπίτια δεν ήταν όπως σήμερα. Έξι όροφοι, υπερπολυτελής αντισεισμική κατασκευή, μπετά, τούβλα και έπιπλα δια χειρός Βαράγκη. Χαμόσπιτα ήταν, Τουρκόσπιτα με ξύλινους σκελετούς. Παφ έκανε το λαδάκι της μελιτζάνας, φωτιά η κουζίνα.

Αρχίζει η άλλη να φωνάζει «καλέ καιγόμαστε, γειτόνοι βοηθάτε». Οι γείτονες δεν άκουσαν. Έβλεπαν Survivor και δεν είχαν μυαλό για την ξεμυαλισμένη την γειτόνισσα. Είχαν και κάτι προηγούμενα με μια μπουγάδα που έσταξε και τους χάλασε τους κατιφέδες και την είχαν γραμμένη στο μαύρο το κατάστιχο. Φωνές αυτή, αδιάφοροι οι άλλοι.

Με αυτά και με εκείνα, η φωτιά έφυγε από το σπίτι της ξεμυαλισμένης και πήγε και στου γείτονα με το Survivor. Βλέπει τις φλόγες ο άλλος, αλλά ήταν πια αργά. Το ένα σπίτι μετά το άλλο έπιανε φωτιά. Εμφανίζεται τότε παλικαράκι και φωνάζει ξαναμμένο «Πήρε φωτιά η αποθήκη και κινδυνεύει η Λώλα». Οι άλλοι που ήταν κανονικοί Σαλονικοί, πιο πολύ για σορολόπ και λιγότερο για δουλειά άρχισαν να τραγουδάνε «Την Λώλα από την φωτιά ποιος θα την βγάλει, ο Τσοκολάτας που έχει δύναμη μεγάλη». Δυστυχώς όμως είμαστε στις αρχές του αιώνα και ο Τσοκολάτας δεν είχε εφευρεθεί. Άδικα τον περίμεναν.

Την ανάγκη φιλοτιμία ποιώντας έκαναν μια ανθρώπινη αλυσίδα και έδινε ο ένας στον άλλο κουβάδες με νερό για ρίξουν στη φωτιά. Δεν είχε γίνει ακόμα το περήφανο δημοψήφισμα για το νερό και έτσι την διαχείριση είχαν ακόμα οι Έλληνες και οι Γάλλοι περίμεναν στο πάγκο να έλθει η σειρά τους.

Δυστυχώς και παρά τις προσπάθειες και τη βοήθεια από τα εναέρια μέσα, που με το πρώτο φως της ημέρας επιχειρούσαν κάνοντας ρίψεις νερού, η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα και έτσι έγινε η πυρίκαυστος που βλέπετε στους χάρτες της πολεοδομίας και ρωτάτε τι είναι τούτο.

Σημαντικό τμήμα της πόλης καταστράφηκε και μετά φωνάξανε κάτι ξένους που την γέμισαν πλατείες για να έχουν χώρο τα καφέ να βγάζουν τραπεζάκια και να κοπροσκυλιάζουν οι περήφανοι πολίτες της Θεσσαλονίκης.

Όλα αυτά τα έβλεπε από ψηλά με ένα ντρον ο Γιώργος ο Τούλας και αποφάσισε να το παραλλάξει λίγο για να μάθουν και τα παιδιά και τα εγγόνια μας πώς έγιναν τα πράγματα.


Να έτσι ακριβώς έγιναν.

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Στις φάμπρικες της Γερμανίας...

Μικρή πόλη στη Γερμανία, δορυφόρος μιας μεγαλύτερης. Πληθυσμός, διακόσιες χιλιάδες ψυχές. Ακολουθούμε τις υποδείξεις του Γερμανού ιδιοκτήτη, του σπιτιού που μας φιλοξενεί και επισκεπτόμαστε Ελληνικό εστιατόριο στο κέντρο. Θα μας το πρότεινε ανεξαρτήτως της καταγωγής μας, όπως μας είπε. Το όνομα αυτού, ας πούμε, «Αριστοτέλης». Είναι αργά το βράδυ (για Γερμανία) αλλά το μαγαζί έχει ακόμα κόσμο. Ο καιρός έξω αγριεμένος με δέκα βαθμούς, φοβερίζει τους Έλληνες που ήλθαν από τους τριανταφεύγα.  Ο γύρος κοντεύει να τελειώσει αλλά συνεχίζει να γυρίζει ακούραστα.

Δεν μιλάμε και καθόμαστε. Έρχεται να πάρει παραγγελία, κυρία γύρω στα πενήντα. Η εμφάνιση της φωνάζει από μακριά «είμαι Ελληνίδα και Πόντια!». Προσπάθεια για συνεννόηση στα Γερμανικά μέχρι να το γυρίσουμε στα Ελληνικά μέσα σε γέλια και πειράγματα. Τι σας φέρνει εδώ; Ήλθατε από Ελλάδα ή από άλλη πόλη της Γερμανίας. Για δουλειά; Θα μείνετε ή είσαστε για λίγες μέρες; Κανονικό registration στην κοινότητα.

Εμείς ικανοποιήσαμε την περιέργειά της και εκείνη την πείνα μας. Ο γύρος άνω του μετρίου. Η μπύρα άφθονη. Οι τιμές λογικές ακόμα και για τους φτωχούς Έλληνες. Μια μεγάλη τηλεόραση παίζει ποδόσφαιρο. Κάθε τόσο έρχεται και κάποιος πελάτης. Μπαίνει στο μαγαζί. Συνήθως μιλάει Ελληνικά. Μα καλά, λες, όλοι γνωρίζονται; Κάποιοι κάθονται μόνοι μπροστά στον πάγκο και πίνουν ήσυχα την μπύρα τους, αλλάζοντας πού και πού από καμιά κουβέντα με τους ιδιοκτήτες.

Εκεί γνωρίσαμε και τον, ας πούμε πάλι, Αριστοτέλη, που έρχεται στο τραπέζι μας. Είναι ο γιος της οικογένειας των ιδιοκτητών. Δεν ξέρω αν το μαγαζί πήρε το όνομα του από αυτόν ή αυτός από το μαγαζί που είχε ονομαστεί έτσι προς τιμήν του αρχαίου μας πρόγονου. Νέο παλικάρι, ευγενέστατο. Πιάνουμε κουβέντα. Τι σας φέρνει εδώ, κλπ. Εκείνος έχει σπουδάσει ψυχολογία για τέσσερα χρόνια στη Θεσσαλονίκη.

Πώς βλέπεις τα πράγματα, τον ρωτάω. Φαίνεται προβληματισμένος. Η Ελλάδα του αρέσει. Φαίνεται η αγάπη του σε κάθε λέξη που λέει. Πάει στην Ελλάδα δύο φορές τον χρόνο. Όταν όμως πήγε για να σπουδάσει, τον πρώτο καιρό όλα του φαινόταν περίεργα. Άμα έχεις συνηθίσει στην Γερμανική οργάνωση, η Ελλάδα σε βγάζει από τα νερά σου. Μετά από λίγο καιρό συνήθισε. Μπορεί να ήταν το αίμα που έτρεχε στις φλέβες και το περιβάλλον που μεγάλωσε, αλλά από την άλλη μπορεί και όλα να συνηθίζονται τελικά. Ακόμα και το να ζεις στην σημερινή Ελλάδα. Άγριο θηρίο ο άνθρωπος, έλεγε ο πατέρας μου, όλα τα μπορεί.

Τελικά ο Αριστοτέλης επέστρεψε στη Γερμανία για να μείνει. Κρατάει τους δεσμούς με την Ελλάδα αλλά φαίνεται ότι η Γερμανία του παρέχει καλύτερες προοπτικές. Δεν μου φαίνεται περίεργο. Βέβαια είναι δύσκολη η ζωή του μετανάστη, ακόμα περισσότερο αυτού της δεύτερης γενιάς. Ξένος στην Ελλάδα, ξένος και στη Γερμανία. Του μένει μόνο η ασφαλιστική δικλίδα της ψυχής. Όταν τον ζορίζουν στη Γερμανία ονειρεύεται την Ελλάδα, των καλοκαιριών, των τρελών ανθρώπων και των ιστοριών της γιαγιάς του.  Όταν η Ελλάδα τον βγάζει από τα ρούχα του, έχει πάντα την δικλίδα διαφυγής της οργανωμένης, ευημερούσας και ίσως λίγο βαρετής Γερμανίας.

Απόλαυσα την κουβέντα με αυτό το καλό παιδί. Ένας όμορφος πρεσβευτής της Ελλάδας, χωρίς καν να το καταλαβαίνει ή να το επιδιώκει ο ίδιος. Προσφέρθηκε να μας βρει και νες καφέ, πηγαίνοντας για λογαριασμό μας σε ένα μαγαζί στην άλλη άκρη της πόλης, για να μην κόψουμε ούτε για λίγο τον ομφάλιο λώρο με το Ελληνικό θεριακλίκι του φραπέ.


Ο Αριστοτέλης θα παραμείνει στη Γερμανία. Εμείς σε λίγο θα γυρίσουμε σε αυτό που ο Σαββόπουλος αποκαλεί «του Ελληνισμού το χειρότερο κομμάτι», στην Ελλάδα.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Μια Κυριακή με μια ωραία γιορτή

Το καλοκαίρι αντιστέκεται και οι παραλίες έχουν αρκετό κόσμο που δροσίζεται. Βούλγαροι και Σέρβοι ξαπλώνουν σε παραλίες ενώ οι Έλληνες ψήνονται μέσα στις πόλεις γιατί πέρασε η σεζόν.

Η ΔΕΘ σήμερα το βράδυ τελειώνει με Sakis και πυροτεχνήματα. Ο αειθαλής, πολύτεκνος, ποπ σταρ αναμένεται να ξεσηκώσει και πάλι τον γυναικείο πληθυσμό της πόλης, ιδίως το κομμάτι του, που διατηρεί την φρεσκάδα και την ομορφιά του παρά την από καιρό έλευση των πρώτων «ήντα».  Sakiiiiis!

Ο Κυριάκος ήλθε στην έκθεση και ευχήθηκε καλή ευρωπαϊκή πορεία στον ΠΑΟΚ, ενώ φήμες αναφέρουν ότι κάτι ψιθύρισε για πρωτάθλημα στην Α’ εθνική στον ΑΡΗ ή στον Ηρακλή. Για τον Απόλλωνα Καλαμαριάς δεν πήρε θέση και ανησυχώ. Στη συνέχεια πήγε στο Βελλίδειο, όπου διάβασε μια ωραία έκθεση ιδεών, ενώ νεολαίοι του κόμματος μοίραζαν δραμαμίνες σε όσους είχαν την έμπνευση να παρακολουθήσουν τα ευφάνταστα πλάνα του σκηνοθέτη από την τηλεόραση.  Με δεδομένη την παρούσα κυβέρνηση στρουμφοχωριό, μάλλον μόνο μπροστά μπορεί να μας πάει και έτσι καλά κάνει και τα λέει έτσι ωραία. Στο κάτω κάτω της γραφής πότε ζητήσαμε τον λόγο από αυτούς που τα είπαν καλά στη ΔΕΘ αλλά δεν έκαναν πράξη κάτι από αυτά. Είμαστε βολικοί πελάτες εμείς.

Στον Μαυροσαρωνικό τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. Ευτυχώς η κυβέρνηση και οι υπουργάρες κάνουν εξαιρετική δουλειά και έτσι ο καθένας μπορεί να κάνει μαυροβούτια στο μαζούτ ενώ τα νερά θα είναι πολύ καλύτερα σε ένα μήνα, από ότι ήταν πριν το ατύχημα. Φυσικά αυτό είναι αλήθεια, όπως και όλα όσα μας έχουν ξεφουρνίσει μέχρι σήμερα και έτσι η μέθοδος «ρίχνω μαζούτ στη θάλασσα για την καθαρίσω» αναμένεται να πατενταριστεί και να πουληθεί σε ολόκληρο τον κόσμο δημιουργώντας ένα νέο success story.

Φυσικά μπορεί να μην χρειαστούν όλα αυτά και ο Κιμ να πατήσει τον κουμπάκι στέλνοντας κανένα πυραυλάκι προς τη μεριά μας και έτσι να λήξει κάπως άδοξα, αλλά σίγουρα φαντασμαγορικά η σεμνή η τελετή.

Το μόνο που με στενοχωρεί είναι μήπως δεν προλάβουμε να δούμε το νέο ηγέτη της κεντροαριστεράς, τον πικραμένων που ψάχνουν αρχηγό χωρίς να έχουν κόμμα και ψηφοφόρους. Η πρωτότυπη αυτή προσέγγιση, είναι η πιο ειλικρινής που έχω συναντήσει αφού μας δείχνει για ποιόν λόγο ιδρύονται τα κόμματα.


Να έχετε μια καλή Κυριακή και να μην ξεχάσετε ότι σήμερα γιορτάζει η Σοφία (ουδέποτε είχαμε), η Πίστη (από αυτό άλλο τίποτα), η Ελπίδα (από χρόνια χαμένη) και η Αγάπη (φυσικά).

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

The media is the message

Κοιτούσα νωρίτερα τη φωτογραφία που δημοσίευσε στο facebook ένας φίλος, που τον έδειχνε με την παρέα του σε κάποιο μπαρ. Οι άνθρωποι προφανώς περνούσαν καλά και αποφάσισαν να μοιραστούν την χαρά της στιγμής μαζί μας.

Αυτόματα μου ήλθε στο μυαλό μια σκηνή από τα παλιά. Είναι τα πρώτα χρόνια της κινητής τηλεφωνίας και γευματίζουμε σε μια ταβέρνα στην Καλαμαριά. Στο διπλανό τραπέζι γνωστός μου από τον ευρύτερο επαγγελματικό χώρο, κάπως μπρουτάλ αρχιτέκτων, γευματίζει και αυτός με μια κυρία. Με το που του σερβίρουν το φαγητό του, πιάνει το ευμέγεθες Motorola, ανοίξει το πορτάκια και συνομιλεί μεγαλοφώνως, ενώ ταυτοχρόνως μασάει. «Έλα ρε μ..., πού είμαι;». «Ναι ρε μ…., δεν θα πιστέψεις τι τρώω… Ναι ρε, γίδα βραστή».

Ήταν ο τρόπος του, να κάνεις share εκείνα τα «αγνά» χρόνια της έκρηξης της τηλεφωνικής επικοινωνίας και του υλικού ευδαιμονισμού. Σήμερα θα έβγαζε μια selfie με το στόμα μπουκωμένο, πάνω από τα μισοάδεια πιάτα, θα έκανε tag την κυρία και θα έβαζε και κανένα σχόλιο, πιθανώς μετά ρεψίματος, «… καλά φάγαμε και σήμερα».

Φαντάζομαι τον ίδιο άνθρωπο, πριν από την τηλεπικοινωνιακή επανάσταση, να υποφέρει. Πώς θα μάθαινε ο μ… πού ήταν και τι έτρωγε. Δεν θα του δινόταν η ευκαιρία ούτε να μαντέψει. Γνωρίζοντας τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής, σας βεβαιώνω ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πάει στο κόκκινο χοντρό τηλέφωνο, που συνήθως φιγουράριζε δίπλα στο ταμείο της ταβέρνας, να ρίξει δίφραγκο, να σηκώσει το ασήκωτο ακουστικό και να απευθύνει τα άσκοπα ερωτήματα, τα οποία είναι γνωστό ότι συναντάμε από τον Όμηρο μέχρι την δημοτική μας ποίηση, στον συνομιλητή του. Μα καλά, πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι!

Δε γνωρίζω και είμαι σίγουρος ότι δεν θα μάθω ποτέ τι απάντησε ο μ… στον φίλο μας. Γνωρίζω όμως πώς θα σχολίαζαν την ανάρτηση αν γινόταν σήμερα στα social media. Κάποιοι θα αρκούνταν σε ένα σεμνό Like. Ένα σημαντικό ποσοστό θα εκδήλωνε, μάλλον, ευαρέσκεια με τριανταφυλλάκια, καρδούλες και ίσως και κανένα σκυλάκι που πέρδεται ελευθερώνοντας καρδούλες στον αέρα.  Δεν θα έλειπαν σχόλια σχετικά με το πόσο όμορφη και «θεά» είναι η κυρία, που συνέτρωγε με τον φίλο μας, καθώς και ερωτήσεις «πού είσαστε; ερχόμαστε».


Έχω χρόνια να συναντήσω τον ήρωα της ιστορίας μου. Δεν γνωρίζω αν ασχολείται με τα social media. Αν όμως ασχολείται έχω πολύ συγκεκριμένες σκέψεις για το τι μοιράζεται με τους φίλους του. Είναι αυτή η άτιμη η αμεσότητα που δεν μας επιτρέπει να κρυφτούμε. Εύχομαι καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο και για να είμαι συνεπής στο πνεύμα του κειμένου και του μέσου σας ανακοινώνω ότι πάω στη θάλασσα για μπάνιο, όσο ακόμα το πρόβλημα της μπορεί να είναι η θερμοκρασία του νερού και κανένα φύκι. 

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Περί ΔΕΘ

Σκέφτηκα να σου πω για το μπάχαλο της πόλης, με τους κλειστούς δρόμους. Για το Μακρόν, τον Αλέξη και τον Οδυσσέα. Αλλά είναι Σάββατο, είναι νωρίς και είναι πολύ όμορφα για να χαλάσω τη διάθεση, τη δική σου και τη δική μου. Λέω, λοιπόν, να κάνω μια επετειακή βουτιά στο παρελθόν.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου από την ΔΕΘ, την «Έκθεση» όπως την λέγαμε τότε και συνεχίζουμε να την λέμε και σήμερα, έρχονται από την δεκαετία του 70.

Περιμέναμε την έκθεση, σαν μια μεγάλη γιορτή. Προετοιμασίες πολλές. Εμείς βλέπαμε το «απ’ έξω», με τους δρόμους και τις διαβάσεις που αποκτούσαν φρέσκια διαγράμμιση και τα παρτέρια με τα πολύχρωμα λουλούδια που φυτεύονταν μέχρι και τις τελευταίες ώρες πριν τα εγκαίνια. Λεωφορεία με σημαιάκια και πινακίδα «Έκθεση» στο παρμπρίζ.  Στο παιδικό μυαλό μου όλο αυτό εξισωνόταν με τα καλέσματα στο σπίτι και την μητέρα μου που, μέχρι τελευταία στιγμή, έτρεχε να επιμεληθεί και την τελευταία λεπτομέρεια για να υποδεχτεί, όπως έπρεπε, τους επισκέπτες.

Ο πατέρας μου αγόραζε μασούρια με τις περίφημες «χρυσές» μάρκες εισόδου που για μας είχαν μεγαλύτερη αξία και από λίρες χρυσές. Όταν μεγαλώσαμε λίγο, ζητούσαμε και μας άφηναν, να τις βάλουμε εμείς στην ειδική σχισμή του μηχανήματος που μας επέτρεπε την πρόσβαση στο δικό μας παράδεισο. Φορούσαμε τα καλά μας για να πάμε στην Έκθεση και καθώς πλησιάζαμε νιώθαμε ότι τα πάντα γύρω μας φορούσαν και αυτά, τα καλά τους. Τροχονόμοι με περικεφαλαίες και άσπρες στολές, σημαίες στους δρόμους, πλανόδιοι με πολύχρωμα μπαλόνια, οικογένειες πιασμένες χέρι χέρι.

Όταν περνούσες την πύλη ένιωθες λες και μπήκες σε έναν διαφορετικό κόσμο. Μουσική, διαφημίσεις και ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα με ένα χαρακτηριστικό ζευγάρι φωνών και την απαραίτητη ηχώ που δεν θα ξεχάσω ποτέ. «Επισκεφτείτε στο περίπτερο 2 την εταιρεία Παπαδόπουλος» , «Φάτε όσο παγωτό μπορείτε στο κιόσκι του Γλυκού», «Ο μικρός Γιωργάκης έχασε τους γονείς τους και τους περιμένει κάτω από τον πύργο του ΟΤΕ».

Οι επισκέψεις μας είχαν πρόγραμμα και σύστημα. Παίρναμε τα περίπτερα με την σειρά και βλέπαμε τα πάντα. Μαζεύαμε χαρτιά και δείγματα, γεμίζοντας τεράστιες σακούλες που δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε. Τις επόμενες ημέρες θα γινόταν το ξεσκαρτάρισμα στο σπίτι, κάτω από την πίεση και τις φωνές της μάνας για «όλη αυτή τη σαβούρα» που κουβαλήσαμε.

Διαγκωνιζόμασταν για μια καλή θέση μπροστά από περίπτερα με κάποιο περίεργο έκθεμα, που παρουσιαζόταν για πρώτη φορά. Με την ίδια θέρμη βλέπαμε αυτοκίνητα, τρακτέρ αλλά και μηχανήματα που έφτιαχναν σακούλες. Μέτρο της επιτυχίας της έκθεσης, αλλά και κράχτης πελατών, η χαρτονένια πινακίδα «Επωλήθη, κύρος Τάδε». Όσες πιο πολλές οι πινακίδες τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία.

Στην Έκθεση είδα για πρώτη φορά Κινέζο! Ήταν την χρονιά που είχε πεθάνει ο Μάο και τους θυμάμαι ακόμα, όλους ίδιους και απαράλλαχτους,  με τα μαύρα παντελόνια και τα άσπρα κοντομάνικα πουκάμισα με την μαύρη κορδέλα του πένθους στου χέρι. Σαν βαρυπενθούντα γκαρσόνια ενός μακρινού εστιατορίου. Φέτος έχει γεμίσει ο τόπος Κινέζους, οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο να πενθούν. Το αντίθετο μάλιστα.

Μαγεμένοι κοιτούσαμε ακροβάτες να περπατούν επάνω στο σχοινί κρατώντας τεράστια κοντάρια ισορροπίας και μοτοσυκλέτες να κάνουν ριψοκίνδυνες επιδείξεις. Στο λούνα παρκ δεν πολυπηγαίναμε γιατί μάλλον νιώθαμε ότι ήταν κάτι που μπορούσαμε να επισκεφτούμε τον υπόλοιπο χρόνο, στην Σαλαμίνα που βρισκόταν τότε.

Οι επισκέψεις μας γινόταν πάντα απόγευμα, μόλις έπεφτε λίγο ο ήλιος, και κρατούσαν μέχρι το βράδυ. Όταν τα περίπτερα έκλειναν, χωρίς πολλές κουβέντες, πηγαίναμε στο self service στην ταράτσα ενός περιπτέρου κοντά στην βόρεια πύλη. Οι «άντρες» της οικογένειας στεκόμασταν στην ουρά με δίσκους και οι «γυναίκες» έπιαναν το πολύτιμο τραπέζι. Το μενού αυστηρά προδιαγεγραμμένο. Σάντουιτς με λουκάνικο και μουστάρδα σε αφράτο ψωμάκι για όλους και μαύρη μπύρα για τους μεγάλους. Δε νομίζω ότι τους άρεζε αυτό το μαύρο ζουμί, απλώς το έπιναν σαν ένα κομμάτι της υπόλοιπης τελετουργίας και σαν κάτι που δεν θα έβρισκαν τον υπόλοιπο χρόνο εκτός εκθέσεως. Σα να τρως μαγειρίτσα την Ανάσταση, ακόμα και αν δεν σου αρέσει. Από την ταράτσα αυτή, βλέπαμε και τα πυροτεχνήματα διαγωνιζόμενοι ποιος θα βγάλει την δυνατότερη κραυγή θαυμασμού.

Η επιστροφή στο σπίτι δύσκολη. Το να βρεις ΤΑΧΙ αδύνατο. Ποδαρόδρομος μέχρι τον Άγιο Δημήτριο. Τότε θυμόμασταν τα παπούτσια που μας χτύπησαν, τις σακούλες με τα έντυπα που ήταν βαριές και τη νύστα που έκλεινε τα μάτια και βάραινε τα πόδια. Έφτανε η απειλή ότι δεν θα ξαναπάμε στην Έκθεση για να μας ζωντανέψει για τα καλά.


Η ζωή τα έφερε έτσι και οι εκθέσεις είναι η δουλειά μου. Τις βλέπω να στήνονται και σπάνια τις επισκέπτομαι όταν λειτουργούν. Εξαίρεση η ΔΕΘ, που αν δεν την επισκεφτώ νιώθω σαν κάτι να μου λείπει. Καλή αρχή!

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Άδραξε τη μέρα.

Θα σου ξαναπώ κάτι και μη με παρεξηγήσεις.

Χαμογέλα σήμερα. Άντλησε ευχαρίστηση από τα μικρά πράγματα. Από το χρώμα που πήρε ο ουρανός τώρα που ανατέλλει ο ήλιος. Από το πουλί που κάθεται στο κάγκελο και βγάζει τσιριχτούς ήχους. Κοίτα πιο κοντά. Μια καρδούλα, τόση δα, χτυπάει στο στήθος του.

Χαμογέλα για τα καλά που έχεις και δεν τα καταλαβαίνεις γιατί τα θεωρείς δεδομένα. Σου έχω νέα. Δεν είναι δεδομένα. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα αλλάζουν εκεί που δεν το περιμένεις. Άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που αισθάνθηκε ευγνώμων που ξύπνησες στο κρεβάτι σας αντί στο κρεβάτι ενός νοσοκομείο ή το παγκάκι ενός αστέγου; Πότε ήταν η τελευταία φορά που χάρηκες γιατί περπάτησες και γιατί είχες κάπου να πας;

Άσε τη μεγάλη εικόνα για λίγο και κοίτα τις πολλές μικρές που την συνθέτουν. Μπορείς; Κάνε το ως δώρο στον εαυτό σου. Για ασήμαντη αφορμή.

Σε έχει βάλει από κάτω η ζωή και τρέχεις ξεχνώντας τα βασικά. Κάνε μια στάση και πιες ένα καφέ με τον παλιό σου φίλο που όλο λες θα το κάνεις και ποτέ δεν ταιριάζουν τα προγράμματα σας. Άκου αυτό που έχει να σου πει ο άνθρωπος που είναι δίπλα σου και σου μιλάει. Μην κοιτάς την ώρα. Μην κοιτάς το κινητό.

Ξεκίνα τη μέρα με ένα χαμόγελο. Βάλτα στη ζυγαριά. Αν δεν θεωρήσεις ως δεδομένα, αυτά που θεωρείς δεδομένα, τότε η ζυγαριά σίγουρα θα γύρει προς τη μεριά του χαμόγελου. Έλα τα έχω μετρήσει για σένα και σου το λέω με σιγουριά, έχεις δικαίωμα να χαμογελάσεις. Έχεις υποχρέωση να βοηθήσεις και τους γύρω σου να χαμογελάσουν. Θα αισθανθείς και εσύ καλύτερα.

Και γιατί μόνο χαμόγελο και όχι και γέλια τρανταχτά. Πότε ήταν η τελευταία φορά που γέλασες με την ψυχή σου; Γέλιο, όχι γελάκι. Γέλιο σαν αυτό που σε έπιανε στην τάξη στο σχολείο, όταν δεν έπρεπε να σε δει ο καθηγητής. Γέλιο σαν την πρώτη φορά που είδες τους εντιμότατους φίλους, την περιπέτεια για την περιπέτεια και τον διαβολάκο. Άφησε τον εαυτό σου να γελάσει. Δεν είναι ντροπή. Πλησίαζε τους ανθρώπους που γελάνε με την καρδιά τους. Κάτι θα μείνει και για σένα.

Βγες έξω και ξεκίνα τη μέρα. Έχεις πολλά να κάνεις και δεν προλαβαίνεις. Μέσα στα πολλά βάλε και τα μικρά και η μέρα σου θα γίνει καλύτερη. Βάλε μια νότα από διακοπές μέσα στην τρέλα της δουλειά και των υποχρεώσεων. Βρες εσύ τον τρόπο που σου ταιριάζει. Πες καλημέρα με χαμόγελο σα να το εννοείς. Ξέχνα τη μιζέρια του πλαστικού ποτηριού με τον φραπέ και τον φρέντο. Δεν είναι αυτός ο τρόπος για να ξυπνήσεις. Πρώτα ξυπνάει το μυαλό και μετά το σώμα.


Έλα, όλα εγώ θα σου τα πω; Άδραξε τη μέρα! 

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Καταλαβαίνεις ότι έχεις γίνει 52 όταν ...

Καταλαβαίνεις ότι έχεις γίνει 52 όταν :

Τα εμβληματικά πεντηκοστά γενέθλια μοιάζουν πια τόσο μακρινά στο παρελθόν.

Κάνεις συχνότερα ιατρικές εξετάσεις και οι διάφοροι δείκτες κάνουν limit up … συναγωνίζονται την άνοδο της ηλικίας σου.

Τα παιδάκια που τα ήξερες από τον υπέρηχο στην κοιλιά της μάνας τους, μπαίνουν στο πανεπιστήμιο.

Ο πληθυσμός αυτών που βρίσκονται κάτω από σένα ηλικιακά, είναι σημαντικά μεγαλύτερος από αυτών που βρίσκονται πάνω από εσένα. Πάει και ο χαρακτηρισμός του μεσήλικα… «Περασμένα πενήντα ο τύπος».

Κιλά, πλέον, μόνο βάζεις. Οι μεγαλύτεροι από εσένα τα λένε γεροντόπαχα και γελάνε. Εκεί που είσαι ήμουνα …

Έχεις γυαλάκια της γνωστής «νεανικής» νόσου των οφθαλμών σπαρμένα στο σπίτι, στο γραφείο, στο αυτοκίνητο γιατί τα ξεχνάς και χωρίς αυτά αδύνατο να διαβάσεις.

Διαπιστώνεις, με χαρά, ότι είσαι συνομήλικος με την Μόνικα Μπελούτσι και έτσι σίγουρα θα βρεις κάτι για να σπάσεις τον πάγο όταν με το καλό θα γίνει εκείνο το ραντεβού…

Γράφεις ακόμα στο Facebook ενώ οι πιτσιρικάδες έχουν δραπετεύσει στο Instagram και εσύ δεν καταλαβαίνεις γιατί είναι πιο καλά να επικοινωνείς με εικονίτσες παρά με λογάκια.

Αρχίζεις να μετράς πόσος χρόνος σου μένει για να πάρεις σύνταξη. Μετά ακούς τους υπουργούς και σκέφτεσαι ότι εσύ δεν θα πάρεις όσο ζεις. Μετά βλέπουμε.

Η ευχή «να τα εκατοστίσεις» στα γενέθλια, δεν σου φαίνεται πια και τόσο σπουδαία. Κοντεύεις!

Διαβάζεις για συναυλία του Βοσκόπουλου στο Θέατρο Δάσους και νιώθεις πάλι παιδί. Όλα είναι σχετικά.

Οι προπονητές στις διάφορες ομάδες είναι οι παιχταράδες που θαύμαζες μικρός και οι σημερινοί παιχταράδες, οι γιοί τους.

Διαπιστώνεις, με χαρά, ότι ακόμα η ηλικία σου είναι μικρότερη από μια αποδεκτή έκπτωση στον καιρό της κρίσης.

Φεύγεις για Σαββατοκύριακο και τσεκάρεις. Πορτοφόλι, κινητό… τα χάπια μου.

Όταν θέλει να σε βρίσει πιτσιρικάς δεν χρησιμοποιεί πλέον την λέξη με τα τρία «Α». Προτιμάει το «κωλόγερος».

Κάθεσαι και σκέφτεσαι ότι έχεις προλάβει δεκάρες με τρύπα στη μέση, την Τσιμισκή αμφίδρομο, δραχμή, μαστίχες για ρέστα, χούντα και μεταπολίτευση, βασιλιά στην Ελλάδα, ακόμα και τον ΑΡΗ στην πρώτη εθνική…

Ψάχνεις, σαν τον Κωνσταντάρα στην γνωστή ταινία, να βρεις λεβεντόγερους μεγαλύτερους από εσένα για να πάρεις θάρρος για τη συνέχεια. Ολέ ο ταύρος!

Διαβάζεις τα διάφορα «θα σέβεστε» και σκέφτεσαι, «γατάκια».

Πας σε μια εταιρεία και συνομήλικος σου είναι ο γενικός. Πας σε στρατόπεδο και σειρά σου είναι ο στρατηγός.

Όταν είσαι στις μαύρες σου, πας και περιμένεις σε ουρά στην Εθνική Τράπεζα. Ξαφνικά νιώθεις τζόβενο.

Αποφεύγεις να μπεις στο λεωφορείο μη βρεθεί κανένα καλόπαιδο και σου παραχωρήσει τη θέση του.

Ζεις με τον φόβο ότι, όπου να ναι, θα αρχίσεις να βλέπεις «στην υγειά μας» τα Σαββατόβραδα.


Και του χρόνου να είμαστε καλά. Θα σας ξανάβρω στους μπαξέδες.